Έλπίς μου ὁ Πατήρ, καταφυγή μου ὁ Υἱός, Σκέπη μου τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον. Τριὰς Ἁγία, δόξα Σοι.

Δεῦτε ἀπὸ θέας Γυναῖκες εὐαγγελίστριαι, καὶ τῇ Σιὼν εἴπατε· Δέχου παρ΄ ἡμῶν Χαρᾶς Εὐαγγέλια, Τῆς Ἀναστάσεως Χριστοῦ. Τέρπου, χόρευε, καὶ ἀγάλλου Ἱερουσαλήμ, τὸν Βασιλέα Χριστόν, θεασαμένη ἐκ τοῦ μνήματος, ὡς Νυμφίον προερχόμενον.


Δευτέρα 21 Οκτωβρίου 2013

«Για απόδοση δικαιοσύνης ήρθα εγώ στον κόσμο τούτο, ώστε, όσοι δε βλέπουν ν' αποκτήσουν το φως τους, κι όσοι βλέπουν να καταστούν τυφλοί».

1 Κι ενώ βάδιζε, είδε έναν άνθρωπο που είχε γεννηθεί τυφλός.
2 Τον ρώτησαν τότε οι μαθητές του: «Δάσκαλε, ποιος αμάρτησε ώστε να γεννηθεί τυφλός; Αυτός ή οι γονείς του;».
3 Ο Ιησούς απάντησε: «Γεννήθηκε τυφλός, όχι γιατί αμάρτησε αυτός ούτε γιατί αμάρτησαν οι γονείς του, αλλά για να φανερωθούν τα έργα του Θεού στην περίπτωσή του.
4 Είναι ανάγκη για μένα να εκτελώ τα έργα εκείνου που με απέστειλε όσο είναι ακόμα ημέρα. Έρχεται νύχτα, οπότε κανένας δεν μπορεί να εργάζεται.
5 Ενόσω βρίσκομαι στον κόσμο, είμαι το φως του κόσμου».
6 Αφού τα είπε αυτά, έφτυσε και έφτιαξε πηλό με το φτύσιμο και άλειψε τον πηλό στα μάτια του τυφλού
7 και του είπε: «Πήγαινε και νίψου στη δεξαμενή του Σιλωάμ», που ελληνικά σημαίνει «Απεσταλμένος». Πήγε, λοιπόν, και νίφτηκε και επέστρεψε βλέποντας!
8 Οι γείτονες, λοιπόν, κι όσοι τον έβλεπαν προηγουμένως που ήταν τυφλός, έλεγαν: «Αυτός δεν είναι ο άνθρωπος που καθόταν και ζητιάνευε;».
9 Άλλοι έλεγαν ότι είναι ο ίδιος κι άλλοι ότι είναι κάποιος που του μοιάζει. Εκείνος όμως έλεγε: «Εγώ είμαι».
10 Τον ρωτούσαν λοιπόν: «Πώς άνοιξαν τα μάτια σου;».
11 Εκείνος απάντησε: «Κάποιος, που ονομάζεται Ιησούς, έφτιαξε πηλό και άλειψε μ' αυτό τα μάτια μου και μου είπε: Πήγαινε στη δεξαμενή του Σιλωάμ και νίψου. Αφού λοιπόν πήγα και νίφτηκα, απέκτησα την όρασή μου».
12 Τότε τον ρώτησαν: «Πού είναι αυτός;». Τους απάντησε: «Δεν ξέρω».
13 Τον πηγαίνουν τότε, τον πρώην τυφλό, στους Φαρισαίους.
14 Κι ήταν Σάββατο τη μέρα που έφτιαξε ο Ιησούς τον πηλό και άνοιξε τα μάτια του.
15 Τον ρωτούσαν λοιπόν και οι Φαρισαίοι ξανά, πώς απέκτησε το φως του. Κι εκείνος τους απάντησε: «Έβαλε πηλό πάνω στα μάτια μου και νίφτηκα και βλέπω».
16 Έλεγαν λοιπόν μερικοί από τους Φαρισαίους: «Ο άνθρωπος αυτός δεν είναι σταλμένος από το Θεό, αφού δεν τηρεί το Σάββάτο». Άλλοι πάλι έλεγαν: «Μα πώς μπορεί ένας αμαρτωλός άνθρωπος να κάνει τέτοια θαύματα;». Έτσι, υπήρχε διχογνωμία μεταξύ τους.
17 Ξαναλένε τότε στον τυφλό: «Εσύ, που σου άνοιξε τα μάτια σου, τι λες γι' αυτόν;». Κι εκείνος είπε: «Είναι προφήτης».
18 Μα οι Ιουδαίοι δεν πίστεψαν τελικά πως αυτός ήταν τυφλός και απέκτησε το φως του, ώσπου φώναξαν τους γονείς του ανθρώπου που απέκτησε το φως του
19 και τους ρώτησαν: «Αυτός είναι ο γιος σας, που εσείς λέτε πως γεννήθηκε τυφλός; Πώς γίνεται λοιπόν και τώρα βλέπει;».
20 Τους αποκρίθηκαν οι γονείς του: «Ξέρουμε ότι αυτός είναι ο γιος μας και ότι γεννήθηκε τυφλός.
21 Μα πώς βλέπει τώρα δεν το ξέρουμε, ή ποιος άνοιξε τα μάτια του εμείς δεν το ξέρουμε. Δεν είναι ανήλικος ο ίδιος, αυτόν να ρωτήστε. Θα σας μιλήσει ο ίδιος για λογαριασμό του».
22 Τα είπαν αυτά οι γονείς του, γιατί φοβούνταν τους Ιουδαίους, επειδή οι Ιουδαίοι ήταν κιόλας συνεννοημένοι, αν κανείς παραδεχτεί πως αυτός είναι ο Χριστός, να αποβάλλεται από τη συναγωγή.
23 Γι' αυτό είπαν οι γονείς του: «Δεν είναι ανήλικος, ρωτήστε τον ίδιο».
24 Φώναξαν, λοιπόν, για δεύτερη φορά τον άνθρωπο που ήταν πρώτα τυφλός, και του είπαν: «Τον Θεό να δοξάσεις. Εμείς ξέρουμε πως ο άνθρωπος αυτός είναι αμαρτωλός».
25 Αποκρίθηκε τότε εκείνος και είπε: «Αν είναι αμαρτωλός, δεν το ξέρω. Ένα πράγμα ξέρω, πως, ενώ ήμουν τυφλός, τώρα βλέπω!».
26 Τότε τον ξαναρώτησαν: «Τι σου έκανε; Πώς σου άνοιξε τα μάτια;».
27 Εκείνος απάντησε: «Μα, σας το είπα πρωτύτερα αλλά δε δώσατε σημασία. Γιατί θέλετε να το ακούσετε πάλι; Μήπως θέλετε να γίνετε κι εσείς μαθητές του;».
28 Τον περιγέλασαν τότε και είπαν: «Εσύ είσαι μαθητής εκείνου. Εμείς είμαστε μαθητές του Μωυσή.
29 Εμείς ξέρουμε πως στο Μωυσή έχει μιλήσει ο Θεός, ενώ γι' αυτόν δεν ξέρουμε από πού κατάγεται».
30 Αποκρίθηκε ο άνθρωπος και τους είπε: «Μα, ακριβώς αυτό είναι το καταπληκτικό, ότι εσείς δεν ξέρετε καν από πού είναι, κι όμως αυτός μου άνοιξε τα μάτια!
31 Και ξέρουμε βέβαια ότι αμαρτωλούς ο Θεός δεν ακούει, αλλά αν κανείς είναι θεοσεβής και εκτελεί το θέλημά του, αυτόν τον ακούει.
32 Από τη δημιουργία του κόσμου κι εδώ δεν ξανακούστηκε να έχει ανοίξει κανείς τα μάτια κάποιου που γεννήθηκε τυφλός!
33 Αν αυτός δεν προερχόταν από το Θεό, τίποτε δε θα μπορούσε να κάνει».
34 Αποκρίθηκαν εκείνοι: «Εσύ γεννήθηκες βουτηγμένος ολόκληρος μέσα σε αμαρτίες, και διδάσκεις εσύ εμάς;». Και τον πέταξαν έξω.
35 Το άκουσε ο Ιησούς, ότι τον πέταξαν έξω, κι αφού τον βρήκε του είπε: «Εσύ πιστεύεις στον Υιό του Θεού;».
36 Εκείνος αποκρίθηκε: «Και ποιος είναι, Κύριε, για να πιστέψω σ' αυτόν;».
37 Ο Ιησούς του είπε: «Είναι αυτός, που, και τον έχεις δει, και μιλάει τώρα μαζί σου».
38 Τότε εκείνος είπε: «Πιστεύω, Κύριε!». Και τον προσκύνησε.

39 Είπε τότε ο Ιησούς: «Για απόδοση δικαιοσύνης ήρθα εγώ στον κόσμο τούτο, ώστε, όσοι δε βλέπουν ν' αποκτήσουν το φως τους, κι όσοι βλέπουν να καταστούν τυφλοί».
40 Τα άκουσαν λοιπόν αυτά μερικοί από τους Φαρισαίους που ήταν μαζί του, και του είπαν: «Μήπως είμαστε κι εμείς τυφλοί;».
41 Ο Ιησούς τους απάντησε: «Αν ήσασταν τυφλοί, δε θα είχατε αμαρτία. Τώρα όμως λέτε: Εμείς βλέπουμε! Γι' αυτό, λοιπόν, η αμαρτία σας παραμένει».

Kατά Ιωάννη (Λόγος)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου