Έλπίς μου ὁ Πατήρ, καταφυγή μου ὁ Υἱός, Σκέπη μου τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον. Τριὰς Ἁγία, δόξα Σοι.

Δεῦτε ἀπὸ θέας Γυναῖκες εὐαγγελίστριαι, καὶ τῇ Σιὼν εἴπατε· Δέχου παρ΄ ἡμῶν Χαρᾶς Εὐαγγέλια, Τῆς Ἀναστάσεως Χριστοῦ. Τέρπου, χόρευε, καὶ ἀγάλλου Ἱερουσαλήμ, τὸν Βασιλέα Χριστόν, θεασαμένη ἐκ τοῦ μνήματος, ὡς Νυμφίον προερχόμενον.


Παρασκευή 4 Νοεμβρίου 2011

Η πίστη στο θαύμα


Κ.Ι.Χ.























Κυριακὴ Ζ΄ Λουκᾶ (Λουκ. 8,41-56)

«Μὴ φοβοῦ, μόνον πίστευε…» (Λουκ. 8,50)

ΣΤΟΝ κόσμο αὐτόν, ἀγαπητοί μου, ὑπάρχει στενοχώρια, θλῖψις, πόνος, βάσανα, δάκρυα. 
Δὲν ὑπάρχει μάτι ἀδάκρυτο. 
Κλαῖνε οἱ ἄντρες, κλαῖνε οἱ γυναῖκες, κλαῖνε τὰ παιδιά, κλαῖνε οἱ φτωχοί, κλαῖνε οἱ πλούσιοι. 
Μὲ κλάμα μπαίνουμε στὴ ζωὴ αὐτὴ καὶ μὲ κλάμα φεύ­γουμε. 
«Κοιλά­­δα κλαυθμῶνος» τὴν ὀνομάζει ἡ ἁγία Γραφή (Ψαλμ. 83,7· βλ. Κριτ. 2,5). 
Κι ἂν κατέβαινε ἄγγελος ἀπ᾽ τὸν οὐρανὸ νὰ μαζέψῃ τὰ δά­κρυα ποὺ χύνονται, 
θὰ ἔφτειαχνε μιὰ μεγάλη λίμνη· θὰ ἦ­ταν ἡ λίμνη τῶν δακρύων τοῦ ἀνθρωπίνου γένους.
Ὁ κόσμος κλαίει γιὰ διάφορες αἰ­τί­ες κ᾽ ἡ γῆ ἀναστενάζει. 
Ἀλλ᾽ ὑπάρχει ―δόξα τῷ Θεῷ― κάποιος ποὺ στεγνώνει τὰ δάκρυα τῆς ἀνθρω­πότητος. 
Κι αὐτὸς ὁ κάποιος, ποὺ σκουπίζει τὰ δάκρυα τῶν πονεμένων, εἶνε ὁ Κύριος ἡ­μῶν Ἰησοῦς Χριστός. 
Τὸν ἀκοῦμε σήμερα στὸ εὐαγγέλιο νὰ λέῃ· «Μὴ κλαίετε» (Λουκ. 8,52). 
Πῶς τὸ εἶπε αὐτὸ τὸ «Μὴ κλαίετε»;

* * *

Λέει τὸ εὐαγγέλιο ―ἐλπίζω νὰ τὸ προσέξατε―, ὅτι ὁ Χριστὸς ἦταν σὲ κάποια πόλι. 
Ἐ­κεῖ τὸν πλησίασε κάποιος, ἔπεσε στὰ πόδια του καὶ τὸν παρακαλοῦσε. 
Μὰ τί εἶχε ὁ ἄν­θρω­πος αὐτός; ἦταν φτωχὸς καὶ ζητοῦσε ἐ­λεημο­­σύνη, ἄσημος καὶ ἤθελε βοήθεια; 
Ὄχι. Ἦ­ταν πλούσιος μὲ ἀξίωμα καὶ σπίτι μέγαρο. 
Τί νὰ τὰ κάνῃ ὅμως αὐτά; Θὰ προτιμοῦσε νά ᾽νε φτω­χὸς καὶ ἄσημος καὶ νὰ κάθε­ται σὲ μιὰ καλύβα, 
παρὰ τώρα ποὺ τὰ εἶχε ὅλα κι ὅμως στὴν οἰ­κογένειά του ἦρθε ἡ συμφορά. 
Ποιά συμφο­ρά; 
Τὸ μονάκριβο κοριτσάκι ποὺ εἶχε, 12 χρο­νῶν, λουλούδι – κρίνο τοῦ οὐρανοῦ, ἔπεσε ἄρ­ρωστο στὸ κρεβάτι. 
Ἔφερε γιατρούς, ἀγόρασε φάρμακα, ἀλλὰ τὸ κοριτσάκι ἔσβηνε ὅπως σβή­νει τὸ καντήλι, ὅπως σβήνει ἡ λαμπάδα. 
Μόνη ἐλ­πίδα τοῦ ἔμεινε ὁ Χριστός. 
Πίστευε ὅτι, ἂν πάῃ σ᾽ αὐτὸν καὶ πέσῃ μπροστά του καὶ τὸν πα­ρακαλέσῃ, 
ἐκεῖνος μπορεῖ νὰ τὸ κάνῃ καλά. Καὶ ἦρθε. Γονάτισε μπροστά του καὶ τὸν παρακαλοῦσε. 
Κι ὁ Χριστὸς τὸν ἄκουσε καὶ ξεκίνησε μαζί του γιὰ τὸ σπίτι.
Καθὼς βάδιζαν, στὸ δρόμο μαζεύτη­κε κόσμος πολύς. 
Ἦταν τόσος ὁ συνωστισμός, ποὺ μῆ­λο νά ᾽ρριχνες δὲν ἔπεφτε κάτω. 
Ὅλοι ἔ­σπρω­χναν, κι ὁ Χριστὸς σ᾽ αὐτὴ τὴν τεράστια αὐθόρμητη διαδήλωσι δύσκολα περπατοῦσε.
Σὲ μιὰ στιγμὴ σταματᾷ, ῥίχνει μιὰ ματιὰ γύρω καὶ λέει· 
―«Ποιός μὲ ἄγγιξε;» (ἔ.ἀ. 8,45). Ὁ Πέτρος λέει· 
―Δάσκαλε, ἐδῶ ὅλοι σπρώχνουν, ὅ­λοι σ᾽ ἀγγίζουν, καὶ λὲς «ποιός μὲ ἄγγιξε;»; 
Μὰ ὁ Χριστὸς ἐννοοῦσε κάτι σπουδαῖο· ἐννοοῦ­σε, ὅτι κάποιος τὸν ἄγγιξε μὲ μεγάλη πίστι. «Κάποιος μὲ ἄγγιξε», 
ἐπιμένει ὁ Χριστός, «ἐ­γὼ αἰ­σθάνθηκα ὅτι βγῆκε ἀπὸ μένα δύναμι».
Τότε, καθὼς ἔγινε σιωπή, μέσα ἀπὸ τὸν κόσμο παρουσιάζεται μιὰ γυναίκα. 
Πλησίασε τρέ­μοντας σὰν τὸ φύλλο. 
―Κύριε, λέει, ἐ­γὼ εἶ­μαι ποὺ σὲ ἄγγιξα· ἀλλά, συχώρεσέ με, ἤ­μουν ἄρ­ρωστη, 
ἔπασχα ἀπὸ γυναικεία ἀσθένεια, εἶ­χα αἱμορραγία. Στράγγισα χάνοντας τὸ αἷμα μου. 
Ἄρρωστη 12 χρόνια, ξώδεψα μιὰ περιου­σία σὲ γιατρούς καὶ φάρμακα, μὰ δὲν πέτυχα τίποτα. 
Ἡ μόνη ἐλπίδα μου ἤσουν ἐ­σύ. Καὶ ἦρθα λέγον­­τας μέσα μου· 
«Μόνο τὸ ροῦ­χο του ἔστω ν᾽ ἀγ­γίξω, θὰ γίνω καλά» (Ματθ. 9,21. Μᾶρκ. 5,28). 
Ἔτσι πλη­σίασα· καὶ μόλις σὲ ἄγγιξα θεραπεύθηκα. 
Τότε ὁ Χριστὸς εἶπε· «Θάρ­­σει, θύγατερ, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε· πορεύου εἰς εἰρήνην» (Λουκ. 8,48).
Πρὶν τελειώσῃ τὰ λόγια αὐτὰ κ᾽ ἐνῷ δὲν εἶ­χαν ἀκόμα φτάσει στὸ σπίτι, ἔρχεται κάποιος ἀπὸ ἐκεῖ 
καὶ φέρνει στὸν Ἰάειρο τὸ θλιβερὸ ἄγ­γελμα· 
Τὸ κορίτσι σου πέθανε, μὴν ἐνοχλεῖς πλέον τὸν διδάσκαλο. 
Ὁ Χριστὸς ὅμως, ποὺ τ᾽ ἄκουσε, τοῦ λέει· «Μὴ φοβοῦ· μόνον πίστευε, καὶ σωθήσεται» (ἔ.ἀ. 8,50).
Φθάνουν στὸ σπίτι, ὅ­που εἶχαν μαζευτῆ καὶ ἔκλαιγαν γείτονες φίλοι καὶ συγγενεῖς. 
«Μὴ κλαί­ετε», τοὺς λέει ὁ Χριστός· «οὐκ ἀπέθανεν, ἀλλὰ καθεύδει», δὲν πέ­­θανε ἀλλὰ κοιμᾶται (ἔ.ἀ. 8,52). 
Κοιμᾶται; Ὅταν ἄ­κουσαν τὸ λόγο αὐτό, ἄρχισαν νὰ κοροϊδεύουν τὸ Χριστό. 
Ἐκεῖνος ὅμως, ἀφοῦ τοὺς ἔ­βγαλε ὅλους ἔξω, μπῆκε μέσα μὲ τοὺς τρεῖς μα­θητάς του καὶ τοὺς γονεῖς. 
Ἔπιασε τὸ χέρι τοῦ κοριτσιοῦ καὶ εἶπε· 
«Σήκω ἐπάνω»! Κι ἀ­μέσως ἔγινε τὸ θαῦμα, τὸ μεγάλο θαῦμα· τὸ κορί­τσι ἀναστήθηκε, κι ὅλοι εἶδαν καὶ θαύμασαν.

* * *

Στὸ εὐαγγέλιο αὐτό, ἀγαπητοί μου, βλέπου­με ὅτι τόσο τὸ ἕνα θαῦμα ὅ­σο καὶ τὸ ἄλλο ὀ­φεί­λονται στὴν πίστι.
 Ἡ αἱ­μορροοῦσα πίστευε ὅτι, καὶ μόνο ν᾽ ἀγγίξῃ τὸ ἔνδυμα τοῦ Χριστοῦ, φτάνει. 
Καὶ ὁ Ἰάει­ρος πίστευε, ὅτι ὁ Χριστὸς μπορεῖ νὰ σώσῃ τὸ κορίτσι του. 
Τὴν πίστι αὐ­τὴ βράβευσε ὁ Χριστός· θεράπευσε τὴ γυναῖ­κα καὶ ἀνέστησε τὴν κόρη.
Ὅπως λοιπὸν πίστευαν αὐτοί, ἔτσι νὰ πιστεύ­­ουμε κ᾽ ἐμεῖς. Νά ᾽χουμε πίστι βράχο! 
Νὰ πιστεύουμε ὄχι 1 ἢ 2 ἢ 3%, ἀλλὰ 100%. 
Ὅπως εἴ­μαστε βέβαιοι ὅτι ὑπάρχει ἥλιος καὶ σελήνη καὶ ἀστέρια, 
ἔτσι μέσα στὴν ψυχή μας νὰ ὑπάρ­χῃ ἑ­δραία πεποίθησι 
καὶ βεβαιότης γιὰ τὶς οὐράνιες πνευματικὲς πραγματικότητες. 
Τί νὰ πιστεύουμε; Ὅ,τι διδάσκει ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία.
⃝ Νὰ πιστεύουμε πρῶτα – πρῶτα, ὅτι ὑπάρχει Θεός. 
Αὐτὸ εἶνε τὸ ἄλφα, θεμελιώ­δης ἀλήθεια. 
Μόνο ἀνόητοι, ἀρνοῦνται νὰ πιστέψουν στὸ Θεό. 
Ἁπλῆ λογικὴ μᾶς ὁδηγεῖ νὰ παραδεχθοῦμε ὅ­τι ὑπάρχει Θεός. 
Ὅπως ἕνα σπίτι κάποιος τὸ χτίζει, ἔτσι καὶ τὴν πελώρια αὐτὴ οἰκοδομὴ 
μὲ τοὺς ἀναρι­­θμήτους ὀρόφους, μέχρι τὰ ἄστρα τοῦ οὐρα­νοῦ, κάποιος τὴν ἔχτισε. 
«Πᾶς οἶκος κατα­σκευ­άζεται ὑπό τινος, 
ὁ δὲ τὰ πάντα κατα­σκευάσας Θεός», λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος (Ἑβρ. 3,4). 
Ἕνα ρολόι κάποιος τὸ φτειάχνει· δὲ φυτρώνουν τὰ ρολόγια στὰ χωράφια. 
Ἀλλὰ τί εἶνε ἕνα ρολόι μπροστὰ στὸ μεγάλο ρολόι ποὺ λέγεται σύμπαν, ρολόι «ζενίθ», 
ποὺ εἶνε κουρ­δισμένο μὲ τέτοια ἀκρίβεια; Ἕνα ἄγαλμα κάποιος τὸ φτειάχνει. 
Μὰ τί εἶνε καὶ τὸ πιὸ τέλειο ἄγαλμα μπροστὰ στὸ ζωντανὸ ἄγαλμα ποὺ λέ­γεται ἄνθρωπος; 
Ἕνα μάτι, ἕνας παλμός, κ᾽ ἕνα κύτταρό του ἀκόμα φτάνει ν᾽ ἀποδείξῃ ὅτι ὑπάρχει Θεός. 
Ἕνα αὐτοκίνητο τρέχει, καὶ κάποιος τὸ ὁδηγεῖ· δὲν ὑπάρχει αὐτοκίνητο χωρὶς ὁδηγό. 
Μὰ τί εἶνε ἕνα αὐτοκίνητο ἐν συγκρίσει μὲ τὰ δισεκατομμύρια αὐτοκίνητα, τὰ ἄστρα, ποὺ τρέχουν στὸν οὐρανό; 
Ὑπάρχει λοιπὸν Θεός, εἶνε πίστις βαθειὰ μέσα μας. 
Μόνο ἄνθρωποι ποὺ σάλεψαν τὰ μυα­λά τους μποροῦν νά ᾽νε ἄθεοι. 
Ἡ Γραφὴ λέει· «Εἶπεν ἄ­φρων ἐν καρδίᾳ αὐτοῦ· οὐκ ἔστι Θεός» (Ψαλμ. 52,2).
⃝ Τὸ ἕνα λοιπόν, νὰ πιστεύουμε ὅτι ὑπάρχει Θεός. Τὸ δεύτερο, νὰ πιστεύουμε ὅτι ὁ Θεὸς εἶ­νε τρία πρόσωπα· 
Πατήρ, Υἱὸς καὶ ἅγιο Πνεῦ­μα – Τριὰς ἁγία, σῶσε μας τοὺς ἁμαρτωλούς. 
Εἶνε τὸ μυστήριο τὸ μέγα καὶ ἀσύλληπτο.
⃝ Τὸ τρίτο εἶνε, νὰ πιστεύουμε ὅτι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἔγινε ἄνθρωπος. 
Τὸ δεύτερο πρόσωπο τῆς ἁγίας Τριάδος κατέβηκε στὴ γῆ. 
Ὅπως ὁ ἀετὸς χαμηλώνει ἀπὸ τὰ ὕψη καὶ ἀγγίζει τὴ γῆ, ἔτσι ὁ Χριστὸς χαμήλωσε, 
ἦρθε ἐδῶ καὶ ἔγινε ἄνθρωπος παίρνοντας σάρκα καὶ αἷμα ἀπὸ τὴν ὑπεραγία Θεοτόκο. 
Γεννήθηκε στὸ σπήλαιο, βα­πτίσθηκε στὸν Ἰορδάνη, σταυρώθηκε στὸ Γολ­γοθᾶ, 
ἀναστήθηκε ἐκ νεκρῶν, ἀναλήφθηκε στοὺς οὐρανούς, καὶ τέλος πάλι θὰ ἔρθῃ «κρῖ­ναι ζῶντας καὶ νεκρούς» (Σύμβ. πίστ. 7). 
Ὁ Χριστὸς εἶνε ὁ ἐνανθρωπήσας Θεός, ὁ Θεάνθρωπος.
⃝ Πίστευε ὅτι ὑπάρχει Θεὸς Τριαδικός, ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε Θεάνθρωπος· πίστευε ἀκόμα, 
ὅτι οἱ νεκροὶ θ᾽ ἀναστηθοῦν. Ὁ ἄνθρωπος δὲν ψο­φάει σὰν τὸ ζῷο, ἀλλὰ ζῇ αἰωνίως. 
Ἡ ζωὴ αὐ­τὴ εἶνε ἡ μικρή· πέρα ἀπὸ τὸν τάφο ἀρχίζει ἡ μεγάλη, ἡ αἰώνια ζωή. 
Μὲ τὸ θάνατο δὲν σβή­νουμε, ἀλ­λὰ γεννώμεθα σὲ μιὰ ἄλλη ζωή. 
Προσέξατε τί εἶ­πε ὁ Χριστός; «Δὲν πέθανε, ἀλλὰ κοιμᾶ­ται». 
Ὅ­πως ἕνας ποὺ κοιμᾶται ξυπνάει, ἔτσι εἶνε βέβαιο ὅ­τι καὶ οἱ νεκροὶ θ᾽ ἀναστηθοῦν. 
Ὁ ἅ­γι­ος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς ἔλεγε· «Ὁ ὕπνος τί εἶνε; Μικρὸς θάνατος, καὶ ὁ θάνατος μεγάλος ὕπνος» (ἡμ. ἔργ. σ. 188). 
Ὅσο εἶνε βέβαιο ὅτι τὸ παιδάκι ποὺ κοι­­μᾶται θὰ ξυπνήσῃ, 
τόσο βέβαιο εἶνε ὅ­τι ὅταν σαλπί­σῃ ἡ σάλπιγξ τοῦ ἀρχαγγέλου οἱ νεκροὶ θ᾽ ἀ­να­στηθοῦν 
(βλ. Ἰωάν. 5,25. Α΄ Κορ. 15,29. Α΄ Θεσ. 4,14). 
Γι᾽ αὐτὸ οἱ Χριστιανοὶ στὸν Πόντο, στὴ Μικρὰ Ἀσία, στὴ Μακεδονία πάνω στοὺς τάφους δὲν ἔγρα­φαν 
«Ἀπέθανε» ἀλλὰ «Ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ».

* * *

Ὅσο ἀξίζει, ἀγαπητοί μου, ἕνα δράμι ἀπὸ τὴν πίστι ἐκείνη τῶν προγόνων μας, δὲν ἀξίζει ὁ κόσμος ὅλος. 
Ἔχουμε τὴν πίστι αὐτή; Δὲν τὴν ἔχουμε. Οὔτε παπᾶδες καὶ δεσποτάδες. 
Ζοῦμε σὲ ἐποχὴ ἀπιστίας καὶ ἀθεΐας. 
Γι᾽ αὐτὸ σὰν τὸν Ἰάειρο ἂς γονατίσουμε μπροστὰ στὸ Χριστὸ κι ἂς τὸν παρακαλέσουμε νὰ μᾶς δώσῃ πίστι· τίποτε ἄλλο. 
Δός μας πίστι, Κύριε! (πρβλ. Λουκ. 17,5). 
Ἡ πίστι εἶνε τὸ φῶς ποὺ φωτίζει καὶ θερμαίνει. Ἡ πίστι παρηγορεῖ, ἐνισχύει, κάνει θαύματα. 
Τὸ κυριώτερο, ἡ πίστις μᾶς ἑνώνει μὲ τὸ Χριστό· κι ὅταν εἴμαστε ἕνα μὲ τὸ Χριστό, ἔχουμε τὰ πάντα.
Εἴθε ὁ Κύριος νὰ μᾶς ἐλεήσῃ, ὥστε νὰ κλείσουμε τὰ μάτια στὸ μάταιο τοῦτο κόσμο πιστεύοντας σ᾽ αὐτὸν 
καὶ λέγοντας μαζὶ μὲ τὸ λῃστή· «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (ἔ.ἀ. 23,42).
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναό της ἉγίαςΤριάδος Πτολεμαΐδος 29-10-1978)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου