Η ελπίς μου ο Θεός, καταφυγή μου ο Υιός, σκέπη μου το Πνεύμα το Άγιον, Τριάς Αγία Δόξα Σοι

Τετάρτη, 7 Μαΐου 2014

ΤΑ ΤΡΙΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΠΡΟΦΗΤΕΥΕΤΑΙ ΟΛΗ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΟΣ –2 («Κάντε μας σκλάβους, μὰ χορτάστε μας»)



Ἀπόσπασμα [B´] ἀπὸ τὸ μυθιστόρημα
τοῦ Φιοντόρ Ντοστογιέφσκυ
«Ἀδελφοὶ Καραμαζώφ»,
μετάφρ. Ἄρ. Ἀλεξάνδρου, 
ἐκδ. Γκοβόστη, χ. χρ. τόμ. 2,
σελ. 106-108

Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

Α´ Μέρος: ΤΑ ΤΡΙΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΠΡΟΦΗΤΕΥΕΤΑΙ ΟΛΗ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΟΣ –1 https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/03/22/τὰ-τρία-ἐρωτήματα-ποὺ-προφητεύεται1/

»Δὲς τώρα καὶ μόνος Σου ποιός εἶχε δίκιο: Ἐσὺ ἢ ἐκεῖνος ποὺ Σὲ ρωτοῦσε τότε; Θυμήσου τὸ πρῶτο ἐρώτημα. Ἂν καὶ δὲ σ᾽ τὸ λέω κατὰ λέξη, μὰ τὸ νόημα ἦταν τοῦτο: «Θέλεις νὰ πᾶς στὸν κόσμο καὶ πηγαίνεις μ᾽ ἀδειανὰ τὰ χέρια, μὲ κάποια ὑπόσχεση ἐλευθερίας ποὺ οἱ ἄνθρωποι μὲ τὴν ἠλιθιότητά τους καὶ μὲ τὴν ἔμφυτή τους διαφθορὰ δὲν μποροῦν οὔτε κἂν νὰ τὴν κατανοήσουν, ποὺ τὴ φοβοῦνται καὶ τὴ σκιάζονται, γιατὶ τίποτα κα ποτ δν πρξε γι τν νθρωπο κα τν νθρώπινη κοινωνία πι φόρητο π᾽ τν λευθερία! Ἐνῶ, βλέπεις αὐτὲς τὶς πέτρες μέσα σὲ τούτη τὴ γυμνὴ πυρακτωμένη ἔρημο; Κάνε ᾽τες ψωμιὰ κι ἡ ἀνθρωπότητα θὰ τρέξει ἀπὸ πίσω Σου σὰν κοπάδι, γεμάτη εὐγνωμοσύνη κι ὑπακοή, ν κα πάντα θ τρέμει π φόβο πς θ μποροσες ν᾽ ποτραβήξεις τ χέρι Σου κα ν πάψεις ν τος δίνεις τ ψωμιά Σου». Μὰ Σὺ δὲν θέλησες νὰ στερήσεις ἀπ᾽ τὸν ἄνθρωπο τὴν ἐλευθερία κι ἀπέρριψες τὴν προσφορά, γιατί σκέφτηκες: Τί λευθερία θά ᾽ναι ατή, ταν πακο θ ξαγοραστε μ ψωμιά; Πρόβαλες τὴν ἀντίρρηση πὼς ὁ ἄνθρωπος οὐκ ἒπ᾽ ἄρτῳ μόνον ζήσεται, μὰ τὸ ξέρεις τάχα πὼς ἐν ὀνόματι αὐτοῦ τοῦ ἴδιου τοῦ γήινου ἄρτου θὰ ξεσηκωθεῖ ἐναντίον Σου τὸ πνεῦμα τῆς γῆς, θὰ Σὲ πολεμήσει καὶ θὰ Σὲ νικήσει κι ὅλοι θὰ τὸ ἀκολουθήσουν φωνάζοντας: «Ποιὸς μοιάζει μ᾽ αὐτὸ τὸ θηρίο ποὺ μᾶς ἔδωσε τὴ φωτιὰ τ᾽ οὐρανοῦ!» Τὸ ξέρεις πὼς θὰ περάσουν αἰῶνες κι αἰῶνες κι ἡ ἀνθρωπότητα θὰ διακηρύξει μ τ στόμα τς Σοφίας κα τς πιστήμης της πὼς ἔγκλημα δὲν ὑπάρχει, κα πὼς συνεπς δν πάρχει κα μαρτία καὶ πὼς ὑπάρχουν μονάχα πεινασμένοι; «Χόρτασέ τους καὶ τότε μονάχα νὰ τοὺς ζητᾶς ἀρετή!» Νὰ τί θὰ γράψουν στὴ σημαία ποὺ θὰ σηκώσουν ἐναντίον Σου καὶ ποὺ μ᾽ αὐτὴν θὰ γκρεμίσουν τὸν ναό Σου. Στὴ θέση τοῦ ναοῦ Σου θὰ ὑψωθεῖ ἕνα νέο οἰκοδόμημα, ἕνας καινούργιος φοβερὸς πύργος τῆς Βαβὲλ καί, μόλο ποὺ κι αὐτὸς δὲν θὰ τελειώσει, ὅπως κι ὁ προηγούμενος, ὅμως παρ᾽ ὅλ᾽ αὐτὰ θὰ μποροῦσες νὰ τὸν ἀποφύγεις αὐτὸν τὸν νέο πύργο καὶ νὰ συντομέψεις κατὰ χίλια χρόνια τὰ βάσανα τῶν ἀνθρώπων – γιατί σὲ μᾶς θά ᾽ρθουν πάλι, ἀφοῦ καταβασανιστοῦν μὲ τὸν πύργο τους! Θά ᾽ρθουν νὰ μᾶς βροῦν κάτω ἀπ᾽ τὴ γῆ, στὶς κατακόμβες (γιατί τότε θὰ μᾶς διώκουν καὶ θὰ μᾶς βασανίζουν πάλι) θὰ μᾶς βροῦν καὶ θὰ μᾶς ἐκλιπαρήσουν: «Δῶστε μας νὰ φᾶμε, γιατί κεῖνοι ποὺ μᾶς ὑποσχέθηκαν τὴ φωτιὰ τ᾽ οὐρανοῦ δὲν μᾶς τὴν δώσανε». Καὶ τότε πιὰ ἐμεῖς θ᾽ ἀποτελειώσουμε τὸ χτίσιμο τοῦ πύργου τους, γιατί θὰ τὸν ἀποτελειώσει μονάχα κεῖνος ποὺ θὰ τοὺς χορτάσει. Καὶ θὰ τοὺς χορτάσουμε μονάχα ἐμεῖς ἐν ὀνόματί Σου καὶ ψευδόμενοι πὼς εἶναι ἐν ὀνόματί Σου. Ὤ, ποτέ, ποτέ τους δὲν θὰ χορτάσουν χωρὶς ἐμᾶς. Καμιὰ ἐπιστήμη δὲν θὰ τοὺς δώσει ψωμὶ ὅσο θὰ μένουν ἐλεύθεροι, μ στ τέλος θά ᾽ρθουν ν καταθέσουν τν λευθερία τους στ πόδια μας κα θ μς πον: «Κάντε μας σκλάβους, μ χορτάστε μας». Θὰ καταλάβουν ἐπιτέλους μονάχοι τους πὼς ἡ ἐλευθερία καὶ τὸ γήινο ψωμὶ οὔτε κατὰ διάνοια δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ ἐπαρκέσουν γιὰ ὅλους, γιατί ποτέ, ποτέ τους δὲν θὰ τὸ καταφέρουν νὰ τὰ μοιράσουν μεταξύ τους! Θὰ πεισθοῦν ἀκόμα πὼς ποτὲ δὲν θὰ γίνουν ἐλεύθεροι, γιατί εἶναι ἀδύναμοι, διεφθαρμένοι, μηδαμινοὶ κι ἐπαναστάτες. Σὺ τοὺς ὑποσχέθηκες τὸν ἄρτον τὸν ἐπουράνιον, μὰ Σοῦ ξαναλέω: Μπορεῖ τάχα νὰ συγκριθεῖ μὲ τὸν ἐπίγειο, στὰ μάτια αὐτῆς τῆς ἀνθρώπινης ράτσας, τῆς ἀνίσχυρης, τῆς πάντα χυδαίας καὶ διεφθαρμένης; Κι ἂν ἐν ὀνόματι τοῦ ἐπουράνιου ἄρτου θὰ Σὲ ἀκολουθήσουν οἱ χιλιάδες καὶ μυριάδες τί θ᾽ πογίνουν τ κατομμύρια κα δισεκατομμύρια νθρώπινα πλάσματα πο εναι νίκανα ν προτιμήσουν τν πουράνιο ρτο π᾽ τν πίγειο; Ἤ, μήπως τάχα ἀγαπᾶς μονάχα τὶς δεκάδες χιλιάδες τοὺς μεγάλους καὶ ἰσχυρούς, ἐνῶ τὰ ἑκατομμύρια οἱ ἀδύναμοι, τὰ πολυάριθμα σὰν τὴν ἄμμο τῆς θάλασσας, ποὺ Σ᾽ ἀγαποῦν ὡστόσο, θὰ πρέπει νὰ χρησιμέψουν μονάχα σὰν ὑλικὸ γιὰ τοὺς μεγάλους καὶ τοὺς ἰσχυρούς; Ὄχι, ἐμεῖς ἀγαπᾶμε καὶ τοὺς ἀδύναμους. Εναι διεφθαρμένοι κι παναστάτες μ τελικ ατο σα-σα εναι πο θ γίνουν πάκουοι. Θὰ μᾶς θαυμάζουν καὶ θὰ μᾶς θεωροῦν θεούς τους, γιατί μπήκαμε ἐπὶ κεφαλῆς τους καὶ δεχτήκαμε τὸ βάρος τῆς ἐλευθερίας ποὺ ἐκεῖνοι τὴ φοβήθηκαν καὶ νὰ κυριαρχοῦμε πάνω τους – τόσο νυπόφορο θ τος εναι στ τέλος ν εναι λεύθεροι! Ἐμεῖς ὅμως θὰ ποῦμε πὼς ὑπακοῦμε σὲ Σένα καὶ πὼς ἐξουσιάζουμε, ἐν ὀνόματί Σου. Θὰ τοὺς ἐξαπατήσουμε καὶ πάλι, γιατί δὲν θὰ Σ᾽ ἀφήσουμε πιὰ νὰ πλησιάσεις κοντά μας. Σ᾽ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν ἀπάτη θὰ συνίσταται ἡ ὀδύνη μας, γιατί θά ᾽μαστε ἀναγκασμένοι νὰ ψευδόμαστε. Νὰ τί σημαίνει κεῖνο τὸ πρῶτο ἐρώτημα τῆς ἐρήμου καὶ νὰ τί ἀπέκρουσες ἐν ὀνόματι τῆς ἐλευθερίας ποὺ τὴν ἔβαλες ὑπεράνω ὅλων. Κι ὅμως σ᾽ αὐτὸ τὸ ἐρώτημα βρίσκεται τὸ μεγάλο μυστικὸ του κόσμου τούτου.

duccio-tentazioni-cebacf85cf81ceb9ceb1cebaceae

Ἂν ἀποδεχόσουν τοὺς «ἄρτους», θ᾽ ἀπαντοῦσες στὴ συμπαντικὴ καὶ προαιώνια ἀνθρώπινη λαχτάρα τόσο τοῦ ἀτόμου ὅσο καὶ τοῦ συνόλου, δηλαδή: «ποιόν νὰ προσκυνήσω;» Δν πάρχει πι κατάπαυστη κα πι βασανιστικ φροντίδα γι τν νθρωπο, ταν μένει λεύθερος, παρ πς ν βρε σο γίνεται γρηγορότερα κάποιον ν προσκυνάει. Μ νθρωπος θέλει ν προσκυνήσει κάτι πο εναι ναμφισβήτητο, τόσο ναμφισβήτητο πο λοι ο νθρωποι ν συμφωνήσουν μονομις πς πρέπει ν τ προσκυνήσουν. Γιατί ἐκεῖνο ποὺ βασανίζει αὐτὰ τ᾽ ἀξιολύπητα πλάσματα δεν εἶναι μονάχα νὰ βροῦν κάτι ποὺ ἐγὼ ἢ ἕνας ἄλλος νὰ μπορεῖ νὰ τὸ προσκυνήσει, μ ν βρον κάτι πο ν τ πιστεύουν λοι κι λοι ν τ προσκυννε κι παραίτητα ατ ν τ κάνουν λοι μαζίΑὐτή ἴσα-ἴσα νάγκη τς γενικς λατρείας εἶναι τὸ μεγαλύτερο μαρτύριο τοῦ κάθε ἀνθρώπου χωριστὰ καὶ ὅλης τῆς ἀνθρωπότητας ἀπ᾽ τὴν ἀρχὴ τοῦ κόσμου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου