Έλπίς μου ὁ Πατήρ, καταφυγή μου ὁ Υἱός, Σκέπη μου τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον. Τριὰς Ἁγία, δόξα Σοι.

Δεῦτε ἀπὸ θέας Γυναῖκες εὐαγγελίστριαι, καὶ τῇ Σιὼν εἴπατε· Δέχου παρ΄ ἡμῶν Χαρᾶς Εὐαγγέλια, Τῆς Ἀναστάσεως Χριστοῦ. Τέρπου, χόρευε, καὶ ἀγάλλου Ἱερουσαλήμ, τὸν Βασιλέα Χριστόν, θεασαμένη ἐκ τοῦ μνήματος, ὡς Νυμφίον προερχόμενον.


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μητρ. Αυγουστίνος Καντιώτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μητρ. Αυγουστίνος Καντιώτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 28 Απριλίου 2014

ΕΧΕΙΣ ΤΙΜΟΝΙ; ΘΑ ΣΩΘΕΙΣ!


Γραπτό κήρυγμα του Μητροπολίτου Φλωρίνης που εγράφη πριν από 70 χρόνια 
και δίνει απαντήσεις στα μεγάλα σημερινά προβλήματα, που οδηγούν στην απελπισία τους ανθρώπους

OΛOI EIΣ THN EKKΛHΣIA – Kοζάνη, τη 27-11-1943

«Ω θρησκεία! Γλυκειά μας μάνα. Συ χύνεις μέσα στην καρδιά μας χίλιες χρυσές ελπίδες» – (K. Kρυστάλλης)
Xριστιανικόν φυλλάδιον εκδίδεται υπό της I. Mητροπόλεως Kοζάνης και διανέμεται δωρεάν προς χριστιανικόν διαφωτισμόν του λαού. Mελετήστε το όλοι.

ΣYNTAKTHΣ- Aρχιμ. Aυγουστίνος N. Kαντιώτης- Iεροκήρυξ

ΕΧΕΙΣ ΤΙΜΟΝΙ; ΘΑ ΣΩΘΕΙΣ!

Είναι νύκτα. Μεσάνυκτα! Κανένα αστέρι δεν φέγγει. Ο άνεμος, που έγινε θύελλα, καταιγίδα, τυφώνας, μαίνεται εις τον ωκεανό. Ένα μικρό πλοίο ταξιδεύει. Ο πλοίαρχος αγρυπνεί εις την γέφυρα. Οι ναύτες βρίσκονται εις τις θέσεις τους. Όλοι αγωνίζονται για να αντιμετωπίσουν την θύελλα, μέσα εις την οποία βρέθηκαν χωρίς να το θέλουν. Και το πλοίο, επί ώρες τώρα αγωνίζεται εναντίων των κυμάτων, αντέχει. Τα μηχανήματά του είναι όλα εν τάξει.
Αλλ’ αίφνης – ώ δυστυχία των επιβατών! – ένα μηχάνημα, το σπουδαιότερον απ’ όλα, το τιμόνι, σπάει. Και το πλοίον μένει ακυβέρνητο. Διότι και ο πιο καλός πλοίαρχος δεν μπορεί να κυβερνήσει πλοίο χωρίς τιμόνι. Το πλοίο γίνεται έρμαιο των κυμάτων, παρασύρεται ως καρυδότσουφλο τήδε κακείσε. Τέλους ακούεται ένας τρομακτικός κρότος, το πλοίο προσέκρουσε επάνω εις βράχο και συνετρίβη. Έγινε χίλια κομμάτια, που μερικά θα επιπλέουν ως θλιβερά λείψανα του πρώην μεγαλείου του. Συνετρίβη, διότι έσπασε το σπουδαιότερο των μηχανημάτων του, το τιμόνι.
Εικόνα όχι ξένη. Εικόνα δική μου και ιδική σου, αγαπητέ μου αναγνώστα! Μάλιστα! δική μας! Εικόνα κάθε ανθρώπου, έστω και αν μερικοί δεν ταξίδευσαν ποτέ και δεν εγνώρισαν την μανία της θαλάσσης. Διότι ερωτώ, ή μάλλον ερώτησαν άλλοι πρωτύτερα από εμέ:
Τι είναι ζωή;
-Θάλασσα, ωκεανός, μαύρος πόντος, απαντούν οι φιλόσοφοι και οι ποιηταί, απαντά προπαντός η καθημερινή πείρα της ζωής.
Δεν βλέπεις; δεν ακούεις; δεν πάσχεις συ ο ίδιος; Δυστυχήματα μικρά και μεγάλα, ατομικά, οικογενειακά, παγκόσμια, πανανθρώπινα, το ένα κατόπιν του άλλου, έρχονται με μανία, ορμούν πολλές φορές σαν κύματα πελώρια να συντρίψουν την ζωή μας.
Εις τις περιστάσεις αυτές πολλοί τα χάνουν. Απελπίζονται, φθάνουν μέχρι αυτοκτονίας. Είναι οι άνθρωποι που δεν ανεκάλυψαν ακόμη, που πρέπει να προσανατολισθεί το πλοίον της ζωής των. Δεν εγνώρισαν, ποίος ο αληθινός σκοπός για τον οποίο ήρθαν στην ζωή. Δεν θέλησαν ποτέ να ακούσουν την φωνή του Ιησού Χριστού, φωνή απείρου αγάπης προς τον άνθρωπο. Δεν ήνοιξαν ποτέ την αγία Γραφή, για να μελετήσουν εκεί τα αθάνατα λόγια. 
Γιατί ο νόμος του Θεού, η αγία Γραφή, αυτή είναι το τιμόνι της ζωής.
Ναι, τιμόνι είναι ο νόμος του Θεού, το Ευαγγέλιο του Χριστού μας. Αυτό και μόνο μπορεί να ρυθμίσει και να λύσει όλα τα προβλήματα που αφορούν στην ευτυχία των ανθρώπων. 
Αυτή είναι η γνώμη και των σοφών. 
Ο μεν Εμμανουήλ Κάντιος, ένας από τους μεγάλους φιλοσόφους, είπε: Το μεγαλύτερο ευεργέτημα προς το ανθρώπινο γένος είναι η αγία Γραφή. Όλα τα βιβλία του κόσμου τα οποία εμελέτησα δεν μου έδωσαν την παρηγοριά, την οποία μου έδωσαν οι λόγοι της Βίβλου, «Εάν και πορευθώ εν μέσω σκιάς θανάτου, ου φοβηθήσομαι κακά, ότι Σύ μετ’ εμού ει». (Ψαλμ. 23,4). 
Ο δε Θ. Ντοστογιέφσκυ, λογοτέχνης παγκοσμίου φήμης, έγραψε: «Σου συνιστώ να διαβάσεις ολόκληρη την Αγία Γραφή, και θα βρεις, ότι ολόκληρη η ανθρωπότητα ούτε έχει ούτε μπορεί ν’ αποκτήσει άλλο βιβλίο εξ ίσου πολύτιμο».

Αγαπητέ μου φίλε, όποιος και εάν είσαι! Άκουσε την φωνή της αλήθειας. 
Αγόρασε μία αγία Γραφή. Μελέτησε την. Και σήμερα και αύριο και πάντοτε να την μελετάς. Τρέξε, όπου ακούεται ορθόδοξο κήρυγμα το οποίο ερμηνεύει τον νόμον του Θεού. Έτσι θα καταλάβεις προς τα πού κατευθύνεσαι εις τον κόσμον αυτόν. 
Θα αντικρύζεις με ψυχραιμία τις θλίψεις και θα ελπίζεις ότι κάποτε θα ρίξεις την άγκυραν σου εις το λιμάνι της ευτυχίας. 
Θα ζεις με το αίσθημα ότι υπεράνω σου είναι το παντοδύναμο χέρι του Θεού που κάμνει θαύματα, τα μεγαλύτερα θαύματα στον κόσμο τούτο.
Γι’ αυτό σε ηρώτησα εις την αρχή και σε ερωτώ τώρα πάλιν εις το τέλος: «Έχεις τιμόνι; Θα σωθείς!»

augoustinos-kantiotis.gr

Κάντε το καλό και εν μέσω αχάριστου κόσμου.


Κάντε το καλό και εν μέσω αχάριστου κόσμου 

Πολλοί άρχισαν να κάνουν το καλό, αλλά σταμάτησαν γιατί ο κόσμος είναι κακός.

Πήγε ένας καλός παπάς σ’ ένα χωριό και πήγαν να τον πεταλώσουν. Τέτοιος είναι ο κόσμος. Δεν θέλει συμβουλές, δεν θέλει έλεγχο, θέλει τους ανθρώπους σύμφωνα με τα ρεύματά του.
Πήγες σύμφωνα με τα ρεύματά του και τις συνήθειές του, καπνίζεις, παίζεις, χοροπηδάς, κάνεις ότι αρέσει σ’ αυτόν; Είσαι καλός.
Αν όμως πας κόντρα με τις επιθυμίες τους και θέλεις να ζήσεις μια ζωή διαφορετική απ’ ότι ζει αυτός ο κόσμος, τότε στρέφεται εναντίον σου.
Αλλά εσείς μη κουραστείτε σ’ αυτόν τον κόσμο να κάνετε το καλό έστω και αν ακόμα η γη κατοικείται από δαίμονας.

Γι’ αυτό υπάρχει μια παροιμία κάτω στην Πελοπόννησο «Στου διαβόλου το χωριό μη κάνεις ποτέ καλό». Γιατί θα σε σταυρώσουν. Μπορώ να κατέλθω σε πολλά παραδείγματα, αλλά δεν θέλω. Λοιπόν, κουράζεται ένας όταν κάνει το καλό, αλλά αντί να εισπράξει ευγνωμοσύνη, εισπράττει αχαριστία.
Θυμάμαι στην Αθήνα είχα ένα λαμπρό παιδί, ένα καλό παιδί, αγνό, καθαρό. Μου λέει, μια μέρα, εγώ θα γίνω ιεροκήρυκας του Ευαγγελίου. Μη βιάζεσαι παιδάκι μου, τόσο πολύ, του λέω. Πήγαινε πρώτα σ’ ένα μοναστήρι, να διαβάσεις και να ετοιμαστείς και ύστερα. Όχι, λέει, θέλω να εργαστώ για τον Xριστό. Πράγματι τον έστειλα κοντά σ’ έναν δεσπότη και του είπα, να τον πάρει, γιατί είναι καλό παιδί και αριστούχος μαθητής.
Τον πήρε κοντά του και του έστελνε στα χωριά για να κηρύξει. Αυτός νόμιζε ότι αν πήγαινε στα χωριά και τους μιλούσε για τον Xριστό ότι θα τον χειροκροτούσαν όλοι.
Σου λέει καλό πράγμα κάνω, κηρύττω, διδάσκω, να εισπράττω χειροκροτήματα. Πήγε, λοιπόν, σε ένα χωριό και δεν είδε τέτοια πράγματα. Πάει σ’ άλλο τίποτε. Πάει στο τρίτο χωριό, και ενώ εκήρυττε.
E ει, τον φωνάζει κάποιος από κάτω, συντόμευε. Έχω να ποτίσω την γίδα μου.
Απογοητεύτηκε τόσο πολύ, γιατί δεν περίμενε τέτοια συμπεριφορά. Νόμιζε ότι αφού κηρύττει πρέπει να τον περιβάλλουν με αγάπη, με σεβασμό, με εκτίμηση κ.τ.λ.
Τόσο πολύ απογοητεύθηκε που κόντεψε να γίνει άπιστος και άθεος.

Eν μέσω κακοποιών, μοχθηρών, αχάριστων ανθρώπων ζούμε και κινούμεθα και κρυώνουν οι ψυχές. Nα, τι κακό κάνουν οι κακοί.
Πρέπει να είσαι ήρωας για να κάνεις το καλό, όταν σε βρίζουν, σε κακολογούν στους δρόμους στα καφενεία, στις ταβέρνες και συ να δίνεις το είναι σου. Kαι ο άλλος να είναι κλέφτης, λωποδύτης, να αρπάζει, να τσεπώνει, να γυρίζει στις ταβέρνες και να πίνει. Nα πηγαίνει στα κέντρα και να χορεύει. N’ ατιμάζει τις γυναίκες των άλλων, να γυρίζει από δω και από κει και να λένε: A! καλός και σπουδαίος άνθρωπος είναι αυτός. Kαι συ να ζεις έναν βίο ασκητικό, φρόνιμο, ήσυχο και να σε κατηγορούν, γιατί τους ελέγχεις και τους παρατηρείς.
Κρυώνουν λοιπόν οι ψυχές και άλλοι απογοητεύονται και κλείνονται στον εαυτό τους και άλλοι φεύγουν εις την έρημο και στα μοναστήρια και έτσι το καλό δεν γίνεται στον κόσμο.
Εγώ, λέω στους παπάδες μου, ετοιμαστείτε για μαρτύριο. Kαι την Φλώρινα θα την διοικήσουν λωποδύτες και απατεώνες, που δεν μπορείτε να φανταστείτε. Kαι ο κόσμος θα μαζεύεται στην πλατεία και θα τους ζητωκραυγάζει. Εκεί θα πέσει η κοινωνία και μετά θα χτυπήσει καμπανάκι. Όχι για λειτουργία, αλλά για αγγαρείες. Αυτά θα γίνουν οπωσδήποτε, γιατί η κοινωνία είναι τέτοια και δεν εκτιμά τα πρέποντα, τα άξια λόγου. Kαι είναι μέσα σ’ αυτήν, ένας σατανισμός και εποχή του αντίχριστου.
Σεις λοιπόν, λέει ο Απόστολος Παύλος, στον κόσμο όπου ζείτε, μη στεναχωριέστε. Kάντε το καλό.
Kάντε το καλό και εν μέσω αχάριστου κόσμου. Είναι αυτό, που λέγαν οι πρόγονοί μας, οι απλοϊκοί. Kάνε το καλό και ρίξτο στο γιαλό.
Mη κουραστείτε, μην αποκάμετε. Kάνετε το καλό, όσο μπορείτε. Γι’ αυτό είστε προορισμένοι. 
Μ. Αυγουστίνος Καντιώτης

Πηγή: askitikon.eu  
http://agios-dimitrios.blogspot.gr                     

Τρίτη 22 Απριλίου 2014

Το Φώς του Αναστάντος (+Μητρ. Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου)

ΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ ΑΝΑΣΤΑΝΤΟΣ
Αγαπητοί μας! Έπί τη έορτή τού Πάσχα εκατοντάδας χιλιάδες άνθρωποι, ιδίως των μεγάλων άστικών κέντρων, εξέρχονται και πορεύονται στην ύπαιθρο, γιά να ανα­πνεύσουν καθαρό άέρα. Γιά να όσφρανθούν τό άρωμα τών λουλουδιών. Γιά νά α­κούσουν το γλυκολάλημα τοϋ άηδονιού. Γιά νά άπολαύσουν τά ποικίλα θέλγητρα της ώραιοτέρας εποχής, τού έαρος. Οί δέ φυσιολάτρες, μέ τά σακκίδιά τους φορτω­μένα στην ράχι τους και μέ τις φωτογραφι­κές μηχανές, άνέρχονται στις υψηλότερες κορυφές, γιά νά ιδούν και άπολαύσουν άπο έκεί τό πανόραμα της φύσεως.
Άλλ' οί μανιώδεις θαυμαστές της φύσεως περιωρισμένη έχουν την αίσθησι. Στενός ό ορίζοντας τού ψυχικού τους κόσμου. Γήινα τά ένδιαφέροντά τους. Σαρκικές οί έπιθυμίες και οί πόθοι τους. Βλέπουν, άλλά δεν βλέπουν! Δεν βλέπουν, ότι οπίσω άπ' όλα τά ώραία της φύ­σεως είνε 'Εκείνος, ό όποιος έποίησε όλα τά ώραία της γης. 
 
Δέν βλέ­πουν τόν Χριστό, άνευ τού όποιου, όπως κηρύττει μεγαληγόρως κα­τά την νύκτα ττίς Αναστάσεως ό Αγαπημένος μαθητής, ό 'Ιωάννης ό ευαγγελιστής, δέν θά υπήρχε ό κόσμος. «Πάντα δι αύτού εγένετο, και χωρίς αύτού έγένετο ούδε εν ό γέγονεν» (Ίωάν. 1:3). 
Κύμα φυσιολατρείας! 'Άνθρωποι λατρεύουν τήν κτίσι, άλλά δέν λατρεύουν τον Κτίοαντα! Ουδεμία λέξι ευ­χαριστίας προς τον Θεό εξέρχε­ται άπό την καρδία τους για την ώραιότητα της φύσεως, την μο­ναδική αυτή ωραιότητα, ή όποία υπάρχει μόνο στον πλανήτη μας. Θά έπρεπε νά έκσφενδονισθούν στην σελήνη και νά ζήσουν έκεί ολίγα λεπτά», για νά ίδούν την τε­ραστία διαφορά και νά έκτιμήσουν δεόντως τά άγαθά της γής, τά όποια τόσο πλουσίως έσκόρπισε στόν πλανήτη μας ό Δημι­ουργός τού παντός.
Άλλ' οί πιστοί, οί πιστεύοντες στο μέγα μυστήριο της εναν­θρωπήσεως τοϋ Λόγου, μέ άλλα μάτια βλέπουν τά έγκόσμια. Βλέπουν αύτά ώς σκιές των ύπερκοσμίων αγαθών. 'Απολαμβάνουν και αυτοί τις τέρψεις της ανοίξεως, τοϋ φυσικού έαρος. Άλλα μέ τήν πίστι ατενίζοντες στόν Χριστό, τον δημιουργό τού σύμπαντος, τοϋ ορατού και του άοράτου, μυστικώς λέγουν- «"Ω­ραία είνε ή άνοιξι Άλλ' άσυγκρίτως ωραιότερο είνε τό άλλο έαρ. Είνε ή νοητή άνοιξι, τό πνευμα­τικό έαρ, τό όποιο μας εδειξε ό Χριστός μέ την άνάστασί του. Αυτός είνε τό αιώνιο έαρ!  «Ώ γλυκύ μου έαρ..."».
Ώ άνθρωποι του παρόντος κόσμου! Έξέρχεσθε νά προϋ­παντήσετε τά ώραία τής ανοίξε­ως. επισκέπτεσθε τά ώραία τοπί­α, άνεβαίνετε στις κορυφές τών όρέων, πετάτε στα άχανή ύψη τού διαστήματος, περιπατείτε και έρευνάτε συνεχώς τό βασί­λειο τής φύσεως. Δεν σας κατη­γορούμε. 
Σας κατηγορούμε ό­μως, διότι ουδεμία ποοσπάθεια κάνετε γιά νά περιπατήσετε και ερευνήσετε τό βασίλειο τής χάρι­τος. Εξέλθετε λοιπόν, φωνάζει προς όλους μας ό προφήτης, «ε­ξέλθετε, και οί έν τω σκότει άνακαλύφθητε» (Ήσ. 49:9). Εξέλθε­τε γιά νά ίδήτε τον νικητή τού θανάτου, τον θριαμβευτή τών αι­ώνων. Εξέλθετε γιά νά ίδήτε τον 'Ήλιο τόν φωτίζοντα τά σκότη τού κόσμου. Εξέλθετε. Γιατί δέν έξέρχεσθε; Σάς άρέσει τό σκό­τος; Θέλετε νά ζήτε ώς τυφλο­πόντικες στους υπογείους λαβυ­ρίνθους τών παθών; Μισείτε τό Φώς; 'Ώ πόσο δυστυχείς είσθε! Ματαία ή ζωή σας, έφ' οσον δέν συνδέθηκε μέ τήν Ζωήν. Εξέλθε­τε Σάς φωνάζουμε γιά μία τε­λευταία ίσως φορά. Εξέλθετε προς το Φώς.
«Ζωή γαρ ό Χριστός ών», ό­πως λέγει ό άγιος Κύριλλος Αλε­ξανδρείας, «ζων κατά φυσιν, α­νέστη τριήμερος σκυλεύσας τον άδην, άναπετάσας τοις κάτω τάς αεί κεκλεισμένας πύλας φωνεί είρηνικώς τε τοις έν δεσμοίς έξέλθετε και τοίς έν σκότει άνακαλύφθητε».
 
Περιοδικό “Ο ΣΤΑΥΡΟΣ”
http://aktines.blogspot.gr

Παρασκευή 18 Απριλίου 2014

Μεγάλη Παρασκευὴ βράδυ - Τὸ ἔγκλημα (+Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου)


Τὸ ἔγκλημα
 
«Ὤ τῆς παραφροσύνης καὶ τῆς χριστοκτονίας τῆς τῶν προφητοκτόνων!» (Γ΄ στ. ἐγκ.)
 
 Ἔγκλημα, φόνος ἀνθρώπου! Ἄλλοτε ὁ φόνος ἦταν κάτι σπάνιο. Τώρα, ἀλλοίμονο, δὲν περνάει μέρα χωρὶς ἕνα ἢ περισσότερα ἐγκλήματα. Καὶ γίνονται τόσο «τέλεια», ὥστε δὲνἀφήνουν ἴχνη· οἱ δράστες μένουν ἄγνωστοι.
Ὁ πλανήτης μας, ἀφ᾿ ὅτου ὁ Κάιν σκότωσε τὸν Ἄβελ, μιάνθηκε μὲ αἷμα ἀδελφικό. Καὶ τὸ παράδειγμά του δυστυχῶς μιμήθηκαν πολλοί.
Ἂν μαζευόταν ὅλο τὸ αἷμα τῶν ἀδικοσκοτωμένων,«ἀπὸ τοῦ αἵματος Ἄβελ τοῦ δικαίου ἕως  τοῦ αἵματος Ζαχαρίου υἱοῦ Βαραχίου» (Ματθ. 23,35) καὶ τῶν θυμάτων τῶν ἡμερῶν μας, θὰ σχηματιζόταν μία θλιβερὴ λίμνη μὲ τὴν ἐπιγραφὴ «Λίμνη Ἄβελ».

Ὅταν γίνεται κάποιο ἔγκλημα, τὸ πρῶτο ποὺ ρωτοῦν ὅλοι εἶνε· Ποιός εἶνε ὁ δράστης;
Ἡ Δικαιοσύνη προσπαθεῖ νὰ τὸν ἀνακαλύψῃ, καὶ αἴσθημα ἀνακουφίσεως δημιουργεῖται ὅταν ὁ ἔνοχος συλλαμβάνεται καὶ τιμωρεῖται.
Ἀναρίθμητα τὰ ἐγκλήματα. Ἀλλ᾿ ὑπάρχει ἕνα ἔγκλημα ποὺ ἀποτελεῖ τὸ ἀποκορύφωμα τῆς ἀνθρωπίνης κακίας· μπροστά του τὰ ἄλλα ὠχριοῦν. Εἶνε ὄχι ἁπλῶς ἔγκλημα, ἀλλὰ τὸ ἔγκλημα.
Ποιό εἶνε αὐτό; Εἶνε ὁ φόνος ἐκείνου, ποὺ μπόρεσε, μόνο αὐτός, νὰ σταθῇ ἐμπρὸς στὴν ἀνθρωπότητα καὶ νὰ πῇ «Τίς ἐξ ὑμῶν ἐλέγχειμε περὶ ἁμαρτίας;» (Ἰω. 8,46). 
Ὁ Ἄνθρωπος αὐτός, ποὺ ἀξίζει νὰ γράφεται μὲ ἄλφα κεφαλαῖο, εἶνε ὁ Χριστός. Κ᾽ ἐπειδὴ ὅπως λέει ὁ Παῦλος «ἐναὐτῷ κατοικεῖ πᾶν τὸ πλήρωμα τῆς θεότητος σωματικῶς» (Κολ. 2,9), γι᾽ αὐτὸ ὁ φόνος του δὲν εἶνε ἁπλῶς μία ἀνθρωποκτονία· εἶνε, ὅπως λέει ἡ ὑμνολογία τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος, χριστοκτονία καὶ θεοκτονία. 
Θεοκτονία, ὄχι γιατὶ εἶνε δυνατὸν νὰ φονευθῇ ὁ Θεός – ἄπαγε τῆς βλασφημίας· τὸ θεῖον εἶνε ἀπαθὲς καὶ ἀπρόσβλητο ἀπὸ πληγὲς καὶ θάνατο. 
Θεοκτονία, γιατὶ στὸ ἔγκλημα αὐτὸ διαφαίνεται ἡ ἀπύθμενη κακία τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ θέλει νὰ ἐξοντώσῃ εἰδυνατὸν καὶ τὸ Θεό! Ἕνας ὕμνος λέει· «Βροτοκτόνον ἀλλ᾿ οὐ θεοκτόνον ἔφυτὸ πταῖσμα τοῦ Ἀδάμ· εἰ γὰρ καὶ πέπονθέ σου τῆς σαρκὸς ἡ χοϊκὴ οὐσία, ἀλλ᾿ ἡ θεότης ἀπαθὴς διέμεινε…»(3ο τροπ. στ΄ ᾠδ. καν. Μ. Σαββ.).
Ἡ σφαγὴ τοῦ Ἀθῴου χριστοκτονία καὶ θεοκτονία. Καὶ ποιοί οἱ ἔνοχοι; Οἱ Ἰουδαῖοι. 
Ἕνας ἄλλος ὕμνος λέει· «Τῶν θεοκτόνων ὁ ἑσμός, Ἰουδαίων ἔθνος τὸ ἄνομον, πρὸς Πιλᾶτον ἐμμανῶς ἀνακράζων ἔλεγε· Σταύρωσον Χριστὸν τὸν ἀνεύθυνον· Βαραββᾶν δὲ μᾶλλον οὗτοι ᾐτήσαντο…» (3ο τροπ. Μακαρ., βράδυ Μ. Πέμ πτ.). 
Ἀλλὰ καὶ στὴν γ΄ στάσι τῶν ἐγκωμίων τοῦ ἐπιταφίου θρήνου ὁ ποιητὴς ἀναφωνεῖ˙«Ὤ τῆς παραφροσύνης καὶ τῆς χριστοκτονίας τῆς τῶν προφητοκτόνων!».
Οἱ Ἰουδαῖοι λοιπόν, οἱ σύγχρονοι τοῦ Χριστοῦ, εἶνε οἱ δράσται τοῦ ἐγκλήματος τῆς σφαγῆς τοῦ Δικαίου. Ἀλλ᾿ ἂς ἐπιτραπῇ ἐδῶ μία τολμηρὴ ὑπόθεσις. 
Ἂν ὁ Χριστὸς δὲν γεννιόταν στὴν Παλαιστίνη, ἀλλὰ γεννιόταν δίδασκε καὶ δροῦσε σὲ κάποια ἄλλη χώρα, π.χ. στὴν Ἑλλάδα, ἡ συμπεριφορὰ τῶν ἀνθρώπων τῆς χώρας αὐτῆς θὰ διέφερε ἀπὸ τὴ συμπεριφορὰ τῶν Ἰουδαίων; 
Ἂν λάβουμε ὑπ᾿ ὄψιν ὅτι στὶς ἄλλες χῶρες με τὰ τὴν ἀνάστασι καὶ ἀνάληψι τοῦ Χριστοῦ πῆγαν μαθηταὶ καὶ ἀπόστολοί του καὶ κήρυξαν ὅ,τι κήρυξε Ἐκεῖνος κι ὅτι αὐτοὶ διώχθηκαν βασανίστηκαν καὶ θανατώθηκαν ἀπὸ τοὺς ἐντοπίους, τότε ἔχουμε τὴν ἀπάντησι· ἡ συμπεριφορὰ τῶν ἀνθρώπων ἄλλων χωρῶν δὲν θὰ διέφερε ἀπὸ τὴ συμπεριφορὰ τῶν Ἰουδαίων. Ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς δὲν εἶπε πὼς ὅ,τι κάνει κανεὶς στοὺς μαθητάς του, στοὺς ἀδελφούς του, εἶνε σὰν νὰ τὸ κάνῃ σ᾽ αὐτὸν τὸν ἴδιο;
«Ἐφ᾿ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε» (Ματθ.25,40). Οἱ ἄνθρωποι ποὺ βασάνισαν καὶ θανάτωσαν τοὺς μαθητὰς τοῦ Χριστοῦ, χωρὶς ἀμφιβολία καὶ τὸν ἴδιο τὸν Χριστὸ θὰ βασάνιζαν καὶ θὰ θανάτωναν, ἂν ἐρχόταν στὴ χώρα τους.
Στὰ Ἰεροσόλυμα σταυρώθηκε ὁ Κύριος· ἀλλὰ καὶ στὴν Πάτρα, πόλι τῆς πατρίδος μας, σταυρώθηκε ὁ ἀπόστολός του, ὁ Πρωτόκλητος Ἀνδρέας. Γολγοθᾶς ἐκεῖ, Γολγοθᾶς καὶ ἐδῶ!
Τὸ λέμε αὐτό, διότι συνήθως ὑπάρχει μεγάλη καταφορὰ τῶν χριστιανῶν κατὰ τῶν Ἰουδαίων μόνο γιὰ τὸ μεγάλο ἔγκλημα. 
Μὴ παρεξηγηθοῦμε. Δὲν ἀμνηστεύουμε τὴν ἐνοχὴ τῶν Ἰουδαίων, οὔτε συμφωνοῦμε μὲ τοὺς θεολογοῦντας τῆς Δύσεως πού, ἐνοχλούμενοι ἀπὸ τοὺς βαρεῖς, ὅπως λένε, χαρακτηρισμοὺς τῆς ἐκκλησιαστικῆς μας ποιήσεως στοὺς ὕμνους τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος, ζητοῦν νὰ «ἐκκαθαρίσουν» τὰ λειτουργικὰ βιβλία τῆς Ἐκκλησίας μας ἀπὸ τέτοιους χαρακτηρισμούς, ἀπὸ ἐκφράσεις κατὰ τῶν σταυρωτῶν Ἰουδαίων. 
Ἡ ἐνοχὴ τοῦ Ἰουδαϊκοῦ λαοῦ γιὰ τὴν χριστοκτονία θὰ μένῃ· θὰ μένῃ μέχρι τὴν ἁγία ἐκείνη ἡμέρα ποὺ ὁ Ἰουδαϊκὸς λαός, ὅπως πιστεύουμε, θὰ μετανοήσῃ, θὰ κλίνῃ γόνυ πρὸ τοῦ Ἐσταυρωμένου, καὶ ἐκεῖνος, ὅπως συγχώρησε τοὺς τότε σταυρωτάς του καὶ ἀνέδειξε ἀπὸ αὐτοὺς ἁγίους καὶ μάρτυρας, πολὺ περισσότερο θὰ συγχωρήσῃ τοὺς ἀπογόνους ἐκείνων.
Ἱστορικὴ ἡ ἐνοχὴ τῶν Ἰουδαίων. Ἀλλὰ δὲν εἶνε ὀρθὸ νὰ περιορισθοῦμε καὶ νὰ τονίζουμε τὴν ἐνοχὴ μόνο τῶν Ἰουδαίων γιὰ τὴν σταύρωσι τοῦ Χριστοῦ. Ὄχι! Ἡ ἐνοχὴ ἐπεκτείνεται καὶ συμπεριλαμβάνει ἀναρίθμητο πλῆθος. Αὐτὸ θὰ τὸ καταλάβουμε, ἂν λάβουμε ὑπ᾿ ὄψιν, ὅτι τὸ ἔγκλημα τοῦ Γολγοθᾶ δὲν εἶνε ἁπλῶς ἕνας φόνος, μιὰ ἀνθρωποκτονία· περικλείει μυστήριο.
 
Ὁ Χριστός, λόγῳ τῆς ὑποστατικῆς ἑνώσεως τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως μὲ τὴν θεία, μποροῦσε ν᾿ ἀποφύγῃ τὸ θάνατο καὶ νὰ διασωθῇ ἀπὸ ὅλες τὶς παγίδες τῶν ἐχθρῶν του. Κανείς δὲν θὰ μποροῦσε ν᾽ ἀγγίξῃ τὸ θεανδρικό του πρόσωπο. Ὁ Χριστὸς ὄχι ἀκουσίως ἀλλὰ ἑκουσίως βάδισε πρὸς τὸν φρικτὸ θάνατο. Οὔτε ὁ Ἰούδας οὔτε οἱ γραμματεῖς καὶ φαρισαῖοι οὔτε οἱ ἱερεῖς καὶ ἀρχιερεῖς οὔτε ὁ Πιλᾶτος οὔτε κανεὶς ἄλλος μποροῦσε νὰ κάνῃ κάτι ἐναντίον του,ἐὰν δὲν ἦταν «δεδομένον ἄνωθεν» (Ἰω. 19,11).
Ἦταν θέλημα τοῦ οὐρανίου Πατρὸς νὰ προσφέρῃ ὁ Υἱὸς θυσία τὸν ἑαυτό του «ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς καὶ σωτηρίας» (θ. Λειτ. Μ. Βασ. καθαγ.). Ἔπρεπε νὰ ὑποστῇ τὰ πάθη τοῦ σταυροῦ, νὰ θυσιασθῇ, νὰ χύσῃ τὸ ἁγνὸ καὶ τίμιο αἷμα του, γιὰ νὰ λυτρωθῇ μὲ αὐτὸ τὸ ἀνθρώπινο γένος ἀπὸ τὴν τυραννίδα τοῦ διαβόλου. «Οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸνμονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται, ἀλλ᾿ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον» (Ἰω. 3,16).
Ἂν ὁ ἄνθρωπος δὲν ἁμάρτανε, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ δὲν θὰ ἐμφανιζόταν ὡς ἄνθρωπος ἐπάνω στὴ γῆ καὶ δὲν θὰ σταυρωνόταν. Ἦταν τόσο βαθειὰ ἡ πτῶσις τοῦ ἀνθρώπου, τόσο μεγάλο τὸ τραῦμα ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, ὥστε πρὸς θεραπείαν καὶ ἀνάπλασιν τοῦ ἀνθρώπου, χρειάστηκε τὸ αἷμα τοῦ Θεανθρώπου. Πρόκειται γιὰ τὸ μεγαλύτερο γεγονὸς στὴν ἱστορία τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Χωρὶς τὸ αἷμα τοῦ Θεανθρώπου καμμία ἄφεσις ἁμαρτιῶν, καμμία λύτρωσις. Ἔτσι ὥρισε ὁ Θεός, μὲ τὸ αἷμα αὐτὸ νὰ σωθοῦμε.
Τὸ συμπέρασμα εἶνε, ὅτι οἱ ἁμαρτίες ὅλων μας, ἀπὸ τὸν Ἀδὰμ μέχρι τὸν τελευταῖο ποὺ θὰ ζήσῃ πάνω στὴ γῆ, εἶνε ἐκεῖνες ποὺ ἀνέβασαν τὸ Χριστὸ στὸ σταυρό. Στὸ σταυρὸ ἐξοφλοῦνται ὅλες οἱ ἁμαρτίες. Ἄρα κάθε ἄνθρωπος σχετίζεται μὲ τὸ δρᾶμα τοῦ Γολγοθᾶ καὶ μπορεῖ, μὲ καρδιὰ συντετριμμένη ἀτενίζοντας τὸν Ἐσταυρωμένο, νὰ πῇ· «Κύριε, ἐγὼ ὑπῆρξα ὁ ἔνοχος τῆς σταυρώσεώς σου. Σὺ εἶσαι “ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου» (Ἰω. 1,29). Σὺ στὸ σταυρὸ σήκωσες καὶ τὸ βάρος τῶν δικῶν μου ἁμαρτιῶν!”. Αὐτὸ διεκήρυξε ὁ προφήτης Ἠσαΐας στὴν περίφημη προφητείᾳ του· «Οὗτος τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν φέρει καὶ περὶ ἡμῶν ὀδυνᾶ ται…Αὐτὸς δὲ ἐτραυματίσθη διὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν καὶ μεμελάκισται διὰ τὰς ἀνομίας ἡμῶν» (Ἠσ. 53,4-5).
Ἀγαπητοί μου! Ὁ κόσμος γιὰ τὴν σταύρωσι τοῦ Χριστοῦ καταφέρεται μόνο ἐναντίον τῶν ἐνόχων τῆς ἱστορικῆς ἐκείνης περιόδου.
Ἀλλὰ γιὰ τὸν πιστὸ ἔνοχος εἶνε καὶ κάθε ἄνθρωπος. Ἔνοχος κ᾽ ἐγώ, ἀδελφέ μου, ἔνοχος κ᾽ ἐσύ. Ὤ ἐὰν τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο μᾶς φώτιζε νὰ καταλάβουμε τὴν θεμελιώδη αὐτὴ ἀλήθεια!
Τότε, βλέποντας κ᾽ ἐμεῖς τὸν Ἐσταυρωμένο, θὰ αἰσθανόμασταν τὸν ἅγιο ἐκεῖνο σεισμὸ ποὺ αἰσθάνθηκαν οἱ σταυρωταὶ ὅταν τοὺς μίλησε ὁ ἀπόστολος Πέτρος καὶ τοὺς κατήγγειλε ὡς σφαγεῖς τοῦ Δικαίου (βλ. Πράξ. 2,22 κ.ἑ.).
Ὁ Κύριος θυσιάστηκε ἀντὶ ἡμῶν καὶ ὑπὲρ ἡμῶν. Ἔτσι λένε οἱ διδάσκαλοι καὶ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ ἱερὸς Αὐγουστῖνος προσευχόταν στὸν Ἐσταυρωμένο λέγοντας· «Τί ἔκανες, ὦ Ἰησοῦ μου γλυκύτατε, γιὰ νὰ ὑποφέρῃς τέτοια καταδίκη;… Ἐγὼ εἶμαι ἡ αἰτία τῶν πόνων σου, ὁ ὑπεύθυνος τῆς σφαγῆς σου… Ἁμαρτάνει ὁ παραβάτης, καὶ κολάζεται ὁ δίκαιος… Ἐγὼ ἔκανα τὸ πονηρό, καὶ σὺ καταδικάστηκες… 
Ἐμπρὸς στὸ σταυρό σου λάμπουν δυὸ ἀλήθειες· ἡ μία ὅτι εἶμαι ἔνοχος, ἡ ἄλλη ὅτι εἶσαι εὔσπλαχνος… Τί λοιπὸν θὰ σοῦ ἀνταποδώσω γιὰ τὴν ἄπειρη εὐεργεσία σου;… Μένω ἐκστατικὸς ἐμπρὸς στὸ μέγεθος τῆς ἀγάπης σου. Σὲ ὁλόκληρη τὴν κτίσι δὲν ὑπάρχει ἀντίβαρο τῆς θυσίας σου» (βλ. καὶ τὸ βιβλίο μας «Πρὸς τὸν Γολγοθᾶν», Ἀθῆναι 19894, σσ. 283-284).

 Ἄρθρο γιὰ τὴ Μ. Παρασκευὴ σὲ καθαρεύουσα γλῶσσα ἀπὸ τὸ περιοδικὸ «Σταυρός».

Δευτέρα 14 Απριλίου 2014

Τα καθήκοντά μας την Μεγάλη Εβδομάδα - Αυγουστίνος Καντιώτης


«Τῶν παθῶν τοῦ Κυρίου τὰς ἀπαρχὰς ἡ παροῦσα ἡμέρα λαμπροφορεῖ. Δεῦτε οὖν, φιλέορτοι, ὑπαντήσωμεν ᾄσμασιν…» (κάθ. Μ. Δευτ.)

Φθάσαμε, ἀγαπητοί μου, στὰ σωτήρια πάθη τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, στὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα. Ἡ ἑβδομάδα αὐτὴ λέγεται Μεγάλη, διότι μέσα στὶς 168 ὧρες της, ἀπὸ σήμερα μέχρι τὴ νύχτα τῆς Ἀναστάσεως, τιμῶνται μεγάλα γεγονότα, μοναδικὰ καὶ κοσμοϊστορικά, ποὺ συγκλόνισαν τὰ ἐπίγεια καὶ τὰ οὐράνια καὶ τὰ καταχθόνια. Γι᾿ αὐτὸ ἡ ἑβδομάδα αὐτὴ ὀνομάζεται Μεγάλη· ἀλλὰ καὶ γι᾽ αὐτὸ δὲν θὰ πρέπῃ νὰ περάσῃ ὅπως οἱ ἄλλες.
Καὶ θέτω τὸ ἐρώτημα· ποιά εἶνε τὰ καθήκοντα ἑνὸς Χριστιανοῦ τὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα; Δὲν ἀπευθύνομαι σὲ ἀπίστους, ἀθέους ἢ σὲ χιλιαστάς· ἀπευθύνομαι σὲ πιστούς, ποὺ θέλουν νὰ ἑορτάσουν σωστά. Ποιά εἶνε λοιπὸν τὰ καθήκοντα ποὺ ἔχουμε τὴν ἑβδομάδα αὐτή;

Τὸ πρῶτο καθῆκον, ἀδελφοί μου, εἶνε νὰ εὐχαριστήσουμε ἀπ᾽ τὴν καρδιά μας τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν. Ὅλη βέβαια ἡ ζωή μας πρέπει νά ᾽νε ἕνα εὐχαριστῶ, ἕνα «Δόξα σοι, Κύριε», γιὰ τὶς μικρὲς καὶ μεγάλες εὐεργεσίες του, τὶς φανερὲς καὶ ἀφανεῖς, γιὰ ὅλα τὰ καλά, ὑλικὰ καὶ πνευματικά, ποὺ ἐπιδαψιλεύει ἡ χάρις του· τὸν ἥλιο, τὸν ἀέρα, τὸ νερό, τὰ λουλούδια, τὰ ἀκρογιάλια, ὅλη τὴν πλάσι. Νὰ τὸν εὐχαριστοῦμε ἀκόμη γιὰ τοὺς γονεῖς καὶ τὰ ἀδέρφια, τὴ γυναῖκα καὶ τὰ παιδιά, γιὰ τὸ χρόνο καὶ τὶς ἐποχές, γιὰ ὅ,τι εὐλογημένο καὶ ἀναγκαῖο.
Ἄνθρωπος ἀγνώμων εἶνε χειρότερος ἀπὸ ζῷο.
Ἕνα σκύλο ἔχεις, ἕνα κομμάτι ψωμὶ τοῦ πετᾷς, καὶ κουνάει τὴν οὐρά του καὶ σοῦ λέει εὐχαριστῶ. Κι ὁ ἄνθρωπος λοιπὸν πρέπει νά ᾽νε εὐγνώμων στὸ Θεό. Νὰ τὸν εὐχαριστοῦμε γιὰ ὅλα, ἀλλὰ πρὸ παντὸς γιὰ τὴ θυσία τοῦ Υἱοῦ του,γιὰ τὰ σεπτά του πάθη. Ἀκόμη νὰ τὸν εὐχαριστήσουμε καὶ γιὰ κάτι ἄλλο• γιὰ τὴ μακροθυμία του στὰ τόσα ἐγκλήματά μας καὶ μάλιστα στὶς βλασφημίες, γιὰ τὶς ὁποῖες θά ᾽πρεπε ν᾽ ἀνοίξῃ ἡ γῆ νὰ μᾶς καταπιῇ κ᾽ ἡ θάλασσα νὰ φουσκώσῃ νὰ μᾶς πνίξῃ, καὶ ὅμως μᾶς ἀνέχεται. 
Γι᾿αὐτὸ τὴ Μεγάλη Παρασκευὴ ἡ Ἐκκλησία λέει «Δόξα τῇ μακροθυμίᾳ σου, Κύριε, δόξα σοι».

Τὸ ἕνα καθῆκον μας λοιπὸν εἶνε νὰ εὐχαριστοῦμε τὸ Θεό. 
Τὸ ἄλλο εἶνε νὰ παρακολουθήσουμε τὶς ἱερὲς ἀκολουθίες. Οἱ ἀκολουθίες τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος δὲν εἶνε ὅπως οἱ ἄλλες· διαφέρουν πολύ. Οἱ ὕμνοι της, ποὺ εἶνε γλυκύτεροι ἀπ᾽ τὸ μέλι, τὰ ἐμπνευσμένα αὐτὰ ποιήματα ὅπως π.χ. ὁ ἐπιτάφιος θρῆνος, δὲν ὑπάρχουν σὲ καμμιά θρησκεία στὸν κόσμο. Καὶ μόνο τὰ τροπάρια αὐτά, ποὺ δὲν τά ᾽χουν οὔτε φράγκοι οὔτε προτεστάντες οὔτε κανεὶς ἄλλος, φτάνουν ν᾽ ἀποδείξουν ὅτι ἡ Ἐκκλησία μας δὲν εἶνε ἀπὸ τὴ γῆ· εἶνε ἀπὸ τὸν οὐρανό, εἶνε θεόπνευστη. Ποιός τὰ ἔκανε αὐτά; ποῦ γράφτηκαν, μέσα σὲ σχολειὰ καὶ πανεπιστήμια; Τὰ ἔφτειαξαν μέσα σὲ σπηλιὲς ἅγιοι ἀσκηταί, ποὺ τὸ δάκρυ τους ἔπεφτε στὴ γῆ καὶ τὴν ἔκανε νὰ λουλουδίζῃ. Δὲν τά ᾽γραψαν ἁπλῶς μὲ τὸ μυαλὸ καὶ τὰ γράμματα ποὺ ἤξεραν· αὐτὰ εἶνε τὸ αἷμα τῆς καρδιᾶς τους, συναίσθημα ὑγιές, ἔκφρασι ζωῆς, βιώματα ἅγια, ἀλήθειες, ποὺ μόνο ὅσοι ἀγάπησαν γνησίως τὸ Χριστὸ μποροῦσαν νὰ ἔχουν. Πρέπει νά ᾽νε ἀναίσθητος κανεὶς γιὰ νὰ μὴν τὸν συγκινοῦν. Ἂς τὰ παρακολουθήσουμε λοιπὸν στὴν ἐκκλησία κρατώντας μιὰ Συνόψι.

Τὸ τρίτο καθῆκον μας. Ἡ ἑβδομάδα αὐτὴ εἶνε ἑβδομάδα νηστείας, αὐστηρῆς νηστείας. Μὴν ἀκοῦτε τοὺς ὑλιστὰς καὶ ἀσεβεῖς• ἐμεῖς ἀπὸ τὴν παράδοσι ἀποστόλων καὶ πατέρων τῆς Ὀρθοδοξίας τηροῦμε τὶς νηστεῖες τῆς ἁγίας μας Ἐκκλησίας καὶ κατ᾿ ἐξοχὴν τὴ νηστεία αὐτή.Ὅταν λέμε νηστεία, δὲν ἐννοοῦμε νὰ νηστέψῃ ἁπλῶς τὸ στομάχι γιὰ νὰ θυμηθῇ τὸ ὄξος τοῦ σταυροῦ· ἐννοοῦμε μαζὶ μὲ τὸ στομάχι νὰ νη- στέψῃ καὶ τὸ στόμα ἀπὸ κακολογία, ἡ γλῶσσα ἀπὸ αἰσχρολογία, τὰ μάτια ἀπὸ αἰσχρὰ θεάματα. 
Τέτοιες μέρες στὸ Βυζάντιο οἱ αὐτοκράτορες ὑπέγραφαν διαταγή· Μεγάλη Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο καὶ Κυριακὴ κλειστὰ τὰ ἱπποδρόμια καὶ ὅλα τὰ θέατρα. Πενθεῖ ἡ Ἐκκλησία. Ἂν ἤμασταν χριστιανικὸ κράτος, θά ᾽πρεπε ἀπὸ αὔριο νὰ εἶνε κλεισμένα τὰ καταγώγια καὶ τὰ κέντρα διαφθορᾶς, καὶ νὰ ἐπικρατῇ πένθος γι᾿ Αὐτὸν ποὺ ὑψώθηκε γιὰ μᾶς ἐπάνω στὸ σταυρό.

Ἀλλὰ ἔχουμε κ᾽ ἕνα ἄλλο καθῆκον. Εἶνε τὸ καθῆκον τῆς ἐξομολογήσεως καὶ τῆς θείας μεταλήψεως. Ἐπ᾽ αὐτοῦ δὲν θὰ ἐπεκταθῶ. Τοῦτο μόνο θὰ πῶ. 
Τὶς ἅγιες αὐτὲς ἡμέρες καὶ ἰδίως τὴ νύχτα τῆς Ἀναστάσεως καλούμεθα νὰ μείνουμε στὸ ναὸ μέχρι τέλους μὲ τὴν ἀναστάσιμη λαμπάδα. Ὅποιος ἀκούει τὸ «Χριστὸς ἀνέστη» καὶ μετὰ φεύγει, προτιμότερο θὰ ἦταν νὰ μείνῃ στὸ σπίτι του. Αὐτὸ ποὺ γίνεται, νὰ ἀδειάζουν οἱ ἐκκλησίες μετὰ τὸ «Χριστὸς ἀνέστη», εἶνε βεβήλωσις, περιφρόνησι στὸ Χριστό. Νὰ μείνουμε λοιπὸν μέχρι τέλους καὶ νὰ ἑτοιμαστοῦμε γιὰ τὴ θεία μετάληψι.  
Ἡ ἑβδομάδα αὐτὴ εἶνε κατ᾽ ἐξοχὴν ἑβδομάδα θείας μεταλήψεως. Τί εἶνε ἡ θεία μετάληψις; Τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ μας, ἡ φωτιὰ τοῦ οὐρανοῦ. 
Τί εἶσαι, σὲ ρωτῶ, ἄχυρο; μὴν πλησιάσῃς τὰ ἅγια, θὰ καῇς. 
Εἶσαι χρυσάφι; Ἂν εἶσαι χρυσάφι, τὸ χρυσάφι δὲν ἀπειλεῖται ἀπὸ τὴ φωτιά· ὅσο πλησιάζει τὴ φωτιά, τόσο καθαρίζεται. Ἔτσι κ᾽ ἐσὺ ὁ Χριστιανός· ἂν εἶσαι ἀμετανόητος, θὰ σὲ κάψῃ ἡ φωτιά, ὅπως ἔκαψε τὸν Ἰούδα ποὺ κοινώνησε ἀναξίως· ἂν ὅμως πέρασες ἀπὸ τὸ καμίνι τῆς ἱερᾶς ἐξομολογήσεως, τότε πλησίασε· ἡ θεία κοινωνία θὰ εἶνε φάρμακο ἀθανασίας.

Τὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα ἔχουμε ἐπίσης ἱερὸ καθῆκον ἀπέναντι τῶν ἀδελφῶν μας ποὺ πάσχουν καὶ ὑποφέρουν. Εἶνε ἑβδομάδα ἀγάπης καὶ ἐλεημοσύνης. Ἕνα ἐκλεκτὸ φαγητὸ σὲ κάποιον ποὺ πεινάει, ἕνα καινούργιο ροῦχο —ὄχι παλιό— σ᾿ ἕναν ποὺ δὲν ἔχει, μιὰ βοήθεια στὴ χήρα καὶ τὰ ὀρφανά, ἕνα φάρμακο ἀναγκαῖο, μιὰ ἐπίσκεψι στὸν ἀσθενῆ, ἕνας λόγος παρηγορητικὸς στὸν θλιμμένο, ὅ,τι τέλος πάντων μπορεῖ νὰ σκεφτῇ μιὰ καρδιὰ ποὺ ἀγαπᾷ.

Ἀλλὰ δὲν εἶπα τίποτα· ὑπάρχει κάτι ἀκόμη, κι αὐτὸ εἶνε τὸ δυσκολώτερο. Ὅλα ὅσα εἴπα- με τὰ κάνεις· ἀλλ᾽ ἐὰν τὸ τελευταῖο αὐτὸ δὲν τὸ κάνῃς, Χριστιανὸς δὲν εἶσαι. Ποιό εἶν᾽ αὐτό; Ξέρω Χριστιανοὺς ποὺ εἶνε ἄνθρωποι προσευχῆς, ποὺ ἔχουν τ᾽ αὐτί τους τεντωμένο στὰ ἱερὰ λόγια, ποὺ νηστεύουν αὐστηρά, ποὺ ἐξομολογοῦνται, ποὺ κοινωνοῦν· ἀλλὰ λίγους Χριστιανοὺς γνώρισα ποὺ ἔχουν – ποιό; τὸ «Συγχωρήσωμεν πάντα τῇ Ἀναστάσει» (δοξ. αἴν. Πάσχ.). 
Ἡ Μεγάλη Ἑβδομάδα εἶνε ἑβδομάδα συγχωρήσεως. Ποιός, ἀδελφοί μου, στὴ ζωὴ αὐτὴ δὲν ἔχει ἀντιπάθειες, ψυχρότητες, ἀντιθέσεις, ποιός δὲν ἔχει κάποιον ἐχθρό; Τὶς ἅγιες αὐτὲς ἡμέρες ἂς ὑψώσουμε τὸ βλέμμα στὸν Ἐσταυρωμένο. Κανείς δὲν ἀδικήθηκε καὶ δὲν πόνεσε ὅπως ὁ Χριστός μας. Ἐνῷ ἔσχιζαν τὶς σάρκες του τὰ καρφιὰ καὶ τὴν καρδιά του οἱ κατάρες καὶ τ᾽ ἀναθέματα τῶν φαρισαίων, ἐκεῖνος πάνω ἀπ᾽ τὸ σταυρὸ προσευχήθηκε· «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς· οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι» (Λουκ. 23,34). Κ᾽ ἐμεῖς λοιπὸν τὶς ἅγιες αὐτὲς ἡμέρες ἂς ἀλληλοσυγχωρηθοῦμε· νύφες καὶ πεθερές, ἀδελφοὶ μὲ ἀδελφούς, φίλοι μὲ φίλους,παιδιὰ μὲ γονεῖς, ὅλοι ἀνεξαιρέτως. 
Ἂς πλατύνουμε τὶς καρδιές, ἂς αἰσθανθοῦμε μέσα μας τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ μας. Χωρὶς τὴν ἀγάπη πῶς μποροῦμε νὰ γιορτάσουμε;
Ἀδελφοί μου! Μεγάλη Ἑβδομάδα ἴσον· χέρι ἀνοιχτὸ γιὰ ἔλεος, μάτια δακρυσμένα ἀπὸ μετάνοια, πόδια ποὺ τρέχουν στὸ ναό, καρδιὰ συμφιλιωμένη, γεμάτη λατρεία στὸν Ἐσταυρωμένο. Ἐκτελοῦμε τὰ καθήκοντα αὐτά;

Ξέρετε πῶς μοιάζουμε; Σὰ νὰ εἶνε ἕνας ζητιάνος καὶ ὅλες τὶς μέρες τοῦ πετᾶνε πενταροδεκάρες, κ᾽ ἔρχεται μιὰ ὥρα ποὺ περνάει κάποιος βασιλιᾶς καὶ τοῦ λέει «Ἄνοιξε τὶς φοῦχτες σου» κι ἀρχίζει καὶ τοῦ μετράει 1, 2, 3, …5,…10, …100, …168 λίρες καὶ θαμπώνουν τὰ μάτια του. Κι αὐτός, ἀντὶ νὰ πάρῃ αὐτὸ τὸ θησαυρὸ νὰ τὸν ἀξιοποιήσῃ, πάει στὸ ποτάμι κι ἀρχίζει νὰ πετάῃ τὶς λίρες στὸ νερό. Δὲν εἶν᾽ αὐτὸ παραφροσύνη; Κι αὐτὲς οἱ ὧρες λοιπὸν ―ἔτσι λέει ἡ Ἐκκλησία, «ὧρες» τὶς ὀνομάζει―, εἶνε θησαυρός. Κάθε ὥρα, κάθε καμπάνα, κάθε χτύπος, κάθε λεπτό, εἶνε σπουδαία ὥρα.

Ἂς ἐκμεταλλευθοῦμε τὶς ἅγιες αὐτὲς ἡμέρες. Μὴν ἀφήσουμε νὰ διαρρεύσουν ὅπως ἡ ὑπόλοιπη ζωή μας. Ξέρουμε ἂν θὰ ζήσουμε νὰ γιορτάσουμε ἄλλη Μεγάλη Ἑβδομάδα; Μήπως ἡ Μεγάλη Ἑβδομάδα αὐτὴ εἶνε ἡ τελευταία τῆς ζωῆς μας; Πέρυσι πόσοι ἦταν μαζί μας; καὶ ποῦ εἶνε τώρα; Φεύγουμε, σφυρίζει τὸ τραῖνο, μιά φορὰ περνᾶμε πάνω ἀπ᾽ τὴ φλούδα αὐτή.

Εὔχομαι, αὐτὴ ἡ Μεγάλη Ἑβδομάδα νὰ εἶνε σημαντικὸς σταθμὸς στὴ ζωή μας. Νὰ δώσῃ ὁ Κύριος νὰ εἶνε ἑβδομάδα ἁγίων σκέψεων, ἱερῶν συναισθημάτων, ἡρωικῶν ἀποφάσεων, ἁγιασμὸς ψυχῆς. Εἴθε νὰ σφραγίσουμε τὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα μὲ τὰ λόγια «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (Λουκ. 23,42).

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ποὺ ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Μεταμορφώσεως Σωτῆρος Μοσχάτου - Ἀθηνῶν τὴν 10-4-1960 τὸ βράδυ. 
 http://hellas-orthodoxy.blogspot.gr/

Μεγάλη Δευτέρα βράδυ! Μια εικόνα της υποκρισίας

«Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ φαρισαῖοι ὑποκριταί» (Ματθ. 23,13)
Θὰ ἔπρεπε, ἀγαπητοί μου, νὰ σιωπῶ συν­αι­σθανόμενος τὴν ἀτέλεια καὶ ἁμαρτωλότητά μου. 
Ἐν τούτοις, ἀ­κούγοντας σήμερα τὰ τροπά­ρια τῆς Ἐκκλησίας μας ποὺ τονί­ζουν ὅτι ὅποιος ἔχει κάποιο τάλαντο δὲν πρέπει νὰ τὸ κρύβῃ, ἀλλὰ νὰ ἐξαγγέλλῃ τὰ με­γαλεῖα τοῦ Θεοῦ («κατάγγελλε τὰ θαυμάσια αὐ­τοῦ» Μ. Τρ. δοξ. αἴν.), αἰσθάνομαι χρέος νὰ πῶ
λίγα λόγια.
Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ὅπως λέει ἕνα τροπάριο, εἶνε «ὁ ὡραῖος κάλλει παρὰ πάντας βροτούς…» (ὄρθρ. Μ. Σαβ., ἐγκώμ. στάσ. α΄). 
Ὅταν λέει «ὡραῖος» δὲν ἐννοεῖ ἁπλῶς τὴν φυσική του ὄψι· ἐννοεῖ προπαντὸς τὸ ἠθικὸ μεγαλεῖο τοῦ προσώπου του. Καὶ ὁ ἁγιώτερος ἄνθρωπος ἔχει ἐλαττώματα, ἐνῷ ὁ Χριστὸς δὲν ἔχει καν­ένα ἐλάττωμα. Εἶνε τέλειος ἐν πᾶσι. Ἀπὸ τὰ ἅγιά του χείλη δὲν βγῆκε ποτὲ ἄ­στοχος λόγος. Ὅ,τι ἔλεγε ἦταν ζυγισμένο, μετρημένο. 

Ἡ ἀ­γάπη του ἀνέκφραστη. Ἀγάπησε ὅλους· ἐνηγ­καλίσθη καὶ εὐλόγησε τὰ παιδιά, παρηγόρησε θλιμμένες γυναῖκες, δέχθηκε κάθε μετανο­οῦντα ἁμαρτωλὸ μὲ πατρικὴ στοργή. Καὶ πρὸς αὐτοὺς ἀκόμα ποὺ τὸν ἀδίκησαν συμπεριφέρθηκε μὲ εὐγένεια. 
Στὸν Ἰούδα, ὁ ὁποῖος τὴ νύχτα τῆς Μεγάλης Πέμπτης ἐπὶ κε­φαλῆς ἀποσπάσματος πῆγε στὴ Γεθ­σημανῆ καὶ τὸν πρόδωσε μὲ φίλημα, ὁ Χριστὸς δὲν μίλησε μὲ ἀγανάκτησι, δὲν τὸν εἶπε προδότη ἢ κά­ποια ἄλλη παρόμοια λέξι ἀπὸ ᾽­κεῖνες ποὺ λέμε ἐμεῖς ἂν μᾶς πειράξουν, ἀλλὰ τὸν προσφώνη­σε γλυκύτατα· «Ἑταῖρε (=φίλε), ἐφ᾽ ᾧ πάρει», κάνε αὐτὸ γιὰ τὸ ὁποῖο ἦρθες (Ματθ. 26,50). 
Στὸν δοῦλο ἐκεῖνον ἐ­πίσης –ἕναν ἐλεεινὸ κόλακα– ὁ ὁποῖος στὸ δι­καστήριο τοῦ Ἄννα καὶ τοῦ Καϊάφα σήκωσε τὸ βρωμερὸ χέρι του καὶ τὸν ἐρράπισε, εἶ­πε μόνο· «Εἰ κακῶς ἐλάλησα, μαρτύρησον πε­ρὶ τοῦ κακοῦ· εἰ δὲ καλῶς, τί με δέρεις;» (Ἰω. 18,23). 
 Αὐτὸς ἦταν ὁ Χριστός μας. Ἀπόψε ὅμως τὸ εὐαγγέλιο παρουσιάζει μία ἄλλη ὄψι τοῦ Κυρίου. Νομίζω, ἐγὼ τοὐλάχιστον, ὅτι ἀστράφτει καὶ βροντᾷ. Ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Χριστοῦ βγαίνουν δέσμες ἐλεγκτικοῦ λόγου, ἀπὸ τὰ χείλη του πέφτουν ἀστροπελέκια. Καὶ τὰ ἀστροπελέκια εἶνε ὁ ἔλεγχος τῶν γραμμα­τέων καὶ φαρισαίων, τὰ ὀκτὼ ἐκεῖνα «οὐαί» (βλ. Ματθ. 23,13-32). «Οὐαὶ» θὰ πῇ «ἀλλοίμονο». Καὶ γιατί ἆραγε τοὺς ἤλεγξε; 
Γιὰ μία φοβερὴ κακία ποὺ εἶχαν, τὴν ὑποκρισία. «Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ φαρισαῖοι ὑποκριταί…», λέει (Ματθ. 23,13). Τοὺς ἐλέγχει ὁ Κύριος, διότι ἄλλοι ἦταν καὶ ἄλλοι ἐφαίνοντο. Ἂς ποῦμε λίγα λόγια γιὰ τὴν ὑποκρισία.


* * *

Τὴν ὑποκρισία τὴ βλέπουμε καὶ σήμερα, ἀ­γαπητοί μου, στὸ μάταιο αὐτὸ κόσμο. Θέλετε μερικὰ παραδείγματα ὑποκριτῶν; Ἕνας λόγου χάριν εἶνε φιλάργυρος· ἀλλ᾽ ἐνῷ ἀγαπᾷ τὰ τριάκοντα ἀργύρια, προσπαθεῖ ἐν τούτοις μὲ ὡρισμένες ἐξωτερικὲς πράξεις, κάποιες μι­κρὲς ἐλεημοσύνες ποὺ κάνει, κάτι ψίχουλα ποὺ δίνει, νὰ φανῇ φιλάνθρωπος καὶ ν᾽ ἀφήσῃ μιὰ εἰκόνα εὐεργέτου. 
Εἶνε πάλι κάποιος ἄλ­λος ὁ ὁποῖος εἶνε ἄπατρις, δὲν ἀγαπάει τὴν πατρί­δα, τὸ παρελθόν του μαρτυρεῖ ὅτι μισεῖ τὸ ἔ­θνος. Ἐν τούτοις τὸν βλέπεις νὰ κρύβῃ τὸ ἀ­λη­θινὸ φρόνημά του, νὰ παίρνῃ ἄλλο ὕφος, νὰ φορῇ προσωπεῖο καὶ νὰ παρουσιάζεται ἔ­τσι δημοσίως, νὰ δημιουργῇ καὶ πατριωτικὴ κίνησι, καὶ πίσω ἀπὸ αὐτὴν νὰ καλύπτωνται καταχθόνια σχέδια· κάτω ἀπὸ τὸ προσωπεῖο πατριωτικῶν σωματείων κρύβονται κάποτε κατα­χθόνια σχέδια πρὸς δι­άλυσιν τῆς ἱστορι­κῆς μας πατρίδος. 
Φιλάργυρος, καὶ ἐμφανίζε­ται ὡς ἐλεήμων· ἐχθρὸς τῆς πατρίδος, καὶ πα­ρουσιάζεται ὡς πατριώτης.  
Ὁ ἄλλος, ἐνῷ ­εἶ­νε ἀσεβὴς καὶ δὲν ἔχει καμμία σχέσι μὲ τὸ Θεό, γιὰ νὰ ἔ­χῃ ὅμως τὴν ψῆφο τῶν θρησκευ­ομένων, ἐμφα­νίζεται σὲ ἐκκλησίες, κάνει τὸ σταυρό του, ἀ­νάβει κεριά, δείχνει ὄψι θρήσκου ἀνθρώπου, ἐνῷ στὰ βάθη του δὲν ὑ­πάρχει τίποτα τὸ οὐ­σιῶδες· ὅλα εἶνε ἁπλῶς ἕνα ἐπικάλυμμα.  
Ἡ ὑποκρισία ἔχει σχέσι μὲ τὸ θέατρο. Στὴν ἀρχαία τραγῳδία οἱ ἠθοποιοὶ ἐλέγοντο ὑποκριταί. Βλέπεις π.χ. ἐπάνω στὴ σκηνὴ ἕναν πάμπτωχο, ποὺ δὲν ἔχει οὔτε σπίτι οὔτε περι­ουσία, καὶ ξαφνικὰ τὸν ντύνουν βασιλιᾶ· κι ἀνοίγει ἡ αὐλαία καὶ παρουσιάζεται ὡς Μέγας Ἀλέξανδρος. 
Καὶ στὴν καθημερινὴ ζωὴ ὅμως, ὅπως λέει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, οἱ ἄνθρωποι παίζουμε ἕνα θέατρο· ἄλλοι εἴμαστε, καὶ ἄλ­λοι φαινόμαστε. Μοιάζουμε μὲ ἕνα ἐπίχρυσο σκεῦος πού, ἐὰν ξύσῃς μὲ τὸ νύχι σου τὴν ἐ­πι­­φάνεια, ἀπὸ κάτω εἶνε σίδερο, χαλκός, ὕλη εὐ­τελής. Ἐπιχρυσωμένα ἀγγεῖα φαινόμαστε κ᾽ ἐμεῖς.
 Ὁ ὑποκριτὴς ὑπενθυμίζει τὸ μῦθο τοῦ Αἰσώπου ποὺ λέει, ὅτι μιὰ ἀλεποῦ, γιὰ νὰ ξεγελάσῃ τὶς κόττες καὶ νὰ τὶς φάῃ, πῆγε στὸ κοττέτσι ντυμένη σὰν γιατρὸς καὶ ζήτησε νὰ τῆς ἀνοίξουν γιὰ νὰ θεραπεύσῃ τὶς ἄρρωστες κόττες· εὐτυχῶς ὅμως, βλέπον­τας τὴν ἄκρη τοῦ ποδιοῦ της, τὴν κατάλαβαν καὶ γλύτωσαν. Ἀλλὰ ἡ καλύτερη ἀπεικόνισι τῶν ὑποκρι­τῶν εἶνε αὐτὴ ποὺ κάνει ὁ Κύριος στὸ σημερι­νὸ εὐ­αγγέλιο. 
Ὁ ὑποκριτής, λέει, μοιάζει μὲ ἀ­σβεστωμένο τάφο, ποὺ ἀπ᾽ ἔξω γυαλίζει, ἀλλ᾽ ὅταν σηκώσῃς τὴν πλάκα, ἀπὸ κάτω εἶνε κόκκαλα νεκρά, σάρκες σαπισμένες καὶ κάθε ἀ­καθαρσία καὶ δυσωδία. Ἔτσι εἶνε ὁ ὑποκριτής· ἀπ᾽ ἔξω φαίνεται ἐνάρετος, ἀλλ᾽ ἀπὸ μέσα εἶνε γεμᾶτος ἀπὸ κάθε παρανομία (βλ. Ματθ. 23,27-28). 
Ἡ ὑποκρισία κάνει τὴν ἐμφάνισί της σὲ διαφόρους τομεῖς τοῦ βίου.  
⃝ Στὸ γάμο. Μοῦ ᾽λεγε ἕνας νιό­παντρος· Ἡ γυναίκα στὰ μάτια μου φάνταζε σὰν ἄγγελος· τώρα βλέπω ὅ­τι δὲν εἶνε ἔτσι… Τὸ ἴδιο ἰσχύει γιὰ τὶς κοπέλλες. Ἕνας Ἀμερι­κᾶνος, μὲ τὰ δα­χτυλίδια καὶ τὸ ἁμάξι του, πῆ­γε στὶς Πρέσπες, ἀπέσπασε ἀπὸ ἄλλον ὑποψήφιο μιὰ κόρη, τὴν παν­τρεύτηκε καὶ ἔ­φυγαν γιὰ τὸ Σικάγο. Ὅλοι τὴν καλοτύ­χιζαν. Δὲν περνάει ὅ­μως μήνας καὶ ἡ νύφη εἰ­δοποιεῖ τὸν πατέρα της· Ἔλα νὰ μὲ πάρῃς! Τί ἀπεδείχθη· ὁ γαμ­­πρὸς ἦταν γκάγκ­στερ καὶ τὴ νύχτα πῆ­γε νὰ τὴν πνίξῃ… Μιὰ φο­ρὰ πῆγα σὲ κάποιο σπίτι. Πρὶν χτυπή­σω ἀκούω μέσα πάταγο, μάλωναν – χτυπιόντουσαν, καὶ κοντοστάθηκα. Ὅταν ἐν τέλει μοῦ ἄνοιξαν, τὸ ἀν­τρόγυνο παρουσιάστη­καν σὰν ἄγγελοι, μὲ προ­σω­πεῖο εὐγενείας ποὺ κρύβει τὴν ἀγριότητα.  
⃝ Στὸ ἐμπόριο. Προϊόντα εὐτε­λῆ, ἢ δευτέρας καὶ τρίτης διαλογῆς, παρουσιάζονται καὶ πωλοῦνται στὴν ἀγορὰ ὡς τὰ καλύτερα.  
⃝ Στὴν συλλογικὴ δρᾶσι. Στὴν Ἀθήνα ἔγινε ἕ­να συνταρακτικὸ γεγονός. Ἐμφανίστηκε ἕνας σύλλογος ὡς φιλαν­θρωπικός, πολλοὶ ἀπατήθηκαν καὶ ἔγιναν μέλη. Ἀνήγγειλε, ὅτι γιὰ τοὺς σκοπούς του θὰ κάνῃ παράστασι καὶ μαζεύτη­κε κόσμος. Καὶ τὰ μεσάνυχτα, ὡς ἔκπληξι, τί παρουσίασαν; Συγχωρῆστε με ποὺ θὰ τὸ πῶ· μία γυμνὴ ποὺ ἄρ­χισε νὰ χορεύῃ! Ἀπὸ τότε ἔ­πεσε τὸ προσωπεῖο· φάνηκε ὅτι ὁ δῆθεν φιλανθρωπικὸς σύλλογος ἦταν πορνικός.  
⃝ Ὑποκρισία πρὸ παντὸς στὴν πολιτική. Ἐ­λάχιστοι δυστυχῶς εἶνε οἱ πολιτικοὶ ποὺ λένε τὴν ἀλήθεια στὸ λαό. Ἕνας μάλιστα –μὴν ἀ­ναφέρω τὸ ὄνομά του–, ποὺ παρουσιάζεται ὡς σπουδαῖ­ος, σὲ στιγμὲς εἰλικρι­νείας ὡμολόγησε· «Στὴν πολιτικὴ ὑπάρχουν πράγματα ποὺ λέγονται ἀλλὰ δὲν γίνον­ται, καὶ πράγματα ποὺ γίνονται ἀλλὰ δὲν λέγονται». Αὐτὸς εἶνε ὁ ὑποκριτής. 
⃝ Σὲ διεθνὲς τέλος ἐπίπεδο τὴν ὑποκρισία ἀ­σκεῖ ἡ διπλωματία. Ὅταν ἀκοῦτε γιὰ διπλωμάτες, αὐτοὶ εἶνε οἱ μεγαλύτεροι ψεῦτες· ἡ διπλωματία εἶνε ἐπιστήμη τοῦ ψεύδους. Ἡ πα­τρίδα μας, ποὺ πίστεψε σὲ ὑποσχέσεις τῶν με­γάλων, εἶνε θῦμα τῆς διπλωματικῆς ὑποκρισί­ας. Ἂν αὐτοὶ πραγματοποιοῦσαν τὶς ὑποσχέσεις τους, σήμερα καὶ ἡ Κύπρος καὶ ἡ Βόρειος Ἤπειρος θὰ ἦταν ἐλεύθερες.  
Πόσο ἀληθινὸς εἶνε ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ «Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ φαρισαῖοι ὑποκριταί»! Ἡ ὑποκρισία εἶνε μεγάλη ἁμαρτία.

* * *

Ἂν τώρα, ἀδελφοί μου, ἐρευνήσουμε καὶ τὸν ἑ­αυ­τό μας κατὰ τὴν προτροπὴ τῶν προγό­νων μας «ἔνδον σκάπτε», ὅλοι θὰ βροῦμε μέσα μας ὑποκρισία. Τὸ μικρόβιο εἶνε στὶς καρδιὲς καὶ τῶν παιδιῶν. Ὁ αἰώνας μας μάλιστα δι­ακρίνεται γιὰ τὴν ὑποκρισία του. 
Κι ἂν ἐρχόταν πάλι ὁ Χριστός, ὄχι ὀκτὼ ἀλλὰ ὀκτακόσια καὶ ὀκτὼ ἑκατομμύρια «οὐαὶ» θὰ μᾶς ἔλεγε. Νὰ συναισθανθοῦμε ὅ­τι ζοῦμε στὸ ψέμα καὶ νὰ προσπαθήσουμε νὰ γίνουμε εἰλικρινεῖς.   
Ἡ εἰλικρίνεια εἶνε ἡ βάσι τῆς ζωῆς. Ἐὰν ἀφαιρέ­σουμε τὴν εἰλικρίνεια, δὲν ὑπάρχει κοινωνία. Ἂς ἀναστενάξουμε, διότι ζοῦμε μὲ προσωπεῖα καὶ παίζουμε θέατρο. Τὸ θέατρο αὐτὸ θὰ λήξῃ. 
Τὴν ἡμέρα τῆς κρίσεως τὰ προσωπεῖα θὰ πέσουν, ἡ κρίσις θὰ εἶνε αὐστηρὰ καὶ θ᾽ ἀκούσουμε· «Πορεύεσθε ἀπ᾽ ἐμοῦ οἱ κατη­ραμένοι εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον…» (Ματθ. 25,41). Ὁ κόσμος ζῇ στὸ ψέμα. Ὁ Κύριος δίδαξε τὴν εἰλικρίνεια. «Ἔστω ὁ λόγος ὑμῶν ναὶ ναί, οὒ οὔ», εἶπε (Ματθ. 5,37). Ὅπως ἐκεῖνος ἔλεγε τὸ σκότος σκότος καὶ τὸ φῶς φῶς, ἔτσι κ᾽ ἐμεῖς νὰ λάμπουμε ἀπὸ εἰλικρίνεια, γιὰ ν᾽ ἀξιωθοῦ­με τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν· ἀμήν.


(ἱ. ν. Ἁγ. Παντελεήμονος Φλωρίνης 1-4-1991)
 

Δευτέρα 24 Μαρτίου 2014

Η ΔΕΣΠΟΤΟΚΡΑΤΙΑ oμιλ ΜΗΤΡΟΠ. ΦΛΩΡΙΝΗΣ π ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ


Φοβερή ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου. Έγινε στην Αθήνα το 1966. Μιλά σκληρά για τους κακούς επισκόπους, που δεν είναι ούτε θεόκλητοι ούτε δημόκλητοι, αλλά αυτόκλητοι. Καυτηριάζει την πολυτελή ζωή και την φυλαργυρία των, που δεν αρμόζει σε αντιπροσώπους του Χριστού και είναι σκάνδαλο στον πιστό λαό. Επαινεί τους καλούς επισκόπους και συμβουλεύει·
«Ενω αγαπητοί υποκλινώμεθα ενώπιον παλαιών και νέων ιερών μορφών της σεπτής ιεραρχίας μας, δεν υποκλινόμεθα και δεν μας υποχρεώνει ούτε το Ευαγγέλιο ούτε οι Ιεροί Κανόνες, ούτε η Ιστορία της Εκκλησίας να υποκλινόμεθα ενώπιον κακών επισκόπων, που αποτελούν την ανατροπήν του Ευαγγελικού κηρύγματος. Δεν υποκλινόμεθα ενώπιον σκανδαλοποιών ιεραρχών. Δεν υποκλινόμεθα ενώπιον ιεραρχών οι οποίοι εισήλθαν ανωμάλως στην αγίαν μας Εκκλησία. Εάν θέλει κανείς να γίνει επίσκοπος, η αγία μας Ορθοδοξία έχει μονο μία θυρα και πας ο εισερχόμενος δια αυτής είναι επίσκοπος κανονικός....»

ΜΠΟΡΟΥΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΑΙ ΙΕΡΑΡΧΕΣ ΝΑ ΚΑΝΟΥΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟ; [mp3] π. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΚΑΝΤΙΩΤΗΣ

ΜΠΟΡΟΥΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΑΙ ΙΕΡΑΡΧ ΝΑ ΚΑΝΟΥΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝ ΣΥΝΟΔΟ.jpg


ΜΠΟΡΟΥΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΑΙ ΙΕΡΑΡΧΕΣ ΝΑ ΚΑΝΟΥΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟ; [mp3]
Απόσπασμα ομιλία Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου 26.2.1961
«...μπορεῖ νὰ μαζευτοῦν καὶ χίλιοι ἀκόμη δεσποτάδες καὶ νὰ βγάλουν μία ἀ­πόφασι. Νομίζετε ὅτι ἀρκεῖ αὐτὸ γιὰ νὰ εἶνε αὐτὴ μία ἁγία Σύνοδος; Γιὰ νὰ ὀνομασθῇ μία σύνοδος οἰκουμενικὴ ἢ τοπική, ἐκτὸς τοῦ ὅτι αὐτοὶ πρέπει προηγουμένως νὰ νηστέ­ψουν καὶ νὰ παρακα­λέ­σουν τὸ Θεὸ νὰ ἔλθῃ ἐπ᾽ αὐ­τοὺς Πνεῦμα ἅγιο, χρειάζεται καὶ κάτι ἄλλο. Μπορεῖ νὰ γίνῃ καὶ σήμερα μιὰ τοπικὴ σύνοδος, νὰ μαζευτοῦν ὅλοι οἱ ὀρθόδοξοι· ἀλλὰ γιὰ νὰ εἶνε ἡ συνέλευσίς τους ἁγία Σύν­οδος καὶ ὄχι σύνοδος παρανομούντων, πρέπει, μόλις βγῇ καὶ ἀκουστῇ ἡ ἀπόφασις, ν᾽ ἀναπαύσῃ τὸ λαό. Τί ὅρους ἔχει θέσει ἡ Ἐκκλησία μας! Ἔβγαλε λόγου χάριν ἡ σύνοδος μιὰ ἀπόφασι; πρέπει ὅλο τὸ πλήρωμα, μικροὶ καὶ μεγάλοι, νὰ ποῦν «Μάλιστα, ἐδῶ εἶνε ἡ φωνὴ τοῦ Θεοῦ», νὰ ἐπι­δοκιμάσουν δηλαδὴ αὐτὸ ποὺ ἀποφάσισε ἡ σύνοδος. Ἐὰν ὁ εὐσεβὴς λαὸς διαφωνήσῃ --δὲ μᾶς ἐνδιαφέρουν οἱ αἱρετικοὶ ποὺ διαφωνοῦν, ἐννοοῦμε τοὺς πιστούς, τοὺς μοναχούς, αὐ­τοὺς ποὺ πονοῦν τὴν Ἐκκλησία--, ἐὰν αὐτὸς ὁ λαὸς διαφωνήσῃ, τότε ξέρετε τί θὰ γίνῃ; Ἡ σύνοδος δὲν θὰ εἶνε ἁγία, ἀλλὰ θὰ ὀνο­μασθῇ λῃστρική. Καὶ ἔχουμε τέτοιες συνόδους στὴν ἐκκλησιαστι­κὴ ἱστορία. Ὥστε κριτή­ριο πάνω ἀπ᾿ ὅλα εἶνε ὁ λαός, αὐτὸς εἶνε ὁ φύλακας τῆς Ὀρθοδοξίας.
Ἡ Ἐκκλησία μας ἔχει τὸ φιλελεύθερο καὶ συνοδικόν. Ἀπόδειξις αὐτοῦ εἶνε ὅτι στὶς χειροτονίες λαμβάνει μέρος ἀπαραιτήτως ὁ λαός. Ὑπάρχει κανόνας! Ἄλλο τώρα ὅτι πήραμε τοὺς κανόνες καὶ τοὺς θάψαμε. Οἱ κανόνες λένε· δὲν ἐπιτρέπεται διᾶκος ἢ παπᾶς ἢ δεσπότης νὰ χειροτονηθῇ νύχτα μὲ κλειστὲς πόρτες. Ὄχι, δὲν εἶνε ὑπόθεσις οἰκογενειακή, τεσσάρων -- πέντε ἀνθρώπων. Θὰ χειροτονηθῇ Κυρι­ακὴ ἢ μεγάλη ἑορτή, καὶ θὰ εἰδοποιηθῇ νὰ πα­ρίσταται ὅλος ὁ λαὸς ποὺ θὰ τὸν ἔχῃ ποιμένα. Καὶ πρὶν τὴ χειροτονία ὁ προεστὼς θὰ ρωτή­σῃ· --Εἶνε ἄξιος; Ἐὰν ἀπὸ τὸ ἐκκλησίασμα ἀκου­στῇ φωνὴ «ἀνάξι­ος», τί λένε τὰ βιβλία, οἱ κανό­νες; -- ἄλλο τὸ τί γίνεται τώρα· ἡ Ὀρθοδοξία λέει· θὰ σταματήσῃ ἡ χειροτονία καὶ ὁ ἀρχιερεὺς ποὺ ἔχει συνείδησι τῆς ἀποστολῆς του θὰ πῇ· --Ποιός φωνάζει; Ἔλα ἐδῶ, παιδί μου. Τί ἔχεις νὰ πῇς γιὰ τὸν χειροτονούμενο; --Ἔ­χω αὐτὰ κι αὐτά... --Πολὺ καλά. Ἀναβάλλεται ἡ χειροτονία γιὰ δύο μῆνες· δὲν χάθηκε ὁ κόσμος. Καὶ στὸ διάστημα αὐτὸ θ᾿ ἀποδειχθῇ, ἂν οἱ κατηγορίες ἀληθεύουν ἢ εἶνε συκοφαντία.... Δυστυχῶς τώρα, ὄχι πέντε -- δέκα, ἀλλὰ ὅλη ἡ Ἑλλάδα νὰ φωνά­ξῃ «ἀνάξιος», αὐτοὶ μὲ τὴ δύναμι ποὺ διαθέτουν, μὲ βίαια μέσα, χειροτονοῦν τοὺς ἀναξί­ους. Σᾶς λέω ὑπευθύνως· χειροτονίες ποὺ γίνονται μὲ φωνὲς «ἀνάξιος», εἶνε ἀντικανονικές...»
Αναρτήθηκε από