Η ελπίς μου ο Θεός, καταφυγή μου ο Υιός, σκέπη μου το Πνεύμα το Άγιον, Τριάς Αγία Δόξα Σοι

Δευτέρα, 7 Απριλίου 2014

ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ ΠΕΜΠΤΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ." .Εκείνος πού αγοράζει την ανωτερότητα του, θα λάβει την ανταπόδοση του από τα χείλη και τα χέρια των ανθρώπων, αλλά θα περιφρονηθεί από τις καρδιές τους



Για να ’χουμε μια ολοκληρωμένη ερμηνεία όμως πρέπει να προσθέσουμε κάτι ακόμα, κάτι πού δείχνει την πανσοφία και παντογνωσία Του στη διαχείριση της σωτηρίας του ανθρώπου. Ό Κύριος επιθυμεί να δείξει πώς δεν υπάρχει προκατάληψη εδώ, δεν υπάρχει μεροληψία. «Ου γάρ εστί προσωποληψία παρά τω Θεώ» (Ρωμ. β'11). 
Ό Κύριος θέλει να πει πώς οι απόστολοι δεν πρέπει να εμπιστεύονται τη σωτηρία και τη δόξα τους στον εαυτό τους, μόνο επειδή είχαν ονομαστεί απόστολοί Του. Γιατί ακόμα κι ανάμεσα στους αποστόλους Του υπήρχε κάποιος πού χάθηκε. 
Ή Βασιλεία Του προετοιμάστηκε για όλους εκείνους πού δείχνουν σ’ αυτήν τη ζωή πώς είναι άξιοι γι’ αυτήν. Δεν υπάρχει διάκριση στην κλήση, δεν μετράει ή εξωτερική προσέγγισή τους στο Χριστό ή ή τυχόν συγγένεια αίματος μαζί Του, όπως γινόταν με τα δύο αδέλφια, τον Ιωάννη και τον Ιάκωβο. Τα δύο μαθήματα πού ήθελε ό Κύριος να εμφυτέψει στις καρδιές των μαθητών Του, ήταν ή μέχρι αυτόεξευτελισμού ταπείνωση κι ή μέχρι θανάτου αγάπη Του. 

Να ξεριζώσει απ’ αυτές τούς σπόρους της υπερηφάνειας, της φιλαυτίας και της αλαζονικής ματαιοδοξίας.

«Και άκούσαντες οι δέκα ηρξαντο άγανακτείν περί Ιακώβου και Ιωάννου» (Μάρκ. ι'41). Αγανάκτησαν οι δέκα μόλις άκουσαν την απαίτηση του Ιάκωβου και του Ιωάννη. Ό θυμός τους δεν προήλθε από το γεγονός ότι αυτοί κατανόησαν καλύτερα και πιο πνευματικά τη Βασιλεία του Χριστού από τα δύο αδέρφια. Ήταν απλά ή ανθρώπινη ζήλεια τους. Μπορεί ή περικοπή αυτή να μάς οδηγήσει να σκεφτούμε πώς ή αντίληψη του Ιούδα για το Χριστό και τη Βασιλεία Του ήταν πιο πνευματική από εκείνην του Ιακώβου και του Ιωάννη; «Γιατί έπρεπε ό Ιάκωβος κι ό Ιωάννης να τοποθετηθούν ψηλότερα από μάς τούς άλλους;» Αυτή ήταν ή κρυφή ερώτηση πού ήθελαν να κάνουν, ή κύρια πηγή της αγανάκτησης και της διαμαρτυρίας των δέκα εναντίον των δύο.

Με το θυμό της ζήλειας τους οι δέκα φανέρωσαν αθέλητα πώς είχαν την ίδια αντίληψη με τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, ή μάλλον πώς δεν είχαν καταλάβει ούτε αυτοί την πνευματική Βασιλεία του Χριστού και την ουράνια δόξα Του. 

Γνωρίζουμε όμως πώς ό Κύριος Ιησούς δέ διάλεξε για μαθητές Του τούς σοφότερους από τούς σοφούς αυτού του κόσμου, άλλ’ αντίθετα τούς άπλοίκότερους από τούς απλούς. Διάλεξε τούς έσχατους, για να τούς κάνει πρώτους. Διάλεξε τούς πιο απλούς, για να τούς μετατρέψει στους πιο σοφούς. Διάλεξε τούς πιο αδύνατους, για ν’ αναδείξει απ’ αυτούς τούς πιο ισχυρούς. Διάλεξε τούς περιφρονημένους, για να τούς κάνει τούς πιο ένδοξους. Κι ό Κύριος πέτυχε στο δύσκολο αυτό έργο τόσο καλά, όπως και σέ κάθε άλλο έργο. Ή θαυματουργική δύναμή Του δέ φάνηκε λιγότερο εδώ απ’ ό,τι όταν γαλήνευε τη θάλασσα ή όταν πολλαπλασίαζε τούς άρτους.

Όταν οι θεόπνευστοι ευαγγελιστές μάς αποκαλύπτουν τις αδυναμίες των μαθητών, πετυχαίνουν δύο στόχους: πρώτα μάς δείχνουν μ’ αυτόν τον τρόπο και τις δικές μας αδυναμίες και δεύτερο δείχνουν τη μεγαλοσύνη και τη δύναμη του Θεού, τη σοφία των μεθόδων πού χρησιμοποιεί για τη θεραπεία και τη σωτηρία των ανθρώπων.
Τώρα, πού οι άλλοι δέκα μαθητές φανέρωσαν την αγνωσία τους για τη δόξα του Χριστού και ταυτόχρονα έδειξαν πώς υπόφεραν κι αυτοί από τη συνηθισμένη ανθρώπινη ζήλεια, ό Κύριος άδραξε την ευκαιρία να τούς δώσει ένα ακόμα μάθημα για την ταπείνωση.

«Ό δέ Ιησούς προσκαλεσμένος αυτούς λέγει αυτοίς οίδατε ότι οι δοκούντες άρχειν των εθνών κατακυριεύουσιν αυτών και οι μεγάλοι αυτών κατεξουσιάζουσιν αυτών ούκ ούτω δέ έστω υμίν, άλλ ος εάν θέλη γενέσθαι μέγας εν υμίν, εσται υμών διάκονος, και ος εάν θέλη ύμών γενέσθαι πρώτος, εσται πάντων δούλος» (Μάρκ. ι'42-44).

Έδώ έχουμε μια καινούργια κατάσταση πραγμάτων. Έδώ έχουμε μια καινούργια κοινωνική συνταγή, άγνωστη κι ανήκουστη στον προ Χριστού ειδωλολατρικό κόσμο. Στους ειδωλολάτρες οι άρχοντες έδειχναν την κυριαρχία τους με τη δύναμη, με τη βία. Οι κυβερνώντες κυβερνούσαν με την αυθεντία της εξουσίας και της δύναμης, της κληρονομιάς ή του πλούτου. Κυβερνούσαν κι εξουσίαζαν. Οι άλλοι υποτάσσονταν από φόβο και τούς υπηρετούσαν με τρόμο. Αυτοί τον εαυτό τους τον λογάριαζαν πρώτο, ανώτερο και καλλίτερο, μόνο και μόνο επειδή βρίσκονταν στην εξουσία λόγω κοινωνικής θέσης, δύναμης και τιμής. Ή κοινωνική θέση, ή δύναμη κι ό πλούτος ήταν ό τρόπος πού μετρούσαν την υπεροχή των ανθρώπων.

Ό Κύριος Ιησούς απορρίπτει τη μέθοδο αυτή και θεσμοθετεί τη διακονία ως μέτρο υπεροχής σ’ εκείνους πού τον πιστεύουν. Πρώτος δεν είναι εκείνος πού τα μάτια των ανθρώπων τον βλέπουν ανεβασμένο ψηλά, άλλ’ αυτός πού οι καρδιές των ανθρώπων νιώθουν ότι είναι καλός. Σέ μια χριστιανική κοινωνία το στέμμα δεν προσφέρει την πρώτη θέση αυτοδίκαια, τα πλούτη κι ή δύναμη δεν απονέμουν ανωτερότητα. Ή κλήση κι ή κοινωνική θέση είναι κενά σχήματα, αν δέ συμπληρώνονται με την υπηρεσία των άλλων στο όνομα του Χριστού. 

Όλα τ’ άλλα εξωτερικά σημάδια και σύμβολα υπεροχής είναι ένα απλό καλειδοσκόπιο, αν ή υπεροχή δεν έχει αποκτηθεί και δικαιωθεί με την υπηρεσία των άλλων. Εκείνος πού παραμένει στην κορυφή με τη βία, βρίσκεται εκεί με μεγάλη ανασφάλεια. Κι όταν πέσει, θα λάβει σίγουρα την κατώτερη θέση. Εκείνος πού αγοράζει την ανωτερότητα του, θα λάβει την ανταπόδοση του από τα χείλη και τα χέρια των ανθρώπων, αλλά θα περιφρονηθεί από τις καρδιές τους. Εκείνος πού στέκεται πάνω από τούς ανθρώπους με τη βία, είναι σα να στέκεται πάνω σέ ηφαίστειο φθόνου και μίσους, ωσότου το ηφαίστειο εκραγεί και χαθεί μες τη λάβα.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙΡΟΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ ΠΕΤΡΟΣ ΜΠΟΤΣΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου