Έλπίς μου ὁ Πατήρ, καταφυγή μου ὁ Υἱός, Σκέπη μου τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον. Τριὰς Ἁγία, δόξα Σοι.

Δεῦτε ἀπὸ θέας Γυναῖκες εὐαγγελίστριαι, καὶ τῇ Σιὼν εἴπατε· Δέχου παρ΄ ἡμῶν Χαρᾶς Εὐαγγέλια, Τῆς Ἀναστάσεως Χριστοῦ. Τέρπου, χόρευε, καὶ ἀγάλλου Ἱερουσαλήμ, τὸν Βασιλέα Χριστόν, θεασαμένη ἐκ τοῦ μνήματος, ὡς Νυμφίον προερχόμενον.


Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2011

Τὸ ματωμένο μανδήλι. Κυριακή Η΄ Λουκᾶ. (Λουκ. ι΄ 25-37). (†) Ἐπισκόπου Γεωργίου Παυλίδου Μητροπολίτου Νικαίας


Τὸ ματωμένο μανδήλι
Κυριακή Η΄ Λουκᾶ. (Λουκ. ι΄ 25-37)
(†) Ἐπισκόπου Γεωργίου Παυλίδου Μητροπολίτου Νικαίας


«Πορεύου καὶ σὺ ποίει ὁμοίως»

Ἄν ἡ παραβολὴ τοῦ ἀσώτου εἶναι ἡ ὡραιτοτέρα καὶ συγκινητικωτέρα παράστασις τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἁμαρτωλὸν ἄνθρωπον, 
ἡ παραβολὴ τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτου εἶναι ἡ ἐκφραστικωτέρα ὑποτύπωσις τῆς ἀγάπης τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸν ἄνθρωπον.
Ἡ σμίλη τοῦ Μεγάλου Τεχνίτου ἐσμίλευσε τὰς ὡραιοτέρας εἰκόνας διὰ νὰ παρουσιάσῃ τὴν ἀγάπην μὲ ὅλην της τὴν αἴγλην, ἀλλὰ καὶ τὴν δύναμίν της.
Οἱ δύο πρῶτοι ὁδοιπόροι τῆς παραβολῆς «ἐλθόντες καὶ ἰδόντες ἀντιπαρῆλθον». 
Ἔστρεψαν τὰ νῶτά των. Ἔκλεισαν τὰ μάτια των. Ἀπεμακρύνθησαν ἀσυγκίνητοι.  
Καὶ ὁ πόνος τοῦ τραυματίου ἐδιπλασιάσθη ἀπὸ τὴν ἀναγλησίαν τῶν ἀνθρώπων.
Ἔρχεται ὅμως, ἐπὶ τέλους, ὁ Σαμαρείτης, τὸν πλησιάζει καὶ τὸν σῴζει.  
Καὶ γίνεται ἔκτοτε ὁ Σαμαρείτης ὁ «Καλός»,  ποὺ τὸν γνωρίζουν πλὲον ὅλαι αἱ γενεαὶ τῶν ἀνθρώπων.
Ἡ ἀφήγησις τοῦ Κυρίου ἦτο συγκλονιστική. 
Ὁ νομικός, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἐρωτήσει τὸν Χριστὸν ποῖος εἶναι ὁ πλησίον, ἔχει θαμβωθῆ καὶ μένει ἀμίλητος στὸ μεγαλεῖον τῆς ἀγάπης, ποὺ ἦλθε νὰ φυτεύσῃ ὁ Θεὸς στὴν γῆ.
Στρέφεται ἔπειτα ὁ Κύριος πρὸς αὐτὸν, καὶ, μὲ μίαν ἡγεμονικὴν μεγαλοπρέπειαν, τοῦ λέγει ἐπιβλητικά. 
«Πορεύου καὶ σὺ ποίει ὁμοίως».  Πήγαινε καὶ κάμε ὅ,τι ἔκαμεν ὁ Σαμαρείτης.
Ἀγάπα.  Μάθε ὅτι ἀπὸ τὴν ἀγάπη δὲν ὑπάρχει μεγαλυτέρα δύναμις, δυνατωτέρα ἀρετή. 
Ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν ἄνθρωπον, τὸν κάθε ἄνθρωπον· νὰ τὸ θέμα, ποὺ ἀναπηδᾷ ἀπὸ τὴν σημερινὴν παραβολήν. Ἄς τὴν μελετήσωμεν.  Εἶναι γεμάτη ἐπικαιρότητα.

«Π ο ρ ε ύ ο υ  κ α ὶ  σ ὺ  π ο ί ε ι   ὁ μ ο ί ω ς»
Εἶναι προσταγή.  
Πήγαινε, ἀγάπησε.  Βαθιά.  Πλατιά,  Χωρίς κρατούμενα.  Χωρὶς ὑπονοούμενα.  Διότι ὁ Χριστιανισμὸς εἶναι ἀγάπη. Ὄχι βέβαια νοσηρή. Ὄχι ὅπως τὴν διέστρεψεν ὁ ἄνθρωπος καὶ ἐμόλυνε τὸ περιεχόμενόν της. 
Ἡ ἀγάπη μέσα στὸν Χριστιανισμὸν εἶναι σὰν τὸ χιόνι, σὰν τὸ ρόδο, καθαρὴ καὶ μυρωμένη.  Γι’  αὐτὴν τὴν ἀγάπην ἐτονίσθησαν οἱ ὡραιότεροι ὕμνοι.  Αὐτὴν ἐτραγούδησεν ὁ Ἀπ. Παῦλος εἰς τὸ ιγ΄ κεφάλαιον τῆς Α΄ πρὸς Κορινθίους ἐπιστολῆς του. «Ἡ ἀγάπη πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ἐλπίζει, πάντα ὑπομένει· ἡ ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει».  
Οὐδέποτε, τονίζει ὁ Ἀπόστολος. Ἁπλώνει παντοῦ καὶ ἀδιακόπως τοῦς σωτηρίους πλοκάμους της, Ἀρχίζει ἀπὸ τὴν οἰκογένεια, προχωρεῖ ἐν συνεχείᾳ στοῦς γνωστούς, στοὺς ἀγνώστους, στοὺς κοντινούς, στοὺς μακρινούς, στοὺς ἐχθροὺς ἀκόμη.  Δὲν τὴν ζώνουν ὅρια.  Δὲν τὴν ἐμποδίζουν φραγμοί.

Μ ε ρ ι κ α ὶ   ἐ κ δ η λ ώ σ ε ις  τ η ς.
Ζοῦμε, δυστυχῶς, εἰς ἐποχήν, ποὺ «ἐψύγη ἡ ἀγάπη τῶν πολλῶν».  
Κυβερνᾷ τὸ συμφέρον, ὁ ἐγωϊσμός, ἡ ἁμαρτία, ἡ ὁποία ἀπορροφᾷ τῆς ψυχῆς τὴν δροσιά, ὥστε νὰ μὴ μένῃ τίποτε ὡραῖο, ἁγνό, ἀνώτερο.  
Καὶ ἐνῷ  εἴμεθα τόσον φτωχοὶ σὲ ἐκδηλώσεις ἀγάπης, εἴμεθα τὴν ἴδια στιγμὴ αὐστηροὶ ἐπικριταὶ τῆς ζωῆς τῶν συναθρώπων μας.  
Διότι συνηθίζουμε νὰ κατηγοροῦμεν τὸν μέθυσον, τὸν μορφινομανῆ, τὴν δυστυχισμένην ἐκείνην γυναῖκα, ποὺ παρεδόθη εἰς τὸν δρόμον τοῦ κακοῦ, ἤ ἐκεῖνον, ποὺ ηὐτοκτόνησε..... 
Ποιὸς ξέρει ὅμως πόσοι ἀπὸ αὐτούς, ποὺ εἶναι πολλοὶ καὶ πολλὲς, ἔφθασαν ἐκεῖ, διότι ἡμεῖς οἱ ἄλλοι ἠρνήθημεν νὰ τοὺς δώσουμεν ἀγάπην, διότι ἡμεῖς τοὺς ἐσπρώξαμεν μὲ περιφρόνησιν στὸ πεζοδρόμιον ἤ, ἴσως, ἀκόμη καὶ τοὺς ἐξωθήσαμεν στὸ κακό !  
Δὲν θὰ λογοδοτήσουν οἱ χριστιανοὶ μόνον διὰ τὰ λάθη των, ἀλλὰ καὶ διὰ τὶς παραλείψεις τῶν καθηκόντων των.   
Καὶ πρέπει νὰ τὸ καταλάβωμεν, ὅτι τῆς δυστυχίας οἱ στεναγμοὶ εἶναι κάτι τὸ μεταδοτικόν. 
Ὅταν στενάζῃ ἀπὸ δυστυχίαν ὁ πλησίον μας, θὰ στενάξωμεν στὸ τέλος καὶ ἡμεῖς.  
Ὁ πιστὸς δὲν βλέπει τὸν ἄλλον σὰν κάτι τὸ ξένον.  
Εἰς τὸ πρόσωπον κάθε θλιμμένου βλέπει τὸν ἀδελφόν του.  Κάτι περισσότερον. 
Ἕνα μέρος τοῦ ὅλου σώματος, τοῦ ὁποίου κεφαλὴ εἶναι ὁ Χριστός. «Ὑμεῖς ἐστε σῶμα Χριστοῦ καὶ μέλη ἐκ μέρους» ( Α΄ Κορ. ιβ΄, 27), λέγει ὁ Ἀπ. Παῦλος.   
Θὰ σκύψῃ, λοιπόν, μὲ ἀγάπη στὸ φτωχὸ ἐκεῖνο παιδί, ποὺ λαχταρᾷ γιὰ γράμματα, γιὰ ἀνώτερες σπουδὲς, καὶ δὲν μπορεῖ.  Θὰ τὸν βοηθήσῃ. 
Ἡ ἀγάπη δὲν ἀνέχεται νὰ μένῃ παραπονεμένη μιὰ ψυχή, ποὺ θέλει νὰ πετάξῃ, ποὺ ἔχει φτεροῦγες δυνατές, μὰ ποὺ τὴν κρατεῖ στὸ χῶμα μιὰ ἀλυσίδα. 
Ἡ φτώχεια ! 
Θὰ κατεβῇ κατόπιν στὸ ὑπόγειο, ὅπου, στὸ κρεββάτι τὸ ξύλινο, εἶναι ξαπλωμένη ἡ «εἰκόνα τοῦ Θεοῦ».  
Θὰ γείρῃ μὲ στοργὴ στὸν ἄρρωστο, γιὰ νὰ τοῦ πῇ, ὅτι στὴ γῆ δὲν εἶναι κακὸς ὁ κόσμος ὅλος.  Θὰ τοῦ μιλήσῃ γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἔμαθε καὶ τοὺς ἀνθρώπους ν’ ἀγαποῦν κάθε πονομένο.
Θὰ ἐκδηλωθῇ, κατόπιν, ἡ ἀγάπη αὐτὴ πρὸς τὸ ταλαίπωρο ἐκεῖνο πλάσμα, ποὺ λέγεται ὑπηρέτρια. 
Ποιός ξέρει ποιό δρᾶμα οἰκογενειακὸ ὡδήγησεν αὐτὴν τὴν ὕπαρξι στὴν κουζίνα, μὲ τὸ τρινάλ καὶ μὲ τὴ σκούπα !  
Ἡ κυρία δὲν πρέπει νὰ λησμονήσῃ, ὅτι καὶ ἡ βοηθὸς της εἶναι δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἔχει καὶ αὐτὴ δικαιώματα νὰ ζήσῃ.  
Διότι ὁ Δημιουργὸς δὲν ἔκαμε προνομιούχους στὴ ζωὴ καὶ εἴλωτας, ἀλλὰ ἀνθρώπους, ποὺ τοὺς ὠνόμασε παιδιά Του. 
Ἔτσι δὲν θὰ τὴν βάλῃ, νὰ κοιμηθῇ στὴν παγωμένη τὴ σοφίτα· δὲν θὰ τῆς στερήσῃ τὸν ἐκκλησιασμὸ·  δὲν θὰ ἀρνηθῇ νὰ τῆς χαρίσῃ τὴν ἁπλῆ χαρά, ποὺ δικαιοῦται.  Θὰ θυμηθῇ, ὅτι ἴσως κι αὐτή, πρὶν γίνῃ ἡ «κυρία», ἦταν μιὰ κοπέλλα πτωχή, ποὺ ζητοῦσε στοργὴ καὶ καλωσύνη.  Γιατί, ἔπειτα, ποιὸς ξέρει ! Ἡ ζωὴ εἶναι τροχός..... Καὶ ὁ τροχὸς γυρίζει. «Πλούσιοι ἐπτώχευσαν καὶ ἐπείνασαν...» ! 
Ἄς μὴ λησμονοῦμε καὶ τὴν πραγματικότητα αὐτήν.
Θὰ σκεφθῇ, ἔπειτα, ἡ ἀγάπη, ὅτι τόσοι ἄλλοι ἔχουν ἀνάγκη ἀπὸ βοήθεια, γιὰ νὰ καλύψουν τὶς στοιχειώδεις των ἀνάγκες.  
Θὰ δώσῃ ἔτσι ἀπὸ τὸ αἷμα τῆς καρδιᾷς, ἀφοῦ καὶ ἄλλοι πρέπει στὴ ζωὴ νὰ ζήσουν.  
Δὲν θὰ δεχθῇ νὰ κάμῃ αὐτό, ποὺ εἶναι ἀντίθετο μὲ τὸ πνεῦμα τῆς ἀγάπης. 
Ἀπόψε δίδεται χορὸς εἰς τὸ τάδε κέντρον ὑπὲρ  τῶν ἀναπήρων, ὑπὲρ τῶν φυματικῶν, ὑπὲρ τῶν πτωχῶν. 
Θὰ χορέψωμεν, λοιπόν, τὸ βράδυ ὅλους τοὺς ἡδυπαθεῖς χορούς, θὰ κατεβάσωμεν ἕνα σωρὸ ἡδύποτα, θὰ τραγουδήσωμεν, θὰ ἁμαρτήσωμεν ποικολοτρόπως, καὶ τὸ πρω τῆς ἄλλης ἡμέρας, ἐντὸς φακέλλου μυρωμένου, θὰ στείλωμεν τὸ προϊὸν τῆς ἁμαρτίας εἰς τὸν πτωχὸν καὶ τὸν ἀνάπηρον !  Μὰ αὐτὸ εἶναι ἐμπαιγμός.  Αὐτὸ εἶναι μαχαιριά. 
Ἡ ἀγάπη, ἀδελφέ, εἶναι ἄρωμα ψυχῆς, δὲν εἶναι ἀτιμία.  
Δὲν εἶναι ἀνεκτὸν νὰ χρησιμοποιοῦμε τὸν πόνον τοῦ ἀδελφοῦ, γιὰ νὰ γλεντοῦμε ἀναιδῶς ἡμεῖς.  Δὲν εἶναι ἀνεκτόν !

Κ α ὶ   ἡ   ἀ γ ά π η   π ρ ο χ ω ρ ε ῖ.....
Προχωρεῖ καὶ σὲ μεγαλύτερες θυσίες. Ὅπως ἐκαμεν ὁ Καλὸς Σαμαρείτης.  Κουράστηκε, ἐθυσίασε τὴν ἰδικήν του ἄνεσι, τὰ χρήματά του, ἐκινδύνευσε νὰ πιασθῇ κι αὐτὸς ἀπὸ τοὺς λῃστάς, ἔφερε τὸν πληγωμένο στὸ πανδωχεῖο, ἠγρύπνησε, ἐμερίμνησε γιὰ ὅλα. Ὁ Κύριος, τὸ γνωρίζομεν, ἐνσαρκώνει τὸν Καλὸν Σαμαρείτην. Ἐσταυρώθη γιὰ μᾶς. Ἔτσι μᾶς ἔσωσε. Μὲ τὴν θυσίαν. «Μείζοντα ταύτης ἀγάπην οὐδεὶς ἔχει, ἵνα τις τὴν ψυχὴν αὐτοῦ θῇ ὑπὲρ τῶν φίλων αὐτοῦ» (Ἰωάν. ιε΄13), ἐβεβαίωσεν ὁ ἴδιος. 
Αὐτὸ θὰ εἰπῇ ἀγάπη.  Καὶ τότε ἔχει ἀξίαν. 
Ὅταν γίνεται μὲ θυσίας, μὲ προσφορὰν αἵματος. 
Ὁ Χριστὸς θέλει τοὺς ὀπαδούς του λιβάνι εὐωδιαστό, ὄχι ὅμως στὸ κουτί, ἀλλὰ στὰ κάρβουνα.  
Νὰ καίεται καὶ νὰ εὐωδιάζῃ.  Βέβαια, αὐτὸ σημαίνει ἐκδαπάνησιν χάριν τῶν ἄλλων.  
Τὶ νὰ γίνῃ ὅμως; Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀποστολή του.  Καὶ ὅ,τι μέχρι σήμερα ἔχει γίνει εὐγενικὸ καὶ μεγάλο καὶ ρωμαλέο στὴν κοινωνία, ἡ ἀγάπη μὲ τὴ θυσία τὸ ἔκαμε.   
Θυσία εἶναι τὸ ἔργον τῶν ἱεραποστόλων, στοὺς ἁγρίους, στοὺς λεπρούς.  Μακρυὰ ἀπὸ τὴν οἰκογενειακὴν θαλπωρήν, χωρὶς ἀνέσεις καὶ χαρές, χιλιάδες ὑπάρξεις ἔσβησαν καὶ σβήνουν στὶς ἄγνωστες καὶ τραχεῖς χῶρες τῶν ἁπολυτίστων καὶ ἀγρίων φυλῶν.
Θυσία εὐώδης, εἶναι ἡ προσφορᾶ τῆς ἀδελφῆς νοσοκόμου, ποὺ μὲ εἰλικρίνειαν, μὲ ἁγνότητα διαθέσεων, μὲ ἐλεύθερη ψυχὴ κλείνεται στὸ Νοσοκομεῖο καὶ προσφέρει τὰ νειᾶτα της, τὶς φιλοδοξίες της, τὰ ὄνειρά της, γιὰ νὰ δώσῃ στοὺς πονεμένους ἀνακούφισι, χαρά.  
Θυσία εἶναι ἡ προσφορὰ τοῦ ἀδελφοῦ, ποὺ ἐκδαπανᾶται κυριολεκτικά, διὰ νὰ ἀποκαταστήσῃ τὰ μικρότερα ἀδελφάκια του, τὶς ἀδελφές τους. Ἐκεῖνα καὶ ἐκεῖνες προχωροῦν, κάνουν οἰκογένειες, ἀνοίγουν σπίτια, κι αὐτός, λαμπάδα τ’ οὐρανοῦ, λυώνει γιὰ νὰ φωτίζωνται οἱ ἄλλοι...
Μάλιστα!  Ἡ ἀγαπη εἶναι θυσία. Ἀφειδώλευτη, χωρὶς ὑπολογισμούς, χωρὶς ἐγωϊσμούς, χωρὶς σταμάτημα.
Ἀλήθεια, ναὶ, ἡ «ἀγάπη πάντα στέγει... πάντα ὑπομένει. Ἡ ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει» !
Ποῦ εἶσαι, λοιπόν, ἀγάπη χριστιανική; Γιατί σπανίζεις τόσο; Γιατί δὲν κατακτᾷς τὴ γῇ; 
Ὅλοι σὲ ἀναζητοῦμε.  Πολλὲς φορὲς πιστέψαμε, πὼς ἄνθρωποι πολλοὶ σὲ εἶχαν στὴν καρδιά τους !  Πιστέψαμε, χωρὶς ἀμφιβολία !  Κρῖμα!....
Δὲν ἤσουν σὺ ἡ ἀγάπη ἡ ἀληθινή !  Δὲν ἤσουν σύ.....
Φρύγανα, ἀφροί, σκιές, ἐλπίδες φροῦδες !  Πονέσαμε γι’ αὐτὴ τὴν τραγικὴ διάψευσι. 
Ἦταν ἁπλῶς ἀπομιμήσεις.  Φαίνεται, πὼς εἶναι δύσκολο νὰ βρῇ κανεὶς ἐδῶ τὸ καθαρὸ χρυσάφι τῆς ἀγάπης.
Χριστέ ! Ἐσταυρωμένη Σὺ ἀγάπη !  Στεῖλε στὴ γῆ, στοὺς χριστιανοὺς, ἕνα κομμάτι ἀπ’ τὴ δική Σου τὴν ἀγάπη !  Θ’ ἀνθίσουν τότε στὶς καρδιὲς ἀνθοὶ καὶ κρίνα καὶ χαρὲς..... Στεῖλε Χριστὲ, στὴ γῆ μας τὴ δική σου τὴν ἀγάπη....!

Ἀγαπητοί,
Ἦτο ἡ περίοδος τοῦ Ρωσοϊαπωνικοῦ πολέμου. Ἀντάρται μίαν ἡμέραν ἀνετίναξαν τὴν μεγάλην γέφυραν τοῦ Τσίτιν, μὲ σκοπὸν νὰ κρημνισθῇ εἰς τὴν χαράδραν ἡ ρωσικὴ ἁμαξοστοιχία, ἡ ὁποία μετέφερες εἰς Πὸρτ Ἄρθουρ πέντε χιλιάδας στρατιώτας καὶ ἀξιωματικοὺς. 
Ὁ κρότος ἐκ τῆς ἀνατινάξεως ἠκούσθη μέχρι τοῦ φύλακος τῆς γέφυρας, ὁ ὁποῖος εὑρίσκετο εἰς τὸ δάσος, κόπτων ξύλα.
Ἐτινάχθη τρομαγμένος καὶ ἀντελήφθη τὸ μέγα δυστύχημα. Ἐκοίταξε τὸ ὡρολόγιόν του.   
Μετὰ 5 λεπτὰ θὰ διήρχετο ἀπ’ ἐκεῖ ἡ ἁμαξοστοιχία. Ἡ καταστροφὴ ἦτο ἀναπόφευκτος. Ἔπρεπε νὰ προλάβῃ τὸ κακόν. Ἀλλὰ πῶς;  Δὲν εἶχε καιρὸν νὰ πάρῃ τὴν κόκκινη σημαία ἀπὸ τὴν καλύβην του. Ἤδη ἠκούετο ὁ θόρυβος τῆς ἐρχομένης ἁμαξοστοιχίας. Ἐσκέφθη ὀλίγον.  Καὶ ἀμέσως, χωρὶς δισταγμὸν,  βγάζει τὸ μαχαιράκι του. 
Ἀκαριαίως κόβει τὴν μεγάλη φλέβα τοῦ ἀριστεροῦ χεριοῦ του. Τὸ αἷμα τινάσσεται μὲ ὁρμῆν. Ἀνασύρει ἀπὸ τὴν τσέπη του τὸ μανδήλι καὶ τὰ βάφει μὲ τὸ κατακόκκινο αἷμα.  
Τὸ δένει στὸ μπαστούνι του καὶ τὸ ὑψώνει ὡς κόκκινην σημαίαν κινδύνου.  
Μετὰ 2 λεπτὰ τὸ τραῖνο ἐπέρασε ἀπ’ ἐκεῖ. Ὁ ὁδηγὸς εἶδε τὴν σημαίαν.  
Κατάλαβε. Ἔκοψε ἀμέσως τὴν ταχύτητα καὶ ἐσταμάτησε τὸ τραῖνο διακόσια μόλις μέτρα πρὸ τῆς γέφυρας. 
Οἱ ἐπιβάται κατέβηκαν. Εἶδαν μὲ τρόμον τὴν γκρεμισμένην γέφυραν. 
Ἔτρεξαν νὰ εὐχαριστήσουν τὸν σωτῆρα των.  
Τὸν εὑρῆκαν λιπόθυμον ἀπὸ τὴν αἱμορραγίαν.  Μετ’ ὀλίγον εἶχε πλέον ἀποθάνει.
Πλάϊ του ἦταν πεσμένο τὸ κόκκινο μανδήλι.  Τὸ μανδήλι, ποὺ εἶχε βαφῆ μὲ τὸ αἷμα του.
Αὐτὸ τὸ αἷμα εἶχε στήσει ἐκεῖ ἕνα ἀκόμη τρόπαιον. Ἕνα τρόπαιον ἀγάπης!

         ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ   ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΑΥΛΙΔΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΙΚΑΙΑΣ

ΛΥΧΝΟΣ ΤΟΙΣ ΠΟΣΙ ΜΟΥ            ΕΚΔΟΣΕΙΣ Β΄
   ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΔΙΑΚΟΝΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Αναβάσεις -  http://anavaseis.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου