Έλπίς μου ὁ Πατήρ, καταφυγή μου ὁ Υἱός, Σκέπη μου τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον. Τριὰς Ἁγία, δόξα Σοι.

Δεῦτε ἀπὸ θέας Γυναῖκες εὐαγγελίστριαι, καὶ τῇ Σιὼν εἴπατε· Δέχου παρ΄ ἡμῶν Χαρᾶς Εὐαγγέλια, Τῆς Ἀναστάσεως Χριστοῦ. Τέρπου, χόρευε, καὶ ἀγάλλου Ἱερουσαλήμ, τὸν Βασιλέα Χριστόν, θεασαμένη ἐκ τοῦ μνήματος, ὡς Νυμφίον προερχόμενον.


Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2013

Βγήκε ο σπορέας να σπείρει το σπόρο του ... «Σε σας έχει δοθεί το προνόμιο να γνωρίσετε τα μυστήρια της βασιλείας του Θεού, ενώ στους άλλους αναπτύσσονται με παραβολές, έτσι που, ενώ βλέπουν να μη διακρίνουν κι ενώ ακούν να μην καταλαβαίνουν».




5 «Βγήκε ο σπορέας να σπείρει το σπόρο του και καθώς έσπερνε, ένα μέρος από το σπόρο έπεσε δίπλα στο δρόμο και καταπατήθηκε, και τα πουλιά τ' ουρανού το κατέφαγαν.
6 Κι άλλο έπεσε πάνω σε πετρώδες έδαφος και μόλις φύτρωσε ξεράθηκε, γιατί δεν είχε υγρασία.
7 Κι άλλο έπεσε ανάμεσα στ' αγκάθια, τα οποία φύτρωσαν μαζί του και το κατέπνιξαν.
8 Κι άλλο έπεσε στο έδαφος το γόνιμο και φύτρωσε κι απέδωσε καρπό εκατονταπλάσιο». Και καθώς τα έλεγε αυτά, υψώνοντας τη φωνή του, τόνιζε: «Όποιος έχει αυτιά για ν' ακούει, ας τ' ακούει»!

9 Οι μαθητές του λοιπόν, του υπέβαλλαν ερωτήσεις λέγοντάς του: «Τι σημαίνει η παραβολή αυτή;».
10 Κι εκείνος τους είπε: «Σε σας έχει δοθεί το προνόμιο να γνωρίσετε τα μυστήρια της βασιλείας του Θεού, ενώ στους άλλους αναπτύσσονται με παραβολές, έτσι που, ενώ βλέπουν να μη διακρίνουν κι ενώ ακούν να μην καταλαβαίνουν».
11 «Και είναι τούτη η σημασία της παραβολής: Ο σπόρος είναι ο Λόγος του Θεού.
12 Οι σπόροι που έπεσαν στην άκρη του δρόμου είναι εκείνοι που άκουσαν, αλλ' έρχεται κατόπιν ο διάβολος και αφαιρεί το λόγο από τις καρδιές τους, για να μην πιστέψουν και σωθούνε.
13 Οι σπόροι πάλι, που έπεσαν πάνω στην πέτρα είναι εκείνοι που, όταν ακούσουν, δέχονται με χαρά το λόγο. Αυτοί όμως δεν έχουν ρίζα κι ενώ πιστεύουν προσωρινά, κατόπιν, σε καιρό πειρασμού, απομακρύνονται.
14 Οι σπόροι επίσης που έπεσαν πάνω στα αγκάθια, είναι εκείνοι που άκουσαν, αλλά επειδή ζουν κάτω από μέριμνες και πλούτο και απολαύσεις της ζωής, καταπνίγονται και δεν καρποφορούν.
15 Και οι σπόροι που έπεσαν στο γόνιμο έδαφος είναι εκείνοι που, επειδή με καλή και αγαθή καρδιά άκουσαν το λόγο, τον κρατούν και καρποφορούν υπομονετικά».

16 «Κανένας, πάντως, όταν ανάψει ένα λυχνάρι, δεν το καλύπτει με κάποιο σκεύος κι ούτε το βάζει κάτω από το κρεβάτι, αλλά το τοποθετεί πάνω στο λυχνοστάτη για να βλέπουν το φως εκείνοι που μπαίνουν μέσα.
17 Δεν υπάρχει, άλλωστε, κρυφό πράγμα, που δε θα φανερωθεί, ούτε μυστικό, που δε θα μαθευτεί και δε θα έρθει στο φως. Προσέχετε λοιπόν με τι διάθεση ακούτε,
18 γιατί όποιος έχει θα του δοθεί, αλλ' όποιος δεν έχει, κι εκείνο που πιστεύει πως έχει, θα του αφαιρεθεί».
19 Ήρθαν κάποτε η μητέρα και τ' αδέλφια του Ιησού στο μέρος που βρισκόταν, αλλά δεν μπορούσαν να τον πλησιάσουν εξαιτίας του όχλου.
20 Του το ανάγγειλαν λοιπόν μερικοί λέγοντας: «Η μητέρα σου και τ' αδέλφια σου ήρθαν και στέκονται έξω θέλοντας να σε δούνε». Αποκρίθηκε τότε εκείνος και τους είπε:
21 «Μητέρα μου και αδέλφια μου είναι αυτοί που ακούν το Λόγο του Θεού και τον εφαρμόζουν».
22 Κάποια άλλη μέρα πάλι, ο Ιησούς μπήκε στο πλοίο μαζί με τους μαθητές του και τους είπε: «Ας περάσουμε στην απέναντι όχθη της λίμνης», κι απέπλευσαν.
23 Κι ενώ έπλεαν, ο Ιησούς αποκοιμήθηκε. Ξέσπασε όμως ανεμοθύελλα στη λίμνη και το πλοίο γέμιζε νερά έτσι που κινδύνευαν.
24 Τον πλησίασαν λοιπόν και τον ξύπνησαν λέγοντας: «Δάσκαλε! Δάσκαλε, χανόμαστε!». Σηκώθηκε τότε εκείνος και επιτίμησε τον άνεμο και τη φουρτούνα, κι αυτά σταμάτησαν κι έγινε γαλήνη!
25 Έπειτα τους είπε: «Πού είναι η πίστη σας;». Κι εκείνους τους κυρίευσε φόβος κι απορημένοι έλεγαν μεταξύ τους: «Μα ποιος λοιπόν είναι αυτός, που και τους ανέμους και τα νερά προστάζει και τον υπακούνε;»
26 Έφτασαν τότε με το πλοίο στην περιοχή των Γαδαρηνών, που βρίσκεται απέναντι από τη Γαλιλαία.
27 Και όταν βγήκε στη στεριά, τον συνάντησε ένας άντρας από την πόλη, που κατεχόταν από δαιμόνια για αρκετά χρόνια και δε φορούσε ρούχα ούτε έμενε σε σπίτι, αλλά στα μνήματα.
28 Σαν είδε λοιπόν τον Ιησού κι αφού έβγαλε μια κραυγή, έπεσε μπροστά στα πόδια του και με δυνατή φωνή είπε: «Τι σχέση έχω εγώ μαζί σου, Ιησού, Γιε του Θεού του Υψίστου; Σε παρακαλώ μη με βασανίσεις».
29 (Γιατί είχε προστάξει ο Ιησούς το δαιμονικό πνεύμα να βγει από τον άνθρωπο, τον οποίο είχε θέσει στην εξουσία του από πολλά χρόνια, και τον οποίο, παρόλο που προσπαθούσαν να τον περιορίσουν δένοντάς τον με αλυσίδες και περδούκλες, αυτός έσπαζε τα δεσμά του και παρασερνόταν από το δαιμόνιο στις ερημιές.)
30 Τον ρώτησε τότε ο Ιησούς: «Ποιο είναι τ' όνομά σου;». Κι εκείνος απάντησε: «Λεγεών», γιατί είχαν μπει μέσα του πολλά δαιμόνια.
31 Κι εκείνα τον παρακαλούσαν να μην τα διατάξει να πάνε στην άβυσσο.
32 Στο μεταξύ υπήρχε εκεί κι ένα κοπάδι από πολλούς χοίρους, που έβοσκαν στο βουνό. Τον παρακαλούσαν, λοιπόν, τα δαιμόνια, να τους επιτρέψει να μπούν στους χοίρους, κι εκείνος τους το επέτρεψε.
33 Έτσι, βγήκαν τα δαιμόνια από τον άνθρωπο και μπήκαν στους χοίρους. Όρμησε τότε το κοπάδι στον γκρεμό και πνίγηκε στη λίμνη.
34 Και όταν είδαν οι βοσκοί αυτό που συνέβη, έφυγαν και το αφηγήθηκαν στην πόλη και στη γύρω περιοχή.
35 Βγήκαν τότε οι κάτοικοι να δουν αυτό που έγινε και ήρθαν κοντά στον Ιησού, όπου βρήκαν τον άνθρωπο, από τον οποίο είχαν βγει τα δαιμόνια, να είναι ντυμένος και να φέρεται λογικά και να κάθεται κοντά στα πόδια του Ιησού, και φοβήθηκαν.
36 Τους αφηγήθηκαν ακόμα οι αυτόπτες μάρτυρες πώς σώθηκε ο δαιμονισμένος.
37 Τότε όλο το πλήθος, που ήταν από την περιοχή των Γαδαρηνών, τον παρακάλεσε να απομακρυνθεί απ' αυτούς, γιατί τους είχε κυριεύσει μεγάλος φόβος. Κι εκείνος μπήκε στο πλοίο και επέστρεψε πίσω.
38 Μα ο άνθρωπος, από τον οποίο είχαν βγει τα δαιμόνια, τον ικέτευε να μείνει μαζί του. Ο Ιησούς όμως τον έστειλε σπίτι του λέγοντας:
39 «Γύρνα στο σπίτι σου και να διηγείσαι τα όσα σου έκανε ο Θεός». Έφυγε τότε εκείνος διαλαλώντας σε όλη την πόλη αυτά που του έκανε ο Ιησούς.
40 Στο μεταξύ, όταν ο Ιησούς επέστρεψε, τον υποδέχτηκε ο λαός, γιατί όλοι τον καρτερούσαν.

41 Ήρθε τότε κάποιος, που λεγόταν Ιάειρος και ο οποίος ήταν άρχοντας της συναγωγής, κι έπεσε στα πόδια του Ιησού και τον παρακαλούσε να επισκεφτεί το σπίτι του,
42 γιατί είχε μια μοναχοκόρη, ηλικίας δώδεκα χρόνων περίπου, κι αυτή πέθαινε. Και καθώς αυτός προχωρούσε, τον συμπίεζαν τα πλήθη.
43 Και μια γυναίκα, που είχε αιμορραγία δώδεκα χρόνια, και η οποία είχε ξοδέψει όλο το βιος της στους γιατρούς, χωρίς να κατορθώσει να βρει τη γιατρειά της από κανέναν,
44 πλησίασε από πίσω και άγγιξε την άκρη του ρούχου του, κι αμέσως η αιμορραγία της σταμάτησε!
45 Τότε ο Ιησούς είπε: Ποιος είναι αυτός που με άγγιξε;». Κι επειδή όλοι αρνιόνταν, του είπε ο Πέτρος, καθώς κι εκείνοι που ήταν μαζί του: «Δάσκαλε, οι όχλοι σε συμπιέζουν και σε θλίβουν, και ρωτάς: Ποιος είναι αυτός που με άγγιξε;».
46 Αλλ' ο Ιησούς είπε: «Κάποιος με άγγιξε, γιατί το ένιωσα εγώ που βγήκε δύναμη από μένα».
47 Τότε η γυναίκα, σαν είδε ότι δεν έμεινε απαρατήρητη, παρουσιάστηκε τρέμοντας κι αφού έπεσε στα πόδια του, του είπε μπροστά σε όλο το λαό για ποιο λόγο τον άγγιξε και ότι γιατρεύτηκε μεμιάς.
48 Κι εκείνος της είπε: «Θάρρος κόρη μου. Η πίστη σου σε έσωσε. Πήγαινε και έχε ειρήνη».
49 Κι ενώ αυτός συνέχιζε ακόμα να μιλάει, έρχεται κάποιος από το σπίτι του αρχισυνάγωγου και του λέει: «Η κόρη σου πέθανε. Μην ενοχλείς πια το Δάσκαλο».
50 Ο Ιησούς όμως, όταν το άκουσε, του είπε: «Μη φοβάσαι, μόνο πίστευε, και θα σωθεί».
51 Κι όταν έφτασε στο σπίτι, δεν άφησε κανέναν να μπει μέσα παρά μονάχα τον Πέτρο, τον Ιωάννη και τον Ιάκωβο, καθώς και τον πατέρα του κοριτσιού και τη μητέρα.
52 Κι όλοι έκλαιγαν και οδύρονταν γι' αυτήν, αλλ' ο Ιησούς είπε: «Μην κλαίτε, δεν πέθανε, απλώς κοιμάται».
53 Μα εκείνοι γελούσαν περιφρονητικά σε βάρος του, γιατί το ήξεραν πως πέθανε.
54 Τότε ο Ιησούς, αφού τους έβγαλε όλους έξω, έπιασε το χέρι της και είπε με δυνατή φωνή: «Κοριτσάκι, σήκω»!
55 Κι επέστρεψε το πνεύμα της και σηκώθηκε αμέσως! Κατόπιν διέταξε να της δώσουν να φάει.
56 Κι έμειναν κατάπληκτοι οι γονείς της. Ο Ιησούς τους παράγγειλε ακόμα να μην πουν το γεγονός σε κανέναν.
Λουκάς 8: 5-56
(Λόγος)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου