Η ελπίς μου ο Θεός, καταφυγή μου ο Υιός, σκέπη μου το Πνεύμα το Άγιον, Τριάς Αγία Δόξα Σοι

Κυριακή, 30 Μαρτίου 2014

Iκανοποίηση θείας δικαιοσύνης; ( Γ )


Δείτε σχετικά και:
 
ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΣΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ
 
Η  περὶ ἱκανοποιήσεως τῆς θείας δικαιοσύνης θεωρία τοῦ Ἀνσέλμου,  τὴν ὁποία παρουσιάσαμε στὸ  προηγούμενο ἄρθρο, εἶχε τεράστια ἐπίδραση στὴ Δύση. Καὶ τὸ παράδοξο εἶναι τοῦτο: Ἐνῶ ξεκίνησε μὲ τὴν πρόθεση νὰ ἐξηγήσει τὸ μυστήριο τοῦ Σταυροῦ στοὺς ἀπίστους, κατέληξε νὰ ἀποτελέσει τὴ βασικὴ προσέγγιση τοῦ Σταυροῦ γιὰ τοὺς πιστούς. Ἀπὸ ἄπνοο  ἀπολογητικὸ ἔργο ἐξελίχθηκε σὲ δραστικότατη δογματικὴ πραγματεία, σὲ  σημεῖο ὥστε νὰ θεωρεῖται ἄρθρο πίστεως γιὰ τὴ δυτικὴ θεολογία. Τὴ θεωρία, ἀρκετὰ τροποποιημένη, τὴν ἀποδέχθηκαν κορυφαῖοι θεολόγοι τοῦ Ρωμαιοκαθολικισμοῦ, ὅπως ὁ Θωμᾶς ὁ Ἀκινάτης, τὴν ἀποδέχθηκε ἐπίσης, ἂν καὶ χωρὶς ἐπακριβὴ καθορισμὸ τοῦ περιεχομένου της, ἡ Σύνοδος τοῦ Τριδέντου (1545-1563)1, τὴν καθιέρωσε δὲ ἐπακριβῶς ὡς δόγμα ἡ Α΄ Σύνοδος τοῦ Βατικανοῦ (1870).

Ἀρκετὰ διαφοροποιημένη, πρὸς τὸ ὀξύτερο μάλιστα, ἔγινε δεκτὴ ἡ θεωρία τοῦ Ἀνσέλμου στὸ μεγαλύτερο τμῆμα τοῦ προτεσταντικοῦ χώρου. Ἔτσι ὁ Προτεσταντισμός, καὶ στὴ λουθηρανική, κυρίως ὅμως στὴν καλβινικὴ μορφή του, δέχεται τὴ θεωρία τοῦ Ἀνσέλμου ὡς ἱκανοποίηση τῆς ὀργῆς τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεὸς ἀπαιτεῖ ἱκανοποίηση τῆς δικαιοσύνης Του, διότι εἶναι ὀργισμένος ἐξαιτίας τῆς ἁμαρτίας τοῦ ἀνθρώπου. Στὴν ἄποψη δηλαδὴ τοῦ Ἀνσέλμου περὶ ἱκανοποιήσεως τῆς θείας δικαιοσύνης λόγῳ τοῦ ὅτι ἡ ἁμαρτία διεσάλευσε τὴν τάξη τοῦ κόσμου, οἱ προτεστάντες τοποθέτησαν τὴν ἱκανοποίηση τῆς ὀργῆς τοῦ Θεοῦ, τῆς ὀργισμένης θείας δικαιοσύνης.
Σύμφωνα μὲ τὴν κυριαρχούσα προτεσταντικὴ ἀντίληψη ὁ Θεὸς εἶναι ὀργισμένος ἐναντίον τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἀνθρώπου καὶ γι᾿ αὐτὸ εἶναι ἀναγκασμένος νὰ τὸν τιμωρήσει, νὰ τιμωρήσει τὴν ἁμαρτία, γιὰ νὰ ἱκανοποιηθεῖ ἡ δικαίως ὀργισμένη δικαιοσύνη Του. Ἀλλὰ πῶς νὰ ἱκανοποιηθεῖ ἀπὸ τὴν τιμωρία ἑνὸς πεπερασμένου καὶ ἁμαρτωλοῦ πλάσματος, ἀφοῦ ἡ προσβολὴ ποὺ Τοῦ ἔγινε – προσβολὴ πρὸς τὸ ἄπειρο Πρόσωπό Του – εἶχε ἄπειρο βάρος; Ἔπρεπε πρόσωπο ἀναμάρτητο καὶ ἀπείρου ἀξίας νὰ τιμωρηθεῖ γιὰ νὰ Τὸν ἱκανοποιήσει. Ἦταν λοιπὸν ἀναγκασμένος ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς νὰ γίνει ἄνθρωπος καὶ νὰ δεχθεῖ τὴ δίκαιη τιμωρία τῆς ἁμαρτίας. Ἔτσι καὶ ἔγινε. Τὸ δεύτερο Πρόσωπο τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ γεννήθηκε καὶ ὡς ἄνθρωπος. Εἶναι ὁ Χριστός, ὁ Ὁποῖος καὶ σταυρώθηκε γιὰ νὰ δεχθεῖ ἐπάνω Του ὅλη τὴν τιμωρία τῆς ἁμαρτίας, προκειμένου νὰ ἱκανοποιήσει τὴ δίκαιη ὀργὴ τῆς δικαιοσύνης τοῦ Θεοῦ κατὰ τῆς ἁμαρτίας καὶ νὰ δοθεῖ συγχώρηση στὸν ἁμαρτωλὸ ἄνθρωπο.
Ὅπως εἶναι φανερό, καὶ στὴν αὐθεντικὴ ἀνσέλμεια θεωρία τῆς ἱκανοποιήσεως τῆς θείας δικαιοσύνης καὶ πολὺ περισσότερο στὴν προτεσταντικὴ ἐκδοχή της παρουσιάζονται σοβαρὰ προβλήματα. Κι εἶναι ἀξιοσημείωτο τὸ γεγονὸς ὅτι τὶς παθογένειες τῆς θεωρίας αὐτῆς τὶς ἐπεσήμαναν καὶ ἀρκετοὶ δυτικοὶ θεολόγοι – Ρωμαιοκαθολικοὶ καὶ Προτεστάντες – ἰδιαιτέρως κατὰ τὸν 19ο καὶ τὸν 20ὸ αἰώνα. Στὴν ἐποχή μας ὀξύτατη κριτικὴ τῆς θεωρίας ἔχει ἀσκήσει ὁ σπουδαῖος δογματικὸς θεολόγος τοῦ παπισμοῦ Josef Ratzinger (Γιόζεφ Ράτζινγκερ), ποὺ δὲν εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὸν προηγούμενο πάπα Βενέδικτο ΙΣΤ΄. Ὁ πάπας τόνισε πὼς ἡ θεωρία τοῦ Ἀνσέλμου «εἶναι διαποτισμένη ἀπὸ τὴ θεώρηση ἑνὸς σκληροῦ, αἱμοσταγοῦς καὶ ἀπαιτητικοῦ Θεοῦ... τοῦ ὁποίου ἡ αὐστηρὴ δικαιοσύνη ἔχει ἀπαιτήσει ἕνα ἀνθρώπινο θύμα, τὸ θύμα τοῦ Υἱοῦ Του. Καὶ ἀποστρέφεται κανεὶς ἀπὸ ἀποτροπιασμὸ μιὰ τέτοια δικαιοσύνη, τῆς ὁποίας ὁ σκοτεινὸς θυμὸς κάνει τὴν ἀγγελία τῆς ἀγάπης ἀναξιόπιστη»2.
Ἐντυπωσιακὴ ἡ αὐστηρὴ κριτικὴ τοῦ Ratzinger γιὰ μιὰ θεωρία ποὺ ἀποτελεῖ ἀναγνωρισμένο δόγμα τοῦ Ρωμαιοκαθολικισμοῦ. Ἀπὸ πλευρᾶς πάλι Προτεσταντισμοῦ αὐστηρὴ ἐπίσης κριτικὴ τῆς θεωρίας ἔχει ἀσκήσει μεταξὺ τῶν ἄλλων ὁ πολὺ γνωστὸς γιὰ τὶς ριζοσπαστικές του ἀντιλήψεις θεολόγος Harnack (Χάρνακ), ὁ ὁποῖος χαρακτήρισε τὴ θεωρία τοῦ Ἀνσέλμου «δολοφονικὴ ἀπόπειρα κατὰ τοῦ Εὐαγγελίου». Γράφει μάλιστα ὁ Harnack ὅτι αὐτὴ ἡ θεωρία τελειώνει τὴν περιγραφὴ τοῦ σωτηριώδους ἔργου τοῦ Χριστοῦ χωρὶς νὰ παραθέσει κανένα λόγο του. Καὶ εἰρωνευόμενος τὸν Ἄνσελμο σημειώνει: «Αὐτὸς ὁ θεάνθρωπος δὲν χρειάστηκε νὰ κηρύξει καὶ νὰ ἐγκαθιδρύσει καμιὰ βασιλεία, οὔτε νὰ συγκεντρώσει μαθητές· αὐτὸς ἔπρεπε μόνο νὰ πεθάνει»3.
Καὶ ἀπὸ Ὀρθοδόξου πλευρᾶς ἔχει ἀσκηθεῖ κριτικὴ τῆς θεωρίας, συχνὰ μὲ παρόμοιες ἐκφράσεις μὲ αὐτὲς τῶν Ratzinger καὶ Harnack ποὺ ἀναφέραμε, μερικὲς μάλιστα φορὲς μὲ ἀκόμη αὐστηρότερες. Κοινὸ ὅμως χαρακτηριστικὸ τῶν περισσοτέρων ἀπὸ αὐτὲς τὶς κριτικὲς εἶναι ἡ ἀπόδοση στὸν Ἄνσελμο τῆς προτεσταντικῆς ἐκδοχῆς τῆς θεωρίας, πράγμα βέβαια ἐπιστημονικῶς ἀπαράδεκτο, ἂν καὶ σὲ κάποιο βαθμὸ ἐξηγήσιμο, δεδομένου ὅτι μέχρι τὴ δημοσίευση τῆς μελέτης τοῦ καθηγητοῦ κ. Τσελεγγίδη ἦταν ἄγνωστη ἡ καθαυτὸ μορφή της. Φυσικὰ ὑπῆρχε πλήρης ξενόγλωσση βιβλιογραφία, ἀλλὰ ἡ ἄγνοιά της ἢ ἴσως καὶ συνειδητὴ ἀποσιώπησή της ξεφεύγουν ἀπὸ τὰ ὅρια αὐτῆς ἐδῶ τῆς μελέτης.
Ἀλλὰ γιὰ τὸ θέμα τῆς ἐπιδράσεως τῆς θεωρίας αὐτῆς στὸν Ὀρθόδοξο χῶρο καὶ τὰ σχετικὰ θὰ χρειασθεῖ νὰ ἐπανέλ-θουμε
…………………………………………
1. Δημ. Ἰ. Τσελεγγίδη, Ἡ ἱκανοποίηση τῆς θείας δικαιοσύνης κατὰ τὸν Ἄνσελμο Καντερβουρίας, σελ. 36, ὑποσημ. 88.
2. Δημ. Ἰ. Τσελεγγίδη, ὅ.π., σελ. 133-134.
3. Δημ. Ἰ. Τσελεγγίδη, ὅ.π., σελ. 138 καὶ 38

Περιοδικό Ο ΣΩΤΗΡ1/11/2013
 http://aktines.blogspot.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου