Έλπίς μου ὁ Πατήρ, καταφυγή μου ὁ Υἱός, Σκέπη μου τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον. Τριὰς Ἁγία, δόξα Σοι.

Δεῦτε ἀπὸ θέας Γυναῖκες εὐαγγελίστριαι, καὶ τῇ Σιὼν εἴπατε· Δέχου παρ΄ ἡμῶν Χαρᾶς Εὐαγγέλια, Τῆς Ἀναστάσεως Χριστοῦ. Τέρπου, χόρευε, καὶ ἀγάλλου Ἱερουσαλήμ, τὸν Βασιλέα Χριστόν, θεασαμένη ἐκ τοῦ μνήματος, ὡς Νυμφίον προερχόμενον.


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΡΘΟΔΟΞΑ - ΒΥΖΑΝΤΙΝΑ - ΑΓΓΕΛΙΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΡΘΟΔΟΞΑ - ΒΥΖΑΝΤΙΝΑ - ΑΓΓΕΛΙΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 8 Απριλίου 2018

Η ΕΙΣ ΑΔΟΥ ΚΑΘΟΔΟΣ - ΜΟΝΗ ΧΩΡΑΣ (ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ) ΑΡΧΕΣ ΙΔ΄ΑΙΩΝΑ (ΑΝΩΝΥΜΟΥ) ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΕΙΚΟΝΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΚΥΡΙΟΥ

Η ΕΙΣ ΑΔΟΥ ΚΑΘΟΔΟΣ 

ΑΡΧΕΣ ΙΔ΄ΑΙΩΝΑ (ΑΝΩΝΥΜΟΥ)
ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΕΙΚΟΝΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΚΥΡΙΟΥ
______________________________________________________



Η εκκλησία του Σωτήρα Χριστού της χώρας (Καχριέ Τζαμί) στη Κωνσταντινούπολη χρονολογείται από τον Ε΄ αιώνα και ανοικοδομήθηκε τον ΙΒ΄ αιώνα. Στο παρεκκλήσι δίπλα η κόγχη είναι αφιερωμένη στην Ανάσταση, που καθαρίσθηκε υπό τη διεύθυνση του Βυζαντινού Ινστιτούτου Αμερικής από το μουσουλμανικό ασβέστη.

Στο κέντρο της εικόνας σκιρτά ο Χριστός - κεραυνός, λάμποντας από το άκτιστο φως, Κύριος της Ζωής, γεμάτος με δυναμισμό του Αγίου Πνεύματος και ακτινοβολώντας θείες ενέργειες.
Το πρόσωπό Του εξουσιάζει και κυριαρχεί βασιλικά ως ελευθερωτής μετά τη πασχαλινή λειτουργία που έγινε στον Άδη. Η δύναμη της χειρονομίας του, αυτή η βία, που κυριεύει τους ουρανούς και διέρχεται τους αιθέρες ενισχύεται από το ιμάτιό του που κυματίζει. Περιστοιχίζεται από μια φωτεινή δόξα που αποτελείται από ουράνιες σφαίρες στολισμένες με φωτεινά άστρα και που διασχίζονται από την ακτινοβολία του. Είναι ντυμένος με φως, χαρακτηριστικό του δοξασμένου σώματος και σύμβολο της θείας Δόξας, της θεότητάς Του. Γι' αυτό τα ενδύματά του είναι από μια υπερφυσική λευκότητα και αναφέρονται στα χρώματα του Θαβώρ (στη Μεταμόρφωση). 

Σε άλλες εικόνες, αυτό είναι κίτρινο επίχρυσο και σκεπασμένα με επίβλημα, με χρυσές ακτίνες. Ο Χριστός είναι με βασιλικά ενδύματα, είναι ο Κύριος, αλλά η μόνη δύναμή του είναι η σταυρωμένη Αγάπη και η αήττητη δύναμη του Σταυρού. Σε άλλες εικόνες φέρει στο χέρι του το τρόπαιο της νίκης, το Σταυρό.
Κάτω από τις συντετριμμένες πύλες του Άδη που έσπασε ο Χριστός, απεικονίζεται στο σκοτάδι του σπηλαίου ένας γέρος αναμαλλιασμένος, ή και γυμνός, δεμένος με αλυσίδες και έντρομος, είναι ο θάνατος ή ο Σατανάς. Μέσα στο σκοτάδι είναι πεταμένα και σκορπισμένα τα κλειδιά, οι σύρτες και οι μοχλοί του βασιλείου του Άδη. (συνέτριψε πύλας χαλκάς και μοχλούς σιδηρούς συνέθλασε - Ψαλμ. 106,16)

Με μια δυνατή κίνηση των χεριών του αρπάζει στον Άδη τον Αδάμ και την Εύα, ταραγμένους, ως εκπροσώπους του ανθρωπίνου γένους. Είναι η ανατρεπτική Συνάντηση των δύο Αδάμ που τώρα συμπίπτουν και συνταυτίζονται. Ανέβηκε στο σταυρό για να αναζητήσει αυτόν που χάθηκε και κατέβηκε στον Άδη λέγοντας: Έλα δική μου εικόνα και ομοιότης μου. (Ύμνος αγίου Εφραίμ).
Οι ομάδες αριστερά και δεξιά παριστάνουν το δεύτερο σχέδιο, την ανθρωπότητα, τους ανθρώπους. Είναι οι δίκαιοι και οι προφήτες. (Άβελ, Ενώχ, Ησαϊας, Ιερεμίας). Αριστερά βρίσκονται οι βασιλείς Δαβίδ και Σολομών, προηγούνται από τον Πρόδρομο που εκφράζει τη χειρονομία μάρτυρα και προσδιορίζει το Σωτήρα, είναι πρόδρομος και στον Άδη. Δεξιά ο Μωυσής φέρει τις πλάκες του νόμου. Όλοι αναγνωρίζουν το Σωτήρα και κρατώντας το χέρι του Αδάμ ανέβηκε από τον Άδη και όλοι οι άγιοι τον ακολούθησαν.
Ο Χριστός δεν βγαίνει από τον τάφο, αλλά εκ νεκρών, βγαίνει από τον εξουθενωμένο Άδη σαν από ένα νυμφικό ανάκτορο...
Το Άγιο Πνεύμα εξαφανίζει τα σκοτάδια του θανάτου, το φόβο της Κρίσεως, το βαθύ χάσμα του Άδη. Το φως του μετασχηματίζει τη πασχαλινή νύχτα σε Συμπόσιο Χαράς, εορτή της Συναντήσεως.,

 

http://www.monipetraki.gr/anastasi.html

Τετάρτη 4 Ιουνίου 2014

Ορθοδοξία, Η μεγαλομάρτυς του Χριστού. Φώτης Κόντογλου



Η Εκκλησία είναι το σώμα του Χριστού, κι απαρτίζεται από όσους ανθρώπους πιστεύουνε σ’ Αυτόν ορθά κι αληθινά, όπως εδίδαξε Εκείνος.
Η Ορθόδοξος Εκκλησία είναι «η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία», όπως λέγει το Σύμβολον της Πίστεως. Λέγει «Μία», που θα πη πως δεν υπάρχουν άλλες Εκκλησίες.
Κι αυτή η Μία Εκκλησία είναι η Ορθόδοξος. Οι άλλες που παρουσιάζονται σαν Εκκλησίες, δεν είναι εκκλησίες, αλλά είναι αιρέσεις. Η Ορθόδοξος Εκκλησία είναι η μόνη που κράτησε έως σήμερα όσα παρέλαβε από τους Αποστόλους κι από τους διαδόχους των, τους αγίους Πατέρας.
Η Παπική, η Προτεσταντική κι οι άλλες, μικρότερες, λεγόμενες Εκκλησίες, δεν κρατήσανε ανάλλαχτα όσα παραλάβανε από καταβολής της Χριστιανικής Εκκλησίας, αλλά τα αλλάξανε, κατά τις γνώμες και κατά τα θελήματα των ανθρώπων, και γι’ αυτό σήμερα είναι παραμορφωμένες, σε πολλά μάλιστα σε τέτοιο σημείο, που να αναρωτιέται κανείς, τι σχέση έχουνε με τη διδασκαλία του Χριστού, ορισμένα πράγματα που διδάσκουνε και κάνουνε.
Κατεβάσανε τη θεϊκή διδασκαλία στα μέτρα του αμαρτωλού ανθρώπου, με τις μικρότητες του, με τις μωροφιλοδοξίες του, με τα συμφέροντα του, με τους φυλετικούς εγωισμούς του.
Μ’ αυτό τον τρόπο, αυτές οι λεγόμενες Εκκλησίες, καταντήσανε σαν συστήματα εγκόσμια, όπως όλα τ’ άλλα που αποβλέπουνε σε εγκόσμιες σκοπιμότητες, πολλές φορές με τον πιο αποκρουστικό και σατανικό τρόπο, τόσο, που αντί να τραβούνε προς τον Χριστό τις ψυχές που διψάνε τη σωτηρία, τα απολωλότα αυτά πρόβατα, τα διώχνουνε και τα ρίχνουνε στην αθεΐα και στην αδιαφορία για την ψυχή τους, όπως κάνανε οι Φαρισαίοι, που γι’ αυτούς είπε ο Κύριος, ωργισμένος: «Αλλοίμονο σας, Γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριταί, γιατί κλείνετε τη Βασιλεία των Ουρανών (τη σωτηρία) μπροστά στους ανθρώπους∙ επειδή, μήτε εσείς οι ίδιοι μπαίνετε μέσα, μήτε τους άλλους αφήνετε να μπουν». (Ματθ. κ.γ’ 14).
Οι δήθεν αυτές Εκκλησίες είναι κατά βάθος συστηματικά βολικά, καμωμένα σύμφωνα με τις αδυναμίες και με τις αμαρτωλές επιθυμίες του ανθρώπου, γιατί, με το πρακτικό πνεύμα τους, επιχειρήσανε να καθαρίσουνε τη διδασκαλία του Χριστού από τις τάχα υπερβολές, που είναι απαράδεκτες απ’ αυτό το πρακτικό πνεύμα, όπως είναι, λ.χ. η ακτημοσύνη, η απάθεια, η τέλεια αφοσίωση στον Θεό εξ όλης της ψυχής και εξ’ όλης της διανοίας, δηλ. ο μοναχικός βίος, η αποξένωση από τον κόσμο, από τα του κόσμου, κι’ από την κοινωνική δραστηριότητα, κι από την πολιτική, η πνευματική θεωρία, η εγκατάλειψη του σώματος κ.λ.π.
Αυτά τα θεωρήσανε σαν πράγματα απάνθρωπα κι ακατόρθωτα από τον άνθρωπο, απάνω από τις δυνάμεις του. Και γι’ αυτό, συμβιβάσαμε τον Χριστιανισμό με τις αδυναμίες τους, κάνοντας ένα βολικό Χριστιανισμό, δηλαδή μια ψεύτικη διδασκαλία του Χριστού, διορθωμένη κατά τα εγκόσμια συστήματα, που δεν έχει άλλη σχέση με τον Χριστό, παρεκτός από το όνομά του.
Με άλλα λόγια, αυτές οι Εκκλησίες, που τα βολεύουνε όλα για να τραβάνε εύκολα τους ανθρώπους που δεν αντέχουν στις δοκιμασίες και στους πνευματικούς αγώνες, κατά βάθος δεν αποβλέπουνε στην μέλλουσα ζωή, αλλά σε τούτη, την υλική, και δεν λένε τα λόγια του αποστόλου Παύλου «Ούκ έχομεν ώδε μένουσαν πόλιν, αλλά την μέλλουσαν επιζητούμεν», αλλά λένε τ’ ανάποδο: «Ούκ έχομεν μέλλουσαν πόλιν, αλλά την ώδε μένουσαν επιζητούμεν».
Γι’ αυτό και η λατρεία τους, αντί να έχει το λατρευτικό και λειτουργικό πνεύμα που έχει η Ορθόδοξος Εκκλησία, επήρε κοσμικόν χαρακτήρα, η τελετουργία πήρε θεατρικόν χαρακτήρα, η μουσική κι η ζωγραφική χάσανε το λειτουργικό και πνευματικό ύφος, και καταντήσανε τέχνες κοσμικές, που τις υπηρετούνε άνθρωποι κοσμικοί, όπου δεν έχουνε καμία σχέση με τη Θρησκεία και με την Εκκλησία.
Μ’ όλα ταύτα, αυτές οι λεγόμενες Εκκλησίες, που είναι, όπως είπαμε, αγνώριστες παραμορφώσεις της αληθινής Εκκλησίας του Χριστού, παρουσιάζονται ως οι γνήσιες Εκκλησίες Του, και με εωσφορική έπαρση θέλουνε να ρυθμίζουμε αυτές τα ζητήματα της Χριστιανικής θρησκείας στον κόσμο, και διεκδικούν τις πρωτοκαθεδρίες στα συνέδρια.
Και τούτο γίνεται, επειδή οι χώρες, στις οποίες έχουν στήσει τις έδρες τους αυτές οι ψευτοεκκλησίες, έχουνε σήμερα πολιτική δύναμη και μηχανικόν πολιτισμό, και μ’ αυτά επιβάλλονται απάνω στην ανθρωπότητα.
Ενώ η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία δηλαδή η Ορθόδοξος, η αληθινή κι απαραμόρφωτη Εκκλησία του Χριστού, που δεν άλλαξε δρόμο, χαρακτήρα και εξωτερική έκφραση μέχρι σήμερα, αυτή η «Μία Εκκλησία», που τη θεωρούνε σαν αίρεση οι αιρετικοί, κάθεται συμμαζεμένη, σαν «πτωχός γείτονας».
Κι αυτό γίνεται γιατί δεν αντιπροσωπεύει μεγάλα έθνη, που έχουνε πολιτική δύναμη και μηχανικόν πολιτισμό, δηλ. γιατί δεν έχει απάνω της τα οικόσημα του Σατανά.
Κι αντί να την αναγνωρίζουνε σαν το ακατάλυτο θεμέλιο του Χριστιανισμού, σαν τη σεβάσμια μητέρα των Χριστιανών, που απ’ αυτή διδαχθήκανε τη θρησκεία και πήρανε τα πάντα, πίστη, τελετουργία, εκκλησιαστική τέχνη κ.λ.π., της κάνουνε το δάσκαλο και τον συμβουλάτορα.
Κι αντί να γυρίσουμε πίσω στον αληθινό δρόμο αυτοί οι παραστρατημένοι, που τον αφήσανε και περιπλανηθήκανε στην έρημο της πλάνης, αυτοί έχουνε την αλαζονεία να την καλούνε επιτακτικά να αφήση το δρόμο που της χάραξε ο Κύριος, και να πάη μαζί τους.
Ω, εωσφορική αδιαντροπιά! Οι νόθοι να θεωρούνε για νόθα, τα γνήσια παιδιά της Εκκλησίας, και να κάνουνε κάθε τρόπο να τα ταπεινώσουνε και να τα ποδοπατήσουνε.
Αυτά δεν τα λέγει καμία φαντασία, αυτά τα λέγει η Ιστορία, που δεν μπορεί να την αλλάξη κανένας Ποντίφικας.
Αλλά κοντά στα άλλα γνωρίσματα που πιστοποιούν πως η γνήσια Εκκλησία είναι η Ορθόδοξος, είναι και τούτο: Το ότι αυτή η Εκκλησία καταδιώκεται, δεινοπαθεί, αγωνίζεται, ταπεινώνεται, υποφέρει μαρτύρια, από τον καιρό που εξουσιάζουνε τον κόσμο τα ρωμαϊκά στίφη έως σήμερα.
Αυτή η κακοπάθηση της Ορθοδοξίας είναι περισσότερο ατράνταχτος τίτλος της γνησιότητας της, κι από τα πρωτοτόκια της ακόμα, κατά τον λόγο που είπε ο Κύριος:«Ει εμέ εδίωξαν και υμάς διώξουσι», και «Ος εάν θέλη γενέσθαι μέγας εν υμίν, έσται υμών διάκονος, και ος εάν θέλη υμών γενέσθαι πρώτος, έσται πάντων δούλος» (Μαρ. 10, 43-44).
Ο απόστολος Πέτρος λέγει: «Αγαπητοί, καθ’ ο κοινωνείτε τοις του Χριστού παθήμασι, χαίρετε» (Α’ Πετρ. 4,13).
Κι ο απόστολος Παύλος λέγει: «Ειδότες ότι ώσπερ κοινωνοί έστε των παθημάτων, ούτω και της παρακλήσεως» (Β’ Κορ.1,7).
Και για να μιλήσουμε με συντομία, ο Κύριος δεν εμακάρισε ποτέ τους καλοπερασμένους και τους εξουσιαστές, αλλά τους καταδιωγμένους, τους φτωχούς και τους κατατρεγμένους. Φτωχή και κατατρεγμένη είναι η Ορθόδοξος Εκκλησία, πλούσιες και εξουσιαστικές είναι κάποιες από τις άλλες λεγόμενες Εκκλησίες. Ποιά, λοιπόν, απ’ αυτές είναι η αληθινή, η κατά Χριστόν Εκκλησιά, σύμφωνα με το Ευαγγέλιο;
Ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος γράφει τα εξής λόγια: «Τούτο είναι εκείνο που φανερώνει σε ποιους κατοικεί το Άγιον Πνεύμα, το ότι δεν τους συνηθίζει στην καλοπέραση, στην ανάπαυση και στην αμέριμνη ζωή, αλλά όλο ταλαιπωρίες, πειρασμούς και βάσανα παραχωρεί ο Θεός να τους τυρρανούν».
Και τότε που παρακάλεσε ο απόστολος Παύλος τον Χριστό να τον γλυτώση από κάποιο βάσανο που είχε, και που το λέγει σκόλοπα (αγκάθι), ο Χριστός του είπε: «Σου φθάνει η χάρη μου. Γιατί η δύναμη μου, με τη δική σου την αδυναμία φανερώνεται».
Δηλ. «Δεν σου παίρνω τη δοκιμασία, αλλά σου δίνω τη δύναμη να την υποφέρεις.
Γιατί, αλλιώς, πως θα φανή η δύναμη μου;».
Σύμφωνα μ’ αυτά τα λόγια η Ορθοδοξία έχει την ευλογία να καταδιώκεται.
Ο Εγγλέζος αρχιεπίσκοπος που είχε ταξιδέψει στην Μόσχα παλιώτερα, δήλωσε πως η Ρωσική Εκκλησία κάνει σκληρό αγώνα καταπάνω στην αθεϊστική προπαγάνδα.
Όπου υπάρχει αγώνας για την πίστη, εκεί υπάρχει κι ο Χριστός που είπε: «Η Βασιλεία του Θεού βιάζεται, και οι βιασταί αρπάζουσιν αυτήν».
Αλλά η δική μας Ορθόδοξος Εκκλησία, σε τούτη την πονηρή εποχή της υλοφροσύνης και των συμβιβασμών, έχασε τον ηρωικό χαρακτήρα της, και την ταπεινή επίγνωση της πως είναι η Μία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, και μιλά για Ένωση!
Τα πρόβατα δεν ενώνονται με τους λύκους.
Η Ένωση, αυτό το αιώνιο τροπάρι, που λένε στην τυραννισμένη την Ορθοδοξία εκείνοι που την μισούν και που κοιτάζουνε πάντα να εκμεταλλευθούν τις αγωνίες της, οι «ψευδαδελφοί της», αυτή την Ένωση είναι η ένωση που λέγει ο λύκος στο πρόβατο.
Το κακόμοιρο το πρόβατο ταπεινό και ανύποπτο, κι ο λύκος του λέγει με γλυκειά φωνή:
«Αρνάκι μου, πόσο σ’ αγαπώ!
Να, βλέπεις πως τρέχουνε τα σάλια μου από την αγάπη.
Τώρα θα σε φάω, και θα ενωθούμε»!
Γι’ αυτή την ένωση μιλά ο αγαπητός εν Χριστώ αδελφός μας.‘Ω εσείς, οδηγοί της Ορθοδοξίας, που ερωτοτροπείτε μαζί του, και που απογυμνώνετε την Εκκλησία μας από τον σεβάσμιο και ελληνικό χαρακτήρα της, για να διευκολύνετε αυτή την καταραμένη Ένωση. Αδιάφορο αν το Γένος μας θα το καταπιεί ο Λατίνος, και θα χαθή.
Αλλοίμονο!
Σήμερα λείψανε «οι καλοί ποιμένες οίτινες την ψυχήν αυτών τιθέασιν υπέρ των προβάτων», Θέλουνε να μπάσουνε στο μαντρί τους λύκους μαζί με τα πρόβατα.
Να τι έγραφε για τους Δυτικούς, πριν από 350 χρόνια ένας Πατριάρχης παλληκάρι, που μαρτύρησε για την πίστη: «Εκείνοι οι Ρωμαίοι (Ρωμηοί, Ορθόδοξοι) όπου υπαγαίνουν εις την Ρώμην δια να μάθουν, άλλο δεν μαθαίνουσι, παρά να εναντιούνται των Ρωμαίων. Ούτε εκείνοι όπου διδάσκουν, άλλο δεν τους δείχνουν, παρά να μάθουν να χαλούσι τα δόγματα της ανατολικής Εκκλησίας».
Ο ίδιος έγραφε στον Πάπα: «Αν δεν έχωμεν σοφίαν εξωτέραν (κοσμικήν), έχομεν, χάριτι Χριστού, σοφίαν εσωτέρα και πνευματικήν, η οποία στολίζει την ορθόδοξον πίστιν, και εις τούτο πάντοτε είμεθα ανώτεροι από τους Λατίνους, εις τους κόπους, εις τας σκληραγωγίας, και εις το να σηκώνω μεν τον σταυρόν μας και να χύνωμεν το αίμα μας δια την πίστι και την αγάπην της προς τον Κύριον ημών Ιησού Χριστόν.
Αν είχε βασιλεύσει ο Τούρκος εις την Φραγκίαν δέκα χρόνους, Χριστιανούς εκεί δεν θα εύρισκες. Και εις την Ελλάδα, τώρα τριακοσίους χρόνους ευρίσκονται, και κακοπαθούσιν οι άνθρωποι και βασανίζονται, δια να στέκουν εις την πίστιν τους! Λάμπει η πίστης του Χριστού και το μυστήριον της ευσεβείας, και εσείς μου λέγετε ότι δεν έχομεν σοφίαν; Την σοφίαν σου δεν τη θέλω, ομπρός εις το Σταυρόν του Χριστού».
Έτσι μιλούνε τα παλληκάρια της Ορθοδοξίας, οι Ομολογητάι κι οι Μάρτυρες, εκείνοι που την αγαπούν περισσότερο από τη ζωή τους.
Απόσπασμα από το βιβλίο:
(Σωτήρια μηνύματα για την προστασία μας στους εσχάτους καιρούς,Εκδόσεις “Ορθόδοξος Κυψέλη” Θεσσαλονίκη)
g-titomixelakis.eu

Σάββατο 31 Μαΐου 2014

Τα πράγματα του Θεού είναι απλά..



Ήταν πολύ κουραστικό αυτό το ταξίδι. Είχε, εξάλλου, πολύ καιρό να το κάνει. 
Θυμόταν τον εαυτό του στο Λύκειο, όταν πήγε να επισκεφτεί για τελευταία φορά τη γιαγιά του, 
την κυρα-Θοδόσαινα στα Τρόπαια της Γορτυνίας. 
Και τώρα, τριτοετής φοιτητής της Φιλοσοφικής, να που ξαναπαίρνει τον ίδιο δρόμο.
 Τι τον έκανε να φύγει από την Αθήνα, τη «Βαβυλώνα τη μεγάλη»; Ούτε και ο ίδιος ήξερε.
Πάντως ένα είναι σίγουρο, πως πνιγόταν. Πνιγόταν από τους φίλους, τα μαθήματα, τους γονείς, 
απ’ όλους. Ένιωθε πως κανείς δεν τον καταλάβαινε, κανείς δεν μπορούσε 
να γίνει κοινωνός στην αναζήτησή του για πλέρια αλήθεια και γνησιότητα. 
Κι αυτή ακόμη η χριστιανική του παρέα τον έπνιγε. 
Όλοι τους ήταν τακτοποιημένοι, όλοι τους είχαν ταμπουρωθεί πίσω από κάποιες συνταγές, κάποιες ρετσέτες σωτηρίας και δεν έλεγαν να κουνηθούν από κει. Μα αυτός... Αυτός ήταν διαφορετικός.
Δεν βολευόταν σε σχήματα και σε κουτάκια. 
Ήθελε να βιώσει τον Χριστιανισμό αληθινά, όχι κίβδηλα. 
Να μπει στο νόημα παρευθύς και όχι να καμαρώνεται τον ευσεβή. 
Εξάλλου, του φαινόταν τόσο απλοϊκό και ανόητο να υιοθετήσει μια τυποκρατική 
και ευσεβιστική χριστιανική βιωτή τη στιγμή που η ίδια του η επιστήμη, 
αλλά και η έμφυτη τάση του γι’ αναζήτηση, για ψάξιμο και ψηλάφηση του αληθινού 
τον ωθούσε προς μια άλλη ζωή. Μα, πόσο δύσκολο ήταν, Θεέ μου! Πόσο βασανιζόταν! 
Κάποια στιγμή ένιωσε πως είχε φτάσει στο απροχώρητο. Το κεφάλι του πήγαινε να σπάσει...
- Πάω στη γιαγιά μου στα Τρόπαια, φώναξε μια μέρα στο σπίτι και αφήνοντας πίσω του 
φωνές για μαθήματα και εξετάσεις, μήτε ο ίδιος ξέρει πότε, βρέθηκε στο λεωφορείο.
Και να που ζύγωνε στο σπίτι της γιαγιάς του. Ντάλα ο ήλιος πάνω από το κεφάλι του 
κι από παντού να έρχονται χίλιες ευωδιές από την ανοιξιάτικη, αρκαδική φύση. 
Δεν πρόλαβε όμως ο άμοιρος να ρουφήξει λίγο βουνίσιο αέρα, όταν ακούστηκε 
η γνώριμη τσιριχτή φωνή της γειτόνισσας:
- Μαριγώωωω! Τρέξε καλέ, ήρθε ο Αλέκος! Την επόμενη στιγμή είδε να ξεπροβάλλει 
από το πλινθόκτιστο σπιτάκι η γιαγιά του σκουπίζοντας τα παχουλά της χέρια στην ποδιά της 
και λέγοντας:
- Καλώς τον πασά μου, καλώς τον γιόκα μου, καλώς ήρθες, Αλέκο μου! 
Κι αμέσως βρέθηκε στην αγκαλιά της. Τι ήταν αυτό; Σα να μπήκε σε λιμάνι απάνεμο, 
σα να του έφυγε όλη η αντάρα του μυαλού του.
Ξαφνικά άδειασε και την αγκάλιασε κι αυτός.
- Καλώς σε βρήκα, γιαγιά.
- Κόπιασε, γιε μου, να ξαποστάσεις.
Μόλις μπήκε στο χαμηλοτάβανο σπιτάκι, τον συνεπήρε η μυρωδιά της σπανακόπιτας 
και του λιβανιού.
Σίγουρα η γιαγιά είχε φουρνίσει από το πρωί ακόμη και είχε λιβανίσει το σπίτι 
τρεις- τέσσερις φορές. 


 
- Πάλι λιβάνι γιαγιά; 
- Α! Όλα κι όλα, άμα δεν κάνω τα θεοτικά μου τρεις φορές την ημέρα, δεν μπορώ να κοιμηθώ.
- Και σαν τι λες;
- Μνήσθητί μου, Κύριε! Ό,τι λέει η Σύνοψη.
- Και τα εννοείς;
- Γιέ μου, αυτά είναι μυστήρια του Θεού, ποιος να τα εννοήσει; Αλλά μη γνοιάζεσαι, 
σα δεν καταλαβαίνω εγώ, νογά ο Θεός και βλέπει τον κόπο μου, νογά κι ο Διάολος και καίγεται.
- Χμ, καλά τα λες, είπε συγκαταβατικά.
- Στάσου, να σου φέρω λίγη σπανακόπιτα, μόλις την έβγαλα από το φούρνο. 
Κι έφυγε αμέσως για την κουζίνα, το βασίλειό της. Ο Αλέκος έμεινε μόνος του στο καθιστικό. 
Αισθανόταν άνετα και ζεστά εκεί, μολονότι ήξερε πως, εάν έκανε τη ζωή της γιαγιάς του 
σε τούτο το χωριό, σίγουρα θα τρελαινόταν. Η καημένη! Δεν ήξερε πολλά γράμματα, 
αλλά το Ευαγγέλιο δεν έλεγε να το αφήσει από τα χέρια της.
Μέρα – νύχτα το διάβαζε. Όταν λέει «γιαγιά Μαριγώ» του ‘ρχεται πάντα η ίδια εικόνα 
στο μυαλό: Μια γριούλα παχουλή, με σφιχτοδεμένο κότσο να κάθεται στην πολυθρόνα 
και να διαβάζει το Ευαγγέλιο ψιθυριστά. Δυστυχώς, η γιαγιά δεν ήξερε τίποτα από Φιλοσοφία. 
Θυμάται μια φορά που της ανέφερε τον Heidegger. Τον κοίταξε με τρόμο στα μάτια και είπε:
- Παναγιά μου, οι Γερμανοί, ο Θεός να φυλάει την Ελλάδα μας! Η καημένη ήταν αδαής. 
Δεν αναζητούσε καμιά αλήθεια. Δεν σκοτιζόταν για καμιά ψυχολογική σχολή. 
Ο Αλέκος έριξε μια ματιά στον τοίχο, αμέτρητες εικόνες. 
Η γιαγιά είχε μαζέψει όλους τους Αγίους της οικογένειας. Κι όμως αρκούσε ένας σταυρός.
- Γιαγιά, τι τις θες τόσες εικόνες;
- Μνήσθητί μου, Κύριε! Και πώς θα παρακαλέσω τον Αγιαλέξανδρο, σαν δεν έχω 
την εικόνα του; Άσε το άλλο, κάθε φορά που γιορτάζει Άγιος με εικόνα, το σπίτι έχει πανηγύρι. 
Άσε όμως αυτά, πες μου τα δικά σου, παλικάρι μου.
Και τότε, άγνωστο γιατί, ο Αλέκος άνοιξε την καρδιά του όπως δεν την είχε ανοίξει ποτέ, 
ούτε στον πνευματικό του, ούτε και στους γέροντες στο Άγιον Όρος όπου βρισκόταν 
συχνά – πυκνά. Της είπε για τις αγωνίες του, τη βασανιστική του πορεία για ανεύρεση 
της αλήθειας, την προσπάθεια ελευθερώσεως του εαυτού του από τα δεσμά της 
συμβατικότητας και του ηθικισμού, ώστε να ‘ρθει σε κοινωνία αληθινή με 
το πρόσωπο του πλησίον.
Της είπε ακόμη για την αδυναμία του να σταθεί μπροστά στο Θεό 
χωρίς τη μάσκα του ευσεβή που τον στοιχειώνει από τα παιδικά του χρόνια. 
Της είπε, της είπε, της είπε... και τι δεν της είπε. Ακολούθησε μια μεγάλη παύση. 
Η κυρα-Θοδόσαινα έκανε τον σταυρό της αργά – αργά και είπε:

- Μνήσθητί μου, Κύριε! Δεν κατάλαβα γρι. Μπερδεμένα μου τα λες, 
ματάκια μου. Και θαρρώ πως τα ‘χεις και στο μυαλό σου μπερδεμένα. 
Ευαγγέλιο διαβάζεις;
- Ορίστε;
- Εκκλησία πας;
- Δεν καταλαβαίνω ...
- Την προσευχή σου την κάμεις;
- Τι εννοείς, γιαγιά;
- Τον πλησίον σου τον συντρέχεις;
- Θαρρώ πως δε με κατάλαβες.
- Αχ παιδάκι μου, εσύ εννοείς να καταλάβεις πως τα πράγματα του Θεού είναι απλά. 
Δε χρειάζονται πολλές θεωρίες μήτε αξημέρωτες συζητήσεις. 
Μονάχα τούτο χρειάζεται, να ξαστερώσεις από τις φιλοσοφίες και να πιαστείς 
από το ρούχο του Χριστού σαν εκείνη τη γυναίκα στο Ευαγγέλιο, να δεις πως τη λένε... 
την ξέχασα, δεν πειράζει. Τα άλλα όλα θα τα κανονίσει ο Χριστός. Είναι δικές του δουλειές.
Άσε Τον. Ξέρει τι κάνει.
Δεν κάθισε πολύ στα Τρόπαια, στο σπίτι της γιαγιάς του. Μια – δυο μέρες. Ήταν αρκετές. 
Είδε πράγματα που θα τον συνόδευαν για πολύ καιρό. 
Είδε τη γιαγιά του να κάνει ατελείωτες μετάνοιες. 
Την είδε να συντρέχει τη χήρα με τα τρία βυζανιάρικα παιδιά. 
Την είδε να μαζεύει στο σπίτι της κάθε λογής κουρασμένο στρατοκόπο και να αποθέτει 
στα χέρια των φτωχών ολάκερη τη σύνταξη του μακαρίτη. 
Την είδε να κοινωνά την Κυριακή και να λάμπει σαν τον ήλιο όλη τη μέρα.
Μυστήρια του Θεού! Σαν έφυγε με το λεωφορείο για την Αθήνα στριμωγμένος σ' ένα κάθισμα 
κρατώντας κεφτεδάκια (πεσκέσι της γιαγιάς) σκεφτόταν όσα έζησε τούτες τις λίγες μέρες. 
Μια μυρωδιά λιβανιού του 'ρθε στη μύτη και μια φωνή να του υπενθυμίζει: 
«Τα πράγματα του Θεού είναι απλά».
- Λες να 'ναι έτσι; Μνήσθητί μου, Κύριε!

ΠΗΓΗ.ΑΗΔΟΝΙ
http://tokandylaki.blogspot.gr/

Τρίτη 22 Απριλίου 2014

Ἡ ἑρμηνεία τῆς εἰκόνας τῆς Ἀναστάσεως.

Ἡ εἰκόνα τῆς Ἀναστάσεως στὴν ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔχει δύο τύπους: Ὁ ἕνας εἶναι ἡ κάθοδος τοῦ Χριστοῦ στὸν Ἅδη, ὁ δεύτερος εἰκονογραφικὸς τύπος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ εἰκονίζει ἄλλοτε τὸν Πέτρο καὶ τὸν Ἰωάννη στὸ κενὸ Μνημεῖο καὶ ἄλλοτε τὸν ἄγγελο ποὺ «ἐπὶ τὸν λίθο καθήμενος» ἐμφανίστηκε στὶς Μυροφόρες. Ἀργότερα ἡ εἰκόνα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ τύπου αὐτοῦ πλουτίστηκε μὲ τὶς σκηνὲς τῆς ἐμφάνισης τοῦ Χριστοῦ στὴ Μαρία Μαγδαληνὴ (τὸ «Μὴ μοῦ ἅπτου») καὶ στὶς δύο Μαρίες (τὸ «Χαῖρε τῶν Μυροφόρων»).
Ὁ Λεωνίδας Οὐσπένσκη γράφει σχετικά: «Οἱ δύο αὐτὲς συνθέσεις χρησιμοποιοῦνται στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὡς εἰκόνες τῆς Ἀναστάσεως. Στὴν παραδοσιακὴ ὀρθόδοξη ἁγιογραφία ἡ πραγματικὴ στιγμὴ τῆς Ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ οὐδέποτε ἀπεικονίστηκε. Τόσο τὰ Εὐαγγέλια, ὅσο καὶ ἡ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, σιγοῦν γιὰ τὴ στιγμὴ αὐτὴ καὶ δὲ λένε πῶς ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε, πράγμα ποὺ δὲν κάνουν γιὰ τὴν Ἔγερση τοῦ Λαζάρου. Οὔτε ἡ εἰκόνα δείχνει αὐτό.
Ἡ σιγὴ αὐτὴ ἐκφράζει καθαρὰ τὴ διαφορὰ ποὺ ὑπάρχει μεταξὺ τῶν δύο γεγονότων. Ἡ Ἔγερση τοῦ Λαζάρου ἦταν ἕνα θαῦμα, τὸ ὁποῖο μποροῦσαν ὅλοι νὰ κατανοήσουν, ἐνῶ ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ἦταν ἀπρόσιτη σὲ ὁποιαδήποτε ἀντίληψη… Ὁ ἀνεξιχνίαστος χαρακτήρας τοῦ γεγονότος αὐτοῦ γιὰ τὸν ἀνθρώπινο νοῦ καὶ συνεπῶς τὸ ἀδύνατο τῆς ἀπεικόνισής του εἶναι ὁ λόγος ποὺ ἀπουσιάζουν εἰκόνες αὐτῆς ταύτης τῆς Αναστάσεως.
Γι᾿ αὐτὸ στὴν Ὀρθόδοξη εἰκονογραφία ὑπάρχουν δύο εἰκόνες, ποὺ ἀντιστοιχοῦν στὴ σημασία τοῦ γεγονότος αὐτοῦ καὶ ποὺ συμπληρώνουν ἡ μία τὴν ἄλλη. Ἡ μία εἶναι συμβολικὴ παράσταση. Ἀπεικονίζει τὴ στιγμὴ ποὺ προηγήθηκε τῆς θεόσωμης Ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ – τὴν Κάθοδο στὸν Ἅδη, ἡ ἄλλη τὴ στιγμὴ ποὺ ἀκολούθησε τὴν Ἀνάσταση τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, τὴν ἱστορικὴ ἐπίσκεψη τῶν Μυροφόρων στὸν Τάφο τοῦ Χριστοῦ».
Τὰ παραπάνω συμφωνοῦν καὶ μὲ τὰ ἀναστάσιμα τροπάρια τῆς Ἐκκλησίας μας, ποὺ ὑπογραμμίζουν τὸ ἀνεξιχνίαστο μυστήριο τῆς Ἀναστάσεως καὶ τὸ παραλληλίζουν μὲ τὴ Γέννηση τοῦ Κυρίου ἀπὸ τὴν Παρθένο καὶ τὴν ἐμφάνισή του στοὺς μαθητὲς μετὰ τὴν Ἀνάσταση («Προῆλθες ἐκ τοῦ μνήματος, καθὼς ἐτέχθης ἐκ τῆς Θεοτόκου». «Ὥσπερ ἐξῆλθες ἐσφραγισμένου τοῦ τάφου, οὕτως εἰσῆλθες καὶ τῶν θυρῶν κεκλεισμένων πρὸς τοὺς μαθητάς σου»).
Ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς παραπάνω δύο τύπους τῆς Ἀναστάσεως, συναντᾶμε στοὺς ναούς μας κι ἄλλο τύπο: αὐτὸν ποὺ δείχνει τὸ Χριστὸ γυμνό, μ᾿ ἕνα μανδύα ριγμένο, πάνω του νὰ βγαίνει ἀπὸ τὸν Τάφο κρατώντας κόκκινη σημαία. Ἡ εἰκόνα αὐτὴ δὲν εἶναι ὀρθόδοξη, ἀλλὰ δυτική. Ἐπικράτησε στὴν Ἀνατολή, ὅταν ἡ ὀρθόδοξη ἁγιογραφία ἀποκόπηκε ἀπὸ τὶς ρίζες της, τὴ βυζαντινὴ παράδοση, λόγω τῆς ἐπικράτησης τῆς ζωγραφικῆς της Ἀναγέννησης.
Ὑποστηρίχθηκε πῶς «ἡ μεγάλη προτίμηση γιὰ τὴν δυτικότροπη ἀπόδοση τῆς Ἀναστάσεως ὀφείλεται, μεταξὺ τῶν ἄλλων, καὶ στὴν ἐπίδραση τῶν προσκυνητῶν τῶν Ἁγίων Τόπων, γιατί πάνω ἀπὸ τὴν εἴσοδο τοῦ Παναγίου Τάφου βρισκόταν παρόμοια (δυτικότροπη) εἰκόνα τῆς Ἀναστάσεως, πού, ἀντιγραφόμενη στὰ διάφορα ἐνθύμια τῶν προσκυνητῶν, ἔγινε ὑπόδειγμα γιὰ πολλοὺς ζωγράφους. Ὥστε μποροῦμε νὰ ποῦμε πώς, ὁ συγκεκριμένος εἰκονογραφικὸς τύπος, διαδόθηκε τόσο ἀπὸ τὴ δυτικὴ τέχνη, ὅσο καὶ ἀπ᾿ τοὺς Ἁγίους Τόπους» (Εἰκόνες τῆς κρητικῆς τέχνης… σ. 357).
Παρακάτω θὰ παρουσιάσουμε καὶ θὰ ἀναλύσουμε τὴν εἰκόνα τῆς Ἀναστάσεως, ποὺ λέγεται καὶ «Ἡ εἰς ᾍδου Κάθοδος, γιατὶ εἶναι ἡ γνήσια εἰκὼν τῆς Ἀναστάσεως, ἣν παρέδωσαν ἡμῖν οἱ παλαιοὶ ἁγιογράφοι, σύμφωνος μὲ τὴν ὑμνωδίαν τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἐκφράζει δὲ διὰ τῆς ζωγραφικῆς ὅσα ἱερὰ καὶ συμβολικὰ νοήματα ἐκφράζει ἴδια τὸ πασίγνωστον καὶ ὑπὸ πάντων ψαλλόμενον, ἀπὸ παίδων ἕως γερόντων, τροπάριον, «Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτω θάνατον πατήσας καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωὴν χαρισάμενος» (Φ. Κόντογλου).
Περιγραφὴ τῆς εἰκόνας Στὴ βάση τῆς εἰκόνας ἀνάμεσά σε ἀπότομους βράχους, ἀνοίγεται μία σκοτεινὴ ἄβυσσος. Διακρίνουμε Τίς μαρμάρινες σαρκοφάγους, Τίς πύλες τῆς κολάσεως μὲ Τίς σκόρπιες κλειδαριές, καρφιὰ καὶ κλεῖθρα, καθὼς καὶ Τίς μορφὲς τοῦ σατανᾶ καὶ τοῦ Ἅδη μὲ τὰ φοβισμένα πρόσωπα καὶ τὰ γυάλινα μάτια. Εἶναι τὰ «κατώτατά της γής», «τὰ ταμεῖα τοῦ ᾍδου», ὅπου κατέβηκε ὁ Κύριος γιὰ νὰ κηρύξει τὴ σωτηρία «τοῖς ἀπ᾿ αἰῶνος ἐκεῖ καθεύδουσι».
Πάνω ἀπὸ τὸ σπήλαιο, στὸ κέντρο τῆς εἰκόνας, προβάλλει ὁ νικητὴς τοῦ θανάτου, ὁ Χριστός. Ὁ φωτοστέφανος τῆς κεφαλῆς του, τὰ χρυσοκόκκινα ἱμάτιά του ποὺ ἀκτινοβολοῦν, καὶ ἡ θριαμβευτικὴ ὄψη τοῦ προσώπου τοῦ ἐναρμονίζονται πλήρως μὲ τὸ δίστιχο τῆς πασχαλινῆς ἀκολουθίας:
Χριστὸς κατελθὼν πρὸς πάλην ᾍδου μόνος, Λαβὼν ἀνῆλθε πολλὰ τῆς νίκης σκύλα (=λάφυρα). Ὁ Χριστὸς ἐπιστρέφει τροπαιοῦχος ἀπὸ τὴ μάχη του μὲ τὸν ἅδη κρατώντας τὰ πρῶτα λάφυρα τῆς νίκης. Εἶναι ὁ Ἀδὰμ ποὺ τὸν κρατάει ἀπὸ τὸ χέρι, ἐνῶ ἐκεῖνος γονατιστὸς τὸν κοιτάζει εὐχαριστιακά. Πίσω του ἡ Εὔα μὲ κατακόκκινο μαφόριο καὶ κοντά της οἱ δίκαιοι, ποὺ περίμεναν μὲ πίστη τὴν ἔλευση τοῦ Λυτρωτῆ. Ἀνάμεσά τους ὁ Ἄβελ ποὺ πρῶτος γεύτηκε τὸν θάνατο. Στὴν ἀριστερὴ πλευρὰ εἰκονίζονται οἱ βασιλεῖς καὶ οἱ προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης Δαβίδ, Σολομών, Μωυσῆς, Πρόδρομος κ.α.
Ὅλοι αὐτοὶ ἀναγνώρισαν τὸ Λυτρωτὴ ὅταν κατέβηκε στὸν ἅδη καὶ προετοίμασαν τὸ κήρυγμά του, ὥστε νὰ βρεῖ ἀνταπόκριση στὶς ψυχὲς τῶν κεκοιμημένων. Σὲ μερικὲς εἰκόνες ἡ παράσταση τοῦ τροπαιούχου Κυρίου εἶναι πιὸ ἐκφραστική, γιατὶ σ᾿ αὐτὲς ὁ Κύριος κρατάει στὸ χέρι τοῦ τὸ ζωηφόρο Σταυρό, τῆς εὐσεβείας τὸ «ἀήττητον τρόπαιον», μὲ τὸν ὁποῖο καταργήθηκε ἡ δύναμη καὶ τὸ κράτος τοῦ θανάτου. Ἀλλοῦ ἔχουμε στὸ ἐπάνω μέρος τῆς εἰκόνας δύο ἀγγέλους ποὺ κρατοῦν στὰ χέρια τοὺς τὰ σύμβολα τοῦ Πάθους καὶ στὸ σπήλαιο τὸ θάνατο νὰ παριστάνεται μὲ γέροντα ἁλυσοδεμένο. Εἶναι δεμένος ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους μὲ τὰ ἴδια δεσμά, μὲ τὰ ὁποῖα εἶχε δέσμιο καὶ ὑποχείριο τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων. Τὴν παράσταση κλείνουν δύο γκρίζοι βράχοι μὲ ἐπίπεδους ἐξῶστες καὶ οἱ ἐπιγραφές: «Η ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ» καὶ «ΙΣ ΧΣ».
Ὡραῖα παρατηρήθηκε, πῶς «ἡ σύνθεση τῆς εἰκόνας εἶναι βαθιὰ μελετημένη, ἀκόμα καὶ στὶς μικρότερες λεπτομέρειές της. Ὅλα, ἀπὸ τὸ σχῆμα τῶν βράχων στὸ δεύτερο ἐπίπεδο ὡς καὶ τὶς ἀναλογίες τῶν χρωμάτων, περιέχουν ἕνα βαθύτερο νόημα καὶ ὑπακούουν σ᾿ ἕνα γενικὸ σχέδιο. Ἡ εἰκαστικὴ ἀπεικόνιση τοῦ ἀπόκρυφου κειμένου ἀποκτᾶ συμβολικὸ χαρακτήρα. Ταυτόχρονα, ὅμως, δὲν χάνεται ἡ σχέση μὲ τὰ συγκεκριμένα ἐπεισόδια τοῦ κειμένου»
 
Ἀπὸ τὸ βιβλίο, «Ὁ Μυστικὸς Κόσμος τῶν Βυζαντινῶν Εἰκόνων» 
 Ἔκδ. Ἀποστολικὴ Διακονία
 
http://agios-dimitrios.blogspot.gr/Πηγή:imaik.gr

«Ἡ Ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ ἐν τῇ Ἁγιογραφίᾳ» «Ἡ Βυζαντινὴ Εἰκονογραφία» Φώτιος Κόντογλου

 
Ὁ Φώτιος Κόντογλου ἑρμηνεύοντας τὴν εἰκόνα τῆς Ἀναστάσεως μᾶς λέγει: (Ο.Τ. ἀρ. φύλ. 51, Ἀπρίλιος 1965): 
«Ἡ Ἀνάστασις τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ζωγραφίζεται εἰς τὴν ὀρθόδοξον ἁγιογραφίαν μὲ τὴν πνευματικὴν ἀναγωγήν, ἡ ὁποία ὑπάρχει γενικῶς εἰς τὴν ἱερὰν αὐτὴν καὶ λειτουργικὴν τέχνην. Ἐν αὐτῇ πᾶν εἰκονιζόμενον διὰ σχημάτων καὶ χρωμάτων καθίσταται πνευματικὸν κατὰ τὴν ἔννοιαν τὴν ὁποίαν δίδει εἰς τὸ πνευματικὸν ἡ χριστιανικὴ θρησκεία καὶ ὄχι ἡ κατὰ κόσμον σοφία. Ἀντιθέτως, ἡ θρησκευτικὴ εἰκονογραφία τῆς Δύσεως εἶναι τελείως ἄμοιρος τοιαύτης πνευματικότητος καὶ εἶναι ἁπλῶς μιὰ τεχνη ἀναπαραστατική, θέτουσα εἰς ἑαυτὴν ὡς σκοπὸν νὰ ἀναπαραστήση, διὰ τῆς ἀποδόσως κατὰ φυσικόν, τεχνιτὸν τρόπον τῶν στοιχείων τοῦ φυσικοῦ κόσμου, (ὅπως εἶναι εἰς τὸν φυσικὸν κόσμον), ἕν ἱερὸν πρόσωπον ἤ μίαν σκηνὴν ἐμπνευσμένην ἀπὸ τὰ ἱερὰ βιβλία καὶ διὰ τῆς τοιαύτης ἀναπαραστάσεως ἐπιδιώκει νὰ συγκινήση τὸν θεατήν. (Εἰς τὴν δυτικὴν λοιπὸν ἁγιογραφίαν ὑπάρχει τὸ φυσικὸν καὶ προσπαθεῖ μὲ αὐτὴν τὴν ἀναπαράστασιν νὰ συγκινήση τὸν θεατήν). Καὶ λέγω θεατὴν καὶ ὄχι προσκυνητήν, διότι οἱ τοιοῦτοι ζωγραφικοὶ πίνακες θεῶνται, (τοὺς βλέπομε καὶ τοὺς ἔχομε διὰ στολισμόν), ἐνῶ αἱ λειτουργικαὶ εἰκόνες προσκυνοῦνται (ἄλλο τὸ θέαμα ἄλλο ἡ προσκύνησις). Εἰς τοὺς πίνακας τῆς εἰκονογραφικῆς τέχνης τῆς Δύσεως τὴν πνευματικότητα τὴν ἔχει ἀντικαταστήσει ἡ κοινὴ συναισθηματικότης καὶ ἔτσι ἀντὶ τῆς κατανύξως, τὴν ὁποίαν προκαλοῦν εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ χριστιανοῦ αἱ λειτουργικαὶ εἰκόνες καὶ γενικῶς αἱ λειτουργικαὶ τέχναι τῆς Ἐκκλησίας μας, οἱ θρησκευτικοὶ πίνακες τῆς Δύσεως, προκαλοῦν ἁπλῶς συγκίνησιν, ὅπως λ.χ. ἕνα δραματικὸν ἔργον παριστώμενον ἐπὶ σκηνῆς θεάτρου. Δι᾽ αὐτὸν τὸν λόγον, (δηλαδὴ εἰς τὴν δύσιν ἔχομεν ἁπλῶς συγκίνησιν, ἐνῷ εἰς τὴν Ὀρθοδοξίαν μας ἀπὸ μίαν κατανυκτικὴν εἰκόνα προκαλεῖται κατάνυξις) οἱ πίνακες τῶν ζωγράφων τῆς δυτικῆς θρησκευτικῆς τέχνης, ὅπως π.χ. τῆς Ἰταλικῆς Ἀναγεννήσως, χρησιμεύουν ὡς πρότυπα διὰ τὴν κατασκευὴν κινηματογραφικῶν ταινιῶν, ποὺ ἔχουν κάποιο θρησκευτικὸν θέμα, ὅπως εἶναι τὰ πάθη τοῦ Χριστοῦ, τὰ μαρτύρια τῶν Χριστιανῶν εἰς τὸ Κολοσσαῖον καὶ τὰ τοιαῦτα καὶ τῶν ὁποίων ἡ ὑπόθεσις καὶ ἡ συναισθηματικὴ πλοκὴ λαμβάνεται ἐπίσης ἀπὸ λογοτεχνικὰ ἀναπαραστατικὰ ἔργα, ὅπως εἶναι π.χ. τὸ ἔργο Κβό Βάντις (Quo vadis) (ἑνὸς πολωνοῦ συγγραφέως).
Ἡ λειτουργικὴ εἰκονογραφία ἡ ἄλλως ὀνομαζομένη ἁγιογραφία ἤ βυζαντινὴ ζωγραφική, ὑπερέχει τῆς ἄλλης τῆς ἀναπαραστατικῆς θρησκευτικῆς ζωγραφικῆς, ὅσον ὑπερέχει τὸ Εὐαγγέλιον ἀπέναντι τῶν συγγραμμάτων τῆς ἀνθρωπίνης γνώσεως, ὅσον ὑπερέχει τὸ πνεῦμα, ἀπέναντι τῆς ὕλης, ὅσον ὑπερέχει ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἀπέναντι τῆς ἐν τῷ κόσμῳ τούτου ἀνέσεως.
Κατὰ ταῦτα ἡ Ἀνάστασις τοῦ Σωτῆρος παρίσταται, εἰς τὴν ἡμετέραν ὀρθόδοξον ἁγιογραφίαν κατὰ τρόπον θεολογικόν, ἐν λειτουργικῇ εἰκόνι, ἡ ὁποία προκαλεῖ κατάνυξιν τοῦ χριστιανοῦ καὶ ὄχι τὴν συγκίνησιν καὶ τὴν τέρψιν τῶν ὀφθαλμῶν του. Ἡ εἰκόνα αὐτὴ τῆς Ἀναστάσεως δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ μόνον ἡ διὰ χρωμάτων καὶ σχημάτων ἔκφρασις καὶ διατύπωσις τῶν αὐτῶν ἱερῶν ἐννοιῶν, αἱ ὁποῖαι ἐκφράζονται διὰ τοῦ λειτουργικοῦ λόγου καὶ τῆς λειτουργικῆς μουσικῆς εἰς τὸ ἐξαίσιον τροπάριον τοῦ Πάσχα: «Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν θανάτῳ θάνατον πατήσας καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωὴν χαρισάμενος». (Αὐτὸ δηλαδὴ ποὺ λέμε εἰς τὴν ὑμνωδίαν μας καὶ εἰς τὴν ὑμνολογίαν μας αὐτὸ θέλει νὰ μᾶς μεταδώση καὶ ἡ ὀρθόδοξος εἰκονογραφία μας).
Εἰς τὸ μέσον παρίσταται ὁ Κύριος ἐν μεγάλῳ σχήματι κραταιὸς λυτρωτής, εἰς στάσιν βιαίαν μὲν ἀλλὰ ὄχι παράφορον, σύρων ἐκ τῶν μνημάτων τοὺς πρωτοπλάστους τὸν Ἀδάμ διὰ τῆς δεξιᾶς χειρὸς καὶ τὴν Εὔαν διὰ τῆς ἀριστερᾶς. (Αὐτὸ φαίνεται καλλίτερα, εἰς τὴν εἰκόνα τοῦ Καχριὲ Τζαμί). 
Οἱ ἄχραντοι πόδες Του διὰ σφοδρᾶς κινήσεως καταπατοῦν τὸν θάνατον, («θανάτῳ θάνατον πατήσας») στένοντα καὶ τρέμοντα ἐντὸς ζοφεροῦ ἄντρου. (Τὸ ἄντρον αὐτὸ εἶναι ὁ Ἅδης καὶ ἐδῶ καὶ ὁ θάνατος καταπατεῖται ἀπὸ τὸν Χριστὸν μας) καὶ καταπλακωμένον κάτωθεν τῶν σιδηρῶν καὶ ἀκαταλύτων πυλῶν αὐτοῦ (οἱ πύλες τοῦ Ἅδου τώρα τὸν ἔχουν πλακώσει, τὸν ἔχουν καταπατήσει τὸν θάνατον. Τὶς πλάκες λοιπὸν τὶς ἔσπασε ὁ Χριστός μας. Καὶ τώρα πατεῖ ὁ Κύριος ἐπάνω σ᾽αὐτὲς τὶς πλάκες, ποὺ ἔχουν διαλυθῆ πλέον). Ἐντὸς τοῦ σκοτεινοῦ βαράθρου παριστῶνται συμβολικῶς μοχλοὶ θραυσμένοι, κλεῖθρα, κλεῖδες, ἁλύσεις, καρφιὰ ἐσκφεδονιζόμενα ὡς δι᾽ ὑπερφυοῦς τινος ἐκρήξεως (Βρύει γεμᾶτο ἀπὸ κλειδιά, καρφιά, καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἶχε, διὰ νὰ κλείνη τοὺς ἀνθρώπους μέσα εἰς τὸν ἅδη).
Τὸ πρόσωπον τοῦ Λυτρωτοῦ εἶναι αὐστηρόν, ἀλλὰ ἡ αὐστηρὰ ἔκφρασις αὐτοῦ εἶναι συγκερασμένη μετὰ πραότητος καὶ μεγαθυμίας. Εἰς τὰς χεῖρας καὶ τοὺς πόδας φέρει τοὺς τύπους τῶν ἥλων, τὰ φοβερὰ σημεῖα ἐκ τῶν ὁποίων προῆλθεν ἡ κραταιὰ νίκη τοῦ ἐπὶ τοῦ κάτωθεν τῶν αἱμασσόντων ἀχράντων ποδῶν κατακειμένου θανάτου. (Διὰ του σταυρικοῦ Του θανάτου ἐπάτησε τὸν θάνατον). Ὁ Κύριος εἶναι περιβεβλημένος κυανοῦν εὐρύπτυχον ἱμάτιον μετὰ χρυσοειδῶν μαρμαρυγῶν, τὸ ὁποῖον κυματίζει ἄνωθεν τῆς κεφαλῆς Αὐτοῦ εἰς τὸν καινὸν (τὸν καινούργιον) καὶ πανεφρόσυνον ἀέρα τῆς παλιγγενεσίας.
Ἐκ δεξιῶν παρίστανται οἱ ἐν τῷ Ἅδῃ καθειργμένοι δίκαιοι καὶ πατριάρχαι (ὅλοι ὅσοι περίμεναν αὐτὴν τὴν εὐλογημένην ἡμέραν) οἱ πρὸ αἰώνων θανόντες, ὁ Ἐνώχ, ὁ Ἀβραάμ, ὁ Ἰσαάκ, ὁ Ἰακώβ, ὁ Μωϋσῆς, ὁ Ἠλίας, ὁ Δαυΐδ, ὁ Σολομὼν καὶ ἄλλοι ἐκτείνοντες τὰς χεῖρας πρὸς τὸν Λυτρωτὴν εἰς σχῆμα ἱκεσίας, ἐξ ἀριστερῶν δὲ παρίσταται ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος ὑποδεχόμενος τὸν Κύριον ἐν τῷ Ἅδῃ ὡς ὑπεδέχθη Αὐτὸν καὶ πρότερον σαρκωθέντα ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ ζωγραφίζεται οὕτω ἐν τῇ εἰκόνι τῆς Ἀναστάσεως κατὰ τὸ ρῆμα τοῦ ὑμνωδοῦ, ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι μετὰ τὴν ἀποτομὴν αὐτοῦ μετέβη «καὶ τοῖς ἐν Ἅδη πιστοῖς προάγγελος» τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ. Παρ᾽ αὐτὸν ἵστανται ὁ δίκαος Ἄβελ νεαρὸς ποιμήν, κρατῶν εἰς τὴν χεῖραν του τὴν ποιμενικὴν ράβδον καὶ μετ᾽ αὐτοῦ καὶ ἄλλοι δίκαιοι ἀπ᾽ αἰῶνος εὐαρεστήσαντες τῷ Θεῷ χαίροντες ὅλοι καὶ ἀγαλλόμενοι (περίμεναν αὐτὴν τὴν εὐλογημένην ἡμέραν).
Ἐκ τῆς περιγραφείσης εἰκόνος τῆς Ἀναστάσεως καθίσταται φανερὸν ὅτι ἡ ἁγιογραφία ἐκφράζει διὰ τοῦ ζωγραφικοῦ τρόπου ὅ,τι ἀκριβῶς ἐκφράζει ἡ ὑμνωδία διὰ τοῦ λόγου καὶ τῆς ψαλμωδίας καὶ κατὰ τὸν αὐτὸν λειτουργικὸν τρόπον. (Καὶ ἔτσι ἁγιάζονται καὶ τὰ μάτια μας καὶ τὰ αὐτιά μας. Τὰ μάτια μας μὲ τὶς ἅγιες εἰκόνες, τὰ αὐτιά μας μὲ τὸν ὕμνον, μὲ τὸν λόγον). Τὰ ἔργα τῶν λειτουργικῶν τεχνῶν τῆς ἡμετέρας Ἐκκλησίας εἶναι ὑπομνήματα εἰς τὰ ἱερὰ κείμενα ἀφορῶντα τὰ μὲν ἔργα τῆς ἁγιογραφίας εἰς τὴν ὅρασιν, τὰ δὲ ἔργα τῆς ὑμνωδίας εἰς τὴν ἀκοὴν καὶ ἔτσι ἁγιάζοντα τὰς αἰσθήσεις τοῦ πιστοῦ καὶ καθιστῶντα ταύτας ὄργανα πνευματικά.
Ἡ Ἀνάστασις εἰκονίζεται ἀκρι βῶς ὅπως ψάλλεται εἰς τὰ τροπάρια τοῦ Πάσχα, ἰδίως δὲ εἰς τὸ πασίγνωστον παρ᾽ ἡμῖν «Χριστός Ἀνέστη». Ἀλλὰ καὶ εἰς πλεῖστα ἄλλα θέσπέσια τροπάρια τοῦ Πάσχα ἐνυπάρχει ἡ περιγραφεῖσα εἰκών τῆς Ἀναστάσεως, ὅπως λ.χ. εἰς τὰ ἀκόλουθα σταχυολογήματα ἐκ τῆς πασχαλινῆς ὑμνογραφίας: «Σύμβολα τῆς ταφῆς σου παρέδειξας τὰς ὁράσεις πληθύνας. Νῦν δὲ τὰ κρύφιά σου θεανδρικῶς διετράνωσας καὶ τοῖς ἐν Ἅδη, Δέσποτα, οκ ἔστιν Ἅγιος πλήν σου, Κύριε, κραυγάζουσιν«. 
«Ὁ Ἅδης, Λόγε, συναντήσας σοι ἐπικράνθη, βροτὸν ὁρῶν τεθεωμένον, κατάστικτον τοῖς μώλωψι καὶ πανσθενουργόν, τῷ φρικτῷ τῆς μορφῆς δὲ διαπεφώνηκεν». 
 «Βασιλεύει, ἀλλ᾽ οὐκ αἰωνίζει, ἅδης τοῦ γένους τῶν βροτῶν. Σὺ γὰρ τεθεὶς ἐν τάφῳ, κραταιέ, ζωαρχικῇ παλάμῃ, τὰ τοῦ θανάτου, κλεῖθρα διεσπάραξας, καὶ ἐκήρυξας τοῖς ἀπ᾽ αἰῶνος ἐκεῖ καθεύδουσι, λύτρωσιν ἀψευδῆ, Σῶτερ, γεγονὼς νεκρῶν πρωτότοκος»,
 «Κατῆλθες ἐν τοῖς κατωτάτοις τῆς γῆς, καὶ συν έτριψας μοχλοὺς αἰωνίους, κατόχους πεπεδημένων, Χριστέ, καὶ τριήμερος ὡς ἐκ κήτους Ἰωνᾶς, ἐξανέστης τοῦ τάφου».
Ἀτυχῶς, ἐπεκτράτησε καὶ παρ᾽ ἡμῖν νὰ ζωγραφῆται ἡ λαμπροφόρος Ἀνάστασις ὄχι κατὰ τὴν ὀρθόδοξον ἁγιογραφικὴν παράδοσιν, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἥκιστα θρησκευτικὴν παράστασιν τῶν πινάκων τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας, εἰς τοὺς ὁποίους παρίσταται ὁ Χριστὸς ἐξερχόμενς τοῦ μνήματος γυμνὸς ὡς ἀθλητὴς καὶ κρατῶν διὰ τῆς χειρὸς σημαίαν. Ἀναπαρίσταται δηλαδὴ ἡ Ἀνάστασις, ὅπως τὴν ἐφαντάσθη ὁ ζωγράφος ὅτι θὰ συνέβη περίπου αὕτη, ἐὰν εὑρίσκετο πρὰ τὸ μνημεῖον ἀνθρώπινος ὀφθαλμὸς διὰ νὰ τὴν ἴδη (ἀλλὰ δὲν κατάλαβαν τίποτε, οὐκ ἤσθοντο οἱ φυλάσσοντες πότε ἀνέστη ὁ Κύριος). Τοιουτοτρόπως ἡ Ἀνάστασις κατέστη θέαμα ἐξωτερικὸν καὶ οὐχὶ μυστήριον ὑποτυπούμενον διὰ λειτουργικοῦ τρόπου». 
Ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ μας εἰς τὴν Βυζαντινὴν ἁγιογραφίαν*
Ολόκληρο το κείμενο εδώ: 
http://katanixis.blogspot.gr/2014/04/blog-post_5776.html

Δευτέρα 21 Απριλίου 2014

Η ελληνική ορθόδοξη Ανάσταση Φώτη Κόντογλου

Όλα όσα γίνουνται στον κόσμο, γίνουνται και ξαναγίνουνται πολλές φορές τα ίδια· 
μονάχα ένα πράγμα έγινε μόνο μια φορά και δεν θα ξαναγίνει πια, η Ανάσταση του Χριστού. 
Αυτό είναι το μοναδικό θαύμα των θαυμάτων, το «ἄφραστον θαῦμα», που αναποδογύρισε τον κόσμο, κ’ έδωσε ελπίδα στο απελπισμένο γένος των ανθρώπων. 

Με την Ανάσταση του Χριστού, μας προσκάλεσε να πιστέψουμε στην αφθαρσία ο Θεός ο «ζωοποιῶν τούς νεκρούς καί καλῶν τά μή ὄντα ὡς ὄντα». 
Κι’ όπως λέγει πάλι ο Παύλος: «πιστός ὁ καλῶν ὑμάς, ὅς καί ποιήσει». 
Όποιος δεν πιστεύει στην Ανάσταση του Χρίστου, ψέμματα λέγει πως πιστεύει σ’ αυτόν τον βασιλέα της αθανασίας, κατά τον απόστολο Παύλο που λέγει: 
«εἰ δέ Χριστός οὐκ ἐγήγερται, κενόν τό κήρυγμα ἡμών, κενή δέ καί ἡ πίστις ἡμῶν».

Η βάση λοιπόν και το θεμέλιον της θρησκείας μας είναι η Ανάσταση του Χριστοῦ. 
Κι’ η ορθοδοξία που την έχει την Ανάσταση «ἑορτῶν ἑορτήν καί πανήγυριν πανηγύρεων» έχει την αληθινή και την απλή και την ασάλευτη πίστη, 
και δεν κατάντησε να γίνει ένα κοσμικό ηθικό σύστηστημα, όπως γίνηκε αλλού, 
και που κατά δυστυχία σ’ αυτό ξεπέφτει κ’ η δική μας Ορθοδοξία, όσο ολοένα λείπει η πίστη. 

Για τούτο, στην ορθόδοξη Εκκλησία μας γινήκανε λογής θρησκευτικά έργα για να τιμηθεί η Ανάσταση του Χριστού με κάθε τι έμορφο κι’ αγνό που έχει μέσα της η καρδιά τ’ ανθρώπου. Αυτά τα έργα είναι τα έργα της υμνωδίας, της αγιογραφίας και της ψαλμωδίας, τα μυρίπνοα άνθη, που όσο σιναχώνονται οι πνευματικές μας αισθήσεις, τόσο δεν νοιώθουμε τη μυρουδιά τους. Αυτά, τα λέγω και τα ξαναλέγω, τόσο που βαρέθηκα. 
Στου κουφού την πόρτα, όσο θέλεις βρόντα. 
Λοιπόν ας σταθώ ίσαμε δω, κι’ ας γράψω, για τα έργα τα ίδια, κι’ όποιος βρεθεί κατά τύχη να τα νοιώθει, ας ευχαριστήσει τον Θεό που φώτισε εκείνους τους ευλαβείς ανθρώπους να τα κάνουνε.
Οι ύμνοι που λένε στην εκκλησία κατά την Κυριακή του Πάσχα είναι, θαρώ, από τα πιο υψηλά κι’ από τα πιο πνευματικά έργα της ορθοδοξίας. 
Ο κανόνας του Πάσχα είναι ποίημα του Ιωάννου Δαμάσκηνου, κι’ ο Ειρμός της α’ Ωδής είναι τούτος:
«Ἀναστάσεως ἡμέρα· λαμπρυνθῶμεν λαοί.  Πάσχα, Κυρίου Πάσχα.
Ἐκ γάρ θανάτου πρός ζωήν καί ἐκ γῆς πρός οὐρανόν Χριστός ὁ Θεός ἡμᾶς διεβίβασεν, ἐπινίκιον ἄδοντας».
Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός ήτανε, όπως δείχνει τ΄όνομά του, από τη Δαμασκό, το γένος Σύρος, γεννήθηκε δηλαδή στην πολιτεία που φανερώθηκε ο Χριστός στον Παύλο οπού κατάτρεχε τη θρησκεία του, και στράβωσε τα σωματικά του μάτια για να του ανοίξει τα πνευματικά και να γίνει απόστολός του. 
Λοιπόν ο Ιωάννης μικρός είχε κλίση στα θρησκευτικά, μ’ όλο που ο πατέρας του ήθελε να τον κάνει άρχοντα, γιατί κι’ αυτός ήτανε επίσημος άνθρωπος κ’ είχε μεγάλο αξίωμα στο παλάτι του μωχαμετάνου αμιρά της Συρίας, τον καιρό που βασίλευε στη Κωνσταντινούπολη ο Λέοντας ο Ίσαυρος. 
Και για να πάρει ο γυιός του μεγάλη σπουδή, ήθελε να βρει κάποιον πολύξερο δάσκαλο να τον παραδώσει στα χέρια του. 
Μια μέρα έμαθε πως οι σαρακηνοί είχανε πάγει στη Δαμασκό κάμποσους χριστιανούς πιασμένους σκλάβους στον πόλεμο, και πως πούλησανε όσους μπορέσανε και πως τους άλλους θέλανε να τους σκοτώσουνε, αφού δεν τους αγόραζε κανένας. 
Πήγε λοιπόν για να γλυτώσει όσους μπορέσει, και φτάνοντας στο παζάρι είδε έναν σκλάβο δεμένον να κείτεται σαν πεθαμένος, και πήγε κοντά του και τον ρώτησε από πού είναι. 
Κι’ ο σκλάβος του είπε πως ήτανε από την Ιταλία και πως τον λέγανε Κοσμά και πως ήταν καλόγερος. 
Κ’ επειδή δάκρυσε, γύρισε κ’ είπε στον πατέρα του Ιωάννη: 
«Με βλέπεις πως δακρύζω· δεν το κάνω γιατί θα χάσω τούτον τον ψεύτικο τον κόσμο, 
αφού είμαι καλόγερος, πλην κλαίγω γιατί έμαθα την πάσα γνώση και φιλοσοφία, τη ρητορική, 
την αριθμητική, τη γεωμετρία κι’ απάνω απ’ όλα τη μουσική της εκκλησίας 
που κάνει την ψυχή να πετά στα ουράνια, και κοντά σ’ αυτά σπούδασα και τη θεολογία, 
και θλίβομαι γιατί θα τα πάρω μαζί μου δίχως να τα διδάξω σε κάποιον άξιο μαθητή». 
Τότες ο άρχοντας κατάλαβε πως ο Θεός του έστειλε κείνον τον Κοσμά για να γίνει δάσκαλος του γυιού του, και τον αγόρασε μαζί μ’ άλλους σκλάβους. 
Και τους μεν άλλους τους λευτέρωσε να πάνε όπου θέλανε, μα τον Κοσμά τον επήρε στο σπίτι του και τον έντυσε καλά ράσα και τον είχε σε κάθε τιμή και τον κατάστησε δάσκαλο του μοναχογυιού του Ιωάννη. 
Αλλά είχε κ’ ένα άλλο παιδί ψυχοπαίδι που το λέγανε Κοσμά, από τα Ιεροσόλυμα, και τ’ αγαπούσε όσα με το παιδί του και δεν το ξεχώριζε σε τίποτα από τον Ιωάννη. 
Λοιπόν τους δίδαχνε και τους δυό εκείνος ο άγιος άνθρωπος με πολύν πόθο, μα και κείνοι τύχανε κι’ οι δυό καλές και βλογημένες ψυχές, και ρουφούσανε από τα χείλια του όσα τους έλεγε, τόσο, που σε λίγα χρόνια γενήκανε τέλειοι σε όλα τα θεωρητικά, αλλά προπάντων στα θεολογικά, επειδή κ’ οι δυό αγαπούσανε οι καλότυχοι παραπάνω από όλα, τη θρησκεία του Χριστού. 
Για τούτο, μ’ όλο που θέλανε οι γονιοί τους να τους κάνουνε αφεντάδες, πήγανε στο μοναστήρι του αγίου Σάββα και καλογερέψανε, και ζήσανε μακρυά από τον κόσμο.
Το εργόχειρο τους ήτανε να καλλιγραφούνε βιβλία και να ταιριάζουνε ύμνους και τροπάρια, ψέλνοντας τα, επειδής ήτανε και μουσικοί άριστοι. 
Ανάμεσα σε άλλα, ο Ιωάννης σύνθεσε και την Οκτώηχον που τη ψέλνουμε σ’ όλες τις εκκλησιές της ορθοδοξίας ολόγυρις ο χρόνος. 
Πολλές υμνωδίες είναι συνθεμένες κι’ από τους δυό αντάμα, γιατί αυτό τ’ αγιασμένο ζευγάρι ζούσε πολύ αγαπημένα σαν νάτανε πουλιά του Θεού που κελαηδούσανε για τη δόξα Του. 
Μα ήρθε ώρα και χωρισθήκανε άθελά τους, γιατί ο Πατριάρχης των Ιεροσολύμων χειροτόνησε τον Κοσμά δεσπότη και τον έστειλε σε μία πολιτεία της Παλαιστίνης που τη λέγανε Μαϊουμά, κ’ εκεί κοιμήθηκε βαθύγερος. 
Ο δε Ιωάννης απόμεινε στο μοναστήρι του αγίου Σάββα, κ’ έζησε με άσκηση, γράφοντας πλήθος ορθοδοξώτατα βιβλία, αγρυπνώντας στο μικρό κελλί του που ήτανε σκαμμένο μέσα στον βράχο και που σώζεται ως τα σήμερα. 
Ανάμεσα λοιπόν στα πολλά που σύνθεσε, είναι κι’ ο κανόνας του Πάσχα που είπαμε παραπάνω, γραμμένος με εξαίσιο πνευματικόν οίστρο. 
Η ιστορία λέγει πως κι’ οι δυό τούτοι άγιοι υμνωδοί είχανε γραμμένον από έναν κανόνα για το Πάσχα, όπως συνειθίζανε να κάνουνε, αλλά σ’ αυτή την περίσταση δουλέψανε χωριστά, και σαν τελειώσανε το γράψιξο, πιάσανε και ψέλνανε ο καθένας τον δικό του κανόνα για να τον ακούσει ο άλλος και πως σαν έφτασε ο Ιωάννης στο δεύτερο τροπάρι της γ’ ωδής που λέγει: 
«Νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανός τε καί γῆ καί τά καταχθόνια…», ο Κοσμάς τον αγκάλιασε με δάκρυα λέγοντάς του: 
Αδελφέ μου Ιωάννη, νικήθηκα και το μολογώ! 
Κ’ έσκισε το χειρόγραφό του, κ’ απόμεινε ο κανόνας του Ιωάννη, κι’ από τότε ψέλνεται σ’ όλη την ορθόδοξη Χριστιανωσύνη.
Από τους άλλους ειρμούς εξαίσιος είναι κι’ ο ειρμός της δ’ ωδής, που είναι εμπνευσμένος από την προφητεία του Αββακούμ, και λέγει:
«Ἐπί τῆς θείας φυλακῆς ὁ θεηγόρος Ἀββακούμ στήτω μεθ ‘ ἡμῶν καί δεικνύτω φαεσφόρον ἄγγελον διαπρυσίως λέγοντα
Σήμερον σωτηρία τῷ κόσμῳ ὅτι ἀνέστη Χριστός ὡς παντοδύναμος».

Ακόμα πιο συγκινητικός είναι ο ειρμός της ε’ ωδής που λέγει:
«Ὀρθρίσωμεν ὄρθρου βαθέος καί ἀντί μύρου τόν ὕμνον προσοίσωμεν τῷ Δεσπότῃ·
καί Χριστόν ὀψόμεθα, δικαιοσύνης ἥλιον, πᾶσι ζωήν ἀνατέλλοντα».
Ο υμνωδός παίρνει αφορμή από τις μυροφόρες γυναίκες που πήγανε ν’ αλείψουμε με μύρα το Χριστό και λέγει πως εμείς οι ανάξιοι δε μπορούμε να πάμε στον τάφο του Χριστού να αλείψουμε το άχραντο σώμα του με αλόη και με σμύρνα. 
Λοιπόν τουλάχιστο ας σηκωθούμε πρωί πρωί κι’ ας Τον δοξολογήσουμε με ύμνους: 
«καί ἀντί μύρου τόν ὕμνον προσοίσωμεν τῷ Δεσπότῃ». 
Το πρώτο τροπάρι της η’ ωδής λέγει:
«Δεῦτε τοῦ καινοῦ τῆς ἀμπέλου γεννήματας, τῆς θείας εὐφροσύνης ἐν τῇ εὐσήμῳ ἡμέρᾳ τῆς ἐγέρσεως,
βασιλείας τε Χριστοῦ κοινωνήσωμεν, ὑμνοῦντες αὐτόν ὡς Θεόν εἰς τούς αἰῶνας».
Είναι εμπνευσμένο από τα λόγια που είπε ο Χριστός στους μαθητάδες του, κατά τον Μυστικό Δείπνο που έκανε μαζί τους το Πάσχα: 
«Καί λαβών τό ποτήριον εὐχαριστήσας ἔδωκεν αὐτοῖς, καί ἔπιον ἐξ αὐτοῦ πάντες· 
καί εἶπεν αὐτοῖς· 
τοῦτο ἐστι τό αἷμα μου τό τῆς καινῆς διαθήκης τό περί πολλῶν ἐκχυνόμενον · 
ἀμήν λέγω ὑμῖν ὅτι οὐκέτι οὐ μή πίω ἐκ τοῦ γεννήματος τῆς ἀμπέλου ἕως τῆς ἡμέρας ἐκείνης ὅταν αὐτό πίω καινόν ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ Θεοῦ» ( Μαρκ. ιδ’, 25).’

Όσο και να τα νοιώσει κανένας αυτά τα λόγια, θαρώ πως δεν μπορεί να τα νοιώσει βαθειά, αν δε νοιώσει το μέλος που είναι τονισμένα απάνω στη μουσική που είναι πιο αρχαία, κ’ εμείς οι προκομένοι πετάξαμε τη μουσική, ήγουν τη ρίζα, και κρατήσαμε τα φύλλα που δίχως ρίζα είναι μαραμένα. 
Αυτό κάνουνε κάτι μοντέρνοι λεγόμενοι ψαλτάδες, που τραγουδάνε αυτά τα σοβαρά λόγια, οπού καταυγάζονται από φως πνευματικό, με κάποιες νερόβραστες μουσικές αισθηματολόγιες, κ’ είναι σαν να λέγανε οι παπαγάλοι την Ιλιάδα του Ομήρου!
Η ορθόδοξη Εκκλησία μας από τα τέσσερα Ευαγγέλια που ιστορούνε την Ανάσταση, διάλεξε για το Πάσχα το Ευαγγέλιο του Μάρκου που είναι γραμμένο με λόγια δυνατά και τρομαχτικά, όχι τρομαχτικά να σε πιάσει φόβος, τέτοιον που νοιώθουμε από τα άσκημα καθέκαστα της αμαρτωλής ζωής μας, μα κάποιος άλλος φόβος που μας φέρνει σε έκσταση και σε ενθουσιαστικό θάμπωμα και σε ταπείνωση και σε αγάπη. 
Καταπιάστηκα να το μεταφράσω, μα το παράτησα, γιατί τις αστραπές δε μπορείς να τις παραστήσεις με το τσακτάκι μήτε τα αστροπελέκια με τις μαράκες, κι’ ούτε τον άνεμο που φυσά από τον κόσμο της αθανασίας να τον παραστήσεις με την πεθαμένη ανασαμιά σου· για τούτο το βάζω όπως είναι γραμμένο από το χέρι του Μάρκου· μοναχά που το αντιγράφει κανείς, θαρεί πως αγιάζει:
«Διαγενομένου τοῦ Σαββάτου, Μαρία ἡ Μαγδαληνή καί Μαρία τοῦ Ἰακώβου καί Σαλώμη ἠγόρασαν ἀρώματα ἵνα ἐλθοῦσαι ἀλείψωσι τόν Ἰησοῦν. 
Καί λίαν πρωί τῆς μιᾶς σαββάτων ἔρχονται ἐπί τό μνημεῖον, ἀνατείλαντος τοῦ ἡλίου. 
Καί ἔλεγον πρός ἑαυτάς· 
τίς ἀποκυλίσει ἡμῖν τόν λίθον ἐκ τῆς θύρας τοῦ μνημείου; 
καί ἀναβλέψασαι θεωροῦσιν ὅτι ἀποκεκύλισται ὁ λίθος· ἦν γάρ μέγας σφόδρα. 
Καί εἰσελθοῦσαι εἰς τό μνημεῖον, εἶδον νεανίσκον καθήμενον ἐν τοῖς δεξιοῖς, περιβεβλημένον στολήν λευκήν, καί ἐξεθαμβήθησαν. 
Ὁ δέ λέγει αὐταῖς· 
μή ἐκθαμβεῖσθε· Ἰησοῦν ζητεῖτε τόν ναζαρηνόν, τόν ἐσταυρωμένον; 
ἠγέρθη, οὐκ ἐστίν ὧδε· ἴδε ὁ τόπος ὁποῦ ἔθηκαν αὐτόν. 
Ἀλλ ‘ ὑπάγετε εἴπατε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ καί τῷ Πέτρω ὅτι προάγει ὑμᾶς εἰς τήν Γαλιλαίαν· ἐκεῖ αὐτόν ὄψεσθε, καθώς εἶπεν ὑμῖν. 
Καί ἐξελθοῦσαι ταχύ ἔφυγον ἀπό τοῦ μνημείου· εἶχε δέ αὐτάς τρόμος καί ἔκστασις, καί οὐδενί οὐδέν εἶπον· ἐφοβοῦντο γάρ».

Δεύτερη αγιασμένη τέχνη για την ορθοδοξία, ύστερα από τη ψαλμωδία, είναι η αγιογραφία· 
γιατί η υμνογραφια κ’ η μουσική είναι ένα, όπως το δείχνει η λέξη υμνωδία. 
Η αγιογραφία είναι η ζωγραφική που κάνει θρησκευτικά ήγουν πνευματικά έργα, γι’ αυτό και ξεφεύγει από τη λεγόμενη φυσικότητα που είναι ένα μοιάσιμο μάταιο κι’ άσκοπο της φύσης, όπως κ’ η πίστη ξεφεύγει από τα φυσικά όντα, ένα χάρισμα υπερφυσικό. 
Οι πολλοί θαρούνε πως το φυσικό είναι ένα με τ’ αληθινό, ενώ δεν είναι η φυσικότητα είναι η ξώπετση και περαστική όψη σε κάθε πράγμα, ενώ η αληθινή και βαθειά ουσία του βρίσκεται παραμέσα, στα βαθειά και δεν ειμπορεί να παρασταθεί με το να βάζουμε στη ζωγραφιά με ελαφράδα τα σχήματα και τα χρώματα που βλέπει στη μηχανή το σαρκικό μάτι μας, 
αλλά με το να βρίσκουμε και να αποτυπώνουμε τα σχήματα και τα χρώματα που βλέπει το πνευματικό μάτι μας και που ξεσκεπάζουνται μοναχά στην ψυχή που ζει αληθινά πνευματικά, δηλαδή θρησκευτικά. 
Η πνευματική αίσθηση δεν είναι αυτή που λέμε για κάθε τι που είναι μεν σαρκικό, πλην εκλεπτυσμένο, 
αλλά είναι κάποια μυστική λειτουργία πολύ πιο σπάνια απ’ ό,τι θαρούμε κι’ ολότελα ακατανόητη για τον σαρκικό άνθρωπο, που είναι αναίσθητος στ’ αληθινά πνευματικά, ήγουν χωρίς μυστικισμό. 

 Τα έργα της ανατολίτικης ζωγραφικής, που τη λένε βυζαντινή, είναι έργα πνευματικά, γιατί οι τεχνίτες που τα κάνανε είχανε αυτή την πνευματική αίσθηση, και μπορέσανε να εκφράσουνε με υλικά μέσα, με σχήματα και με χρώματα, κάποια πράγματα πνευματικά, για τούτο αυτά τα σχήματα και τα χρώματα κι’ ο τρόπος που είναι συνταιριασμένα δεν έχουνε τούτη τη στενή και μηχανική φυσικότητα, αλλά την βαθύτερη ουσία της αλήθειας, κ’ είνε όλα μυστικά, και αναγωγικά στην πνευματική, στην αληθινή αλήθεια. 
Αυτά τα έργα της ανατολίτικης αγιογραφίας δεν είναι άσκοπα και νεκρά αλλά δίνουνε τροφή πνευματική σ’ όποιον έχει αίσθηση πνευματική και νοιώθει την αλήθεια της θρησκείας του Χριστού που είναι κρυμμένη μέσα σε μυστήριο: για τούτο είναι απλά και σταθερά στον αιώνα.
Ο νοών νοήτω.
Λοιπόν οι δικοί μας ορθόδοξοι αγιογράφοι ζωγραφίζουνε την Ανάσταση μ’ αυτόν τον πνευματικό τρόπο, 
ενώ οι δυτικοί ζωγράφοι τη ζωγραφίζουνε με τρόπο σαρκικό και αντιπνευματικό, γιατί τους λείπει η αίσθηση η πνευματική. 
Κι’ αυτοί που το νοιώθουνε χωρίζουνται σε πνευματικούς και σε σαρκικούς. 
Μα κ’ εμείς ξεπέσαμε εξ αιτίας της απιστίας, κ’ επειδή στομώθηκε μέσα μας ο πνευματικός άνθρωπος, κι’ από πνευματικοί γενήκαμε κ’ εμείς σαρκικοί, δηλαδή νεκροί, γιατί όποιος δεν ζει και δεν αισθάνεται πνευματικά, είναι πεθαμένος, κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Σιναΐτη. 
Η πνευματική αίσθηση βγαίνει από το συμμάζεμα της καρδίας, ή από τον πόνο της ψυχής κι’ από την ταπείνωση του νου. 
Μ’ αυτόν τον τρόπο η ψυχή βρίσκει το μυστικό μονοπάτι που πηγαίνει μέσα στα έγκατα του ανθρώπου. 
Αλλά πάλι ξεστράτισα από τη σειρά της ομιλίας μου.



Λοιπόν την Ανάσταση τη ζωγραφίζουνε οι βυζαντινοί αγιογράφοι χωρίς εκείνες τις θεαματικές φαντασμαγορίες που ζωγραφίζουνε οι δυτικοί ζωγράφοι. 
Αλλά με αυστηρότητα, με ταπεινό και σοβαρό πνεύμα που έχει ωστόσο κάποια θριαμβευτική πνοή, πλην ξένη ολότελα από την ανόητη ματαιοδοξία των κοσμικών θριάμβων. 
Την Ανάσταση την λένε τις περισσότερες φορές «εἰς Ἅδου κάθοδον». 
Κατά την Ερμηνεία των ζωγράφων, η υπόθεσις της Αναστάσεως παριστάνεται κατά τούτον τον τρόπο: 
«Όρη και βουνά και υπ’ αυτά σπήλαιον σκοτεινόν, και άγγελοι αστράπτοντες δένουσι με αλύσεις Βεελτζεβούλ τον άρχοντα του σκότους και τους μετ ‘ αυτών δαίμονας κατασχίζουν, τύπτουν και διώκουν και κλειδονίας πολλάς καταθλασμένας και αι πύλαι του Άδου ερριμέναι συν τοις μοχλοίς, 
και ο Χριστός επ’ αυτών κατακρατεί τον Αδάμ με την δεξιάν του και την Εύαν με την αριστεράν 
ο δε Πρόδρομος εκ δεξιών του Χριστού δεικνύει αυτόν· 
και ο Δαυίδ πλησίον αυτού ως και άλλοι βασιλείς με στέμματα και στέφανα· 
αριστερά δε οι προφήται Ιωάννης, Ησαΐας, Ιερεμίας και ο δίκαιος Άβελ 
και άλλοι διάφοροι εστεφανωμένοι· φως δε μέγα κύκλω αυτών και αγγέλων πλήθος».
Ο Χριστός παριστάνεται τυλιγμένος με ένα ιμάτιον εύρυπτυχον ανεμιζόμενον απάνω από την κεφαλή του, πατώντας με ορμή απάνω στις καστρόπορτες του Άδου που κείτουνται σπασμένες. Τα χέρια του και τα πόδια του είναι τρυπημένα από τα καρφιά του σταυρού. 
Σε άλλες εικόνες της Ανάστασης, που είναι πιο αρχαίες, 
ο Χριστός βαστά με το δεξί χέρι τον σταυρό και με τ’ αριστερό τραβά τον Αδάμ από το μνήμα, ενώ η Εύα είναι γονατισμένη με τα χέρια της τεντωμένα στον λυτρωτή. 
 Σε άλλες εικόνες ο Χριστός πατά απάνω στον Άδη που κοίτεται προύμιτος κι’ αλυσοδεμένος μέσα στα σκοτεινά καταχθόνια. 
   
Ανάμεσα στους δικαίους, που στέκουνται από τις δυό μεριές του Χρίστου, είναι κι’ ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος, κατά τον υμνωδό που λέγει πως μαρτύρησε πριν από τον Χριστό «ἵνα καί τοῖς ἐν Ἅδῃ τοῦ Σωτήρος κηρύξη τήν ἔλευσιν», όπως κήρυξε τον ερχομό Του στον απάνω κόσμο. 
Κ’ οι προφήτες παραστέκουνται γιατί προφητέψανε την ανάσταση, 
κι’ ο Άβελ ωσάν που στάθηκε ο πρώτος αδικοσκοτωμενος μάρτυρας. 

 ΦωτόΦωτόΦωτό
Κι’ οι κλειδαριές οι σπασμένες και τα μάνταλα δείχνουνε τις καταραμένες αμπάρες που βαστούσανε σφαλισμένες τις ψυχές μέσα στο σκοτεινό βασίλειο του Χάρου, κατά το τροπάρι που λέγει:
 
 «Κατῆλθες ἐν τοῖς κατωτάτοις τῆς γῆς καί συνέτριψας μοχλούς αἰωνίους, κατόχους πεπεδημένων, Χριστέ»
Βλέπεις πως οι αγιογράφοι παίρνανε έμπνευση από την αγιογραφία· 
γιατί στην ορθοδοξία τα έργα της κάθε τέχνης είναι υπομνήματα στο Ευαγγέλιο, κι’ όχι άσκοπα εφευρήματα της φαντασίας. 
Άλλο τροπάρι που θυμίζει την εικόνα της Ανάστασης είναι και τούτο: 
«Τήν ἄμετρόν σου εὐσπλαγχνίαν οἱ ταῖς τοῦ Ἅδου σειραῖς συνεχόμενοι δεδορκότες πρός τό φῶς ἠπείγοντο, Χριστέ, ἀγαλλομένῳ ποδί, Πάσχα κροτοῦντες αἰώνιον». 
Η ίδια η εικόνα της Ανάστασης, όπως τη ζωγραφίζανε οι ορθόδοξοι αγιογράφοι, θαρείς πως είναι με λόγια ζωγραφισμένη στο τροπάρι που ψέλνουνε μικροί μεγάλοι:
«Χριστός ἀνέστη ἐκ νεκρῶν θανάτῳ θάνατον πατήσας καί τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωήν χαρισάμενος».

Που τις βρήκανε λοιπόν τις σημαίες και τα μπαϊράκια που βάζουνε να βαστά ο Χριστός; 
Αυτά τα εφεύρανε οι ζωγράφοι της δύσης που τα κάνανε όλα κατά τη μικρόλογη φαντασία τους και που αγαπούσανε αυτά τα θεατρικά, 
και βάλανε έναν κρίνο στο χέρι του αρχάγγελου Γαβριήλ που πήγε στην Παναγία, 
κάτι γύρους σαν τσέρκια καθισμένα απάνω στα κεφάλια των άγιων, 
μια καρδιά με αχτίνες κολλημένη στο στήθος του Χριστού, 
δαχτυλίδια στο χέρι της αγίας Αικατερίνας, 
μαντολίνα και κιθάρες στα χέρια των αγγέλων, 
κ’ ένα σωρό άλλα τέτοια φτηνά στολίδια, ανάξια για τη βαθεία θρησκεία του Χριστού, 
κι’ εμείς που δεν ξέρουμε τι μας γίνεται, τώρα τελευταία, που πολιτισθήκαμε τάχα κ’ ευρωπαϊσθήκαμε, βάλαμε στις εκκλησίες μας αυτές τις άνοστες χαλκομανίες μαζί με τις ανάλατες μοντέρνες μουσικές, (αυτά πάνε συνέχεια), 
κι’ αφήσαμε τα πατρογονικά μας που ήτανε βαθειά κι’ αληθινά, και γινήκαμε παπαγάλοι και μαϊμούδες, και καμαρώνουμε γιατί πετάξαμε τα διαμάντια και στολισθήκαμε με τις χάντρες που βάζουνε στα άλογα, φτάνει πως είνε καμωμένες στην Ευρώπη.
Οι δυτικοί ζωγράφοι ζωγραφίζουνε τον Χριστό να αναστήνεται από τον τάφο γυμνός και επιδειχτικός σαν να αλαλάζει, καλοχτενισμένος, με παχουλό και ροδαλδ κορμί όπως τον άνθρωπο που έκανε μπάνιο. 
Βαστά στο χέρι του μια σημαία και το άλλο το σηκώνει ψηλά ή σηκώνει και τα δυό του τα χέρια απάνω. 
Ένας άγγελος ασπροντυμένος κι’ ανέκφραστος, σαν νοσοκόμα, κάνει πως κυλά την ταφόπλακα. 
Πεντέξη στρατιώτες κάνουνε κάτι προσποιητές χειρονομίες σαν θεατρίνοι, πως τάχα τους έπιασε φόβος. 
Το πρόσωπο του Χριστού είναι γαλατένιο, με τριανταφυλλιά μάγουλα σαν καλοφαγωμένη γυναίκα, με κάτι ψεύτικα κι’ αταίριαστα γένεια. 
Πίσω ο ουρανός είναι σαν κάρτποσταλ με σύννεφα ζωγραφισμένα από κάποιο βασίλεμα εκ του φυσικού. 
Μ’ αυτά τα πράγματα θέλουνε να παραστήσουνε τον κόσμο της αθανασίας και της αλήθειας που μας έδειξε ο Χριστός, με καλοθρεμένα κορμιά, με αγγέλους να φοράνε κολλαρισμένα ρούχα, με θεατρίνους και με κρεπούσκουλα του κινηματογράφου.
Οι βυζαντινοί αγιογράφοι φιλοτεχνήσανε εξαίσιες εικόνες της Ανάστασης με την αποκαλυπτική απλότητα της αλήθειας, κι’ όχι θεατρικές σκηνοθεσίες. 
Απ’ αυτές τις εικόνες, άλλες είναι ζωγραφισμένες σε σανίδια κι’ άλλες στον τοίχο, και λιγοστές καμωμένες με ψηφία. 
Με ψηφία είναι του Δαφνιού, του Οσίου Λουκά και της Νέας Μονής της Χίου. 
Του Δαφνιού είναι μαστορική, μα του Οσίου Λουκά και της Νέας Μονής είνε πιο θρησκευτικές. 
Του Οσίου Λουκά, είναι δογματική και λιγοπρόσωπη. 
Απ’ όσες εικόνες είναι στον τοίχο ιστορημένες, ξεχωρίζει η Ανάσταση που είναι ζωγραφισμένη στην Περίβλεπτο του Μύστρα, 
μια άλλη που βρίσκεται στην Πόρτα Παναγιά της Θεσσαλίας, 
μια άλλη που ζωγράφισε ο Πανσέληνος, στο Πρωτάτο στ’ Άγιον Όρος, 
καθώς κ’ η Ανάσταση της μονής Βατοπεδίου στο Όρος, 
οι μεγάλες τοιχογραφίες που κάνανε οι φημισμένοι κρητικοί ζωγράφοι στα αγιορίτικα μοναστήρια της Λαύρας, του Διοχειαρίου, του Διονυσίου και στη Μολυβοκκλησιά, 
δυό τοιχογραφίες καμωμένες από τον Φράγκο Κατελάνο τον εκ Θηβών στο παρεκκλήσι του Αγίου Νικολάου της Λαύρας στ’ Άγιον Όρος και στα Μετέωρα στο μοναστήρι της Μεταμόρφωσης, το λεγόμενο του Μεγάλου Μετεώρου, έργο των ιδίων Κρητικών αγιογράφων που φτιάξανε τα έργα της μονής του Διονυσίου ή του Διοχειαρίου. 
Μια και σε κάθε παλιά εκκλησιά της Ελλάδας είναι ζωγραφισμένη η Ανάσταση στον ίδιο τύπο, κατά τα χρόνια που βασιλεύανε οι Τούρκοι, όπως στην Καισαριανή, στα ερημοκκλήσια του Μαρουσιού,
του Λιόπεσι, του Μαρκόπουλου, στη Σαλαμίνα, τα περισσότερα έργα του Γεωργίου Μάρκου, στον Μοριά τα έργα των Μόσχων, του Κακαβά, του Παιδιώτη του Κρητός κ.ά. 
Στα νησιά δεν βρίσκουνται τοιχογραφίες αλλά βρίσκουνται εικονίσματα της Ανάστασης ζωγραφισμένα σε σανίδι, έργα του Δαμασκηνού στην Κρήτη, του Τζάνε, του Βίκτορος, του Λαμπάρδου κ.ά.
στα Ερημόνησα, των Σκορδίληδων στη Μήλο και στη Σίφνο. 
Στην Εύβοια βρίσκουνται λαμπρές εικόνες της Ανάστασης ιστορημένες στον τοίχο, όπως στον Οξύλιθο,
στο Μοναστήρι Γαλατάκι, στη Χρυσοκαστυλλιώτισσα κοντά στο κάστρο των Φύλλων, στον Άγιο Γιώργη τον Αρμά, στις Λεύκες κ.ά. 
Μαστορικές εικόνες της Ανάστασης βρίσκονται στορημένες και μέσα σε χειρόγραφα βιβλία στα μοναστήρια του Βατοπεδιού, της Λαύρας και των Ιβήρων, καθώς κ’ άλλες δουλεμένες στο ασήμι ή στο μάλαμα απάνω στα καπάκια τους στολισμένες.

Φ. Κόντογλου -5 μελετήματα για τον πεζογράφο καί τον καλλιτέχνη, 
εκδ. Κριτικών φύλλων, επιμ. Ι. Μ. Χατζηφώτη,
Αθήνα 1975, σελ. 45-51
Πηγή http://anestixristos.blogspot.com/2011/04/blog-post_26.html