Έλπίς μου ὁ Πατήρ, καταφυγή μου ὁ Υἱός, Σκέπη μου τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον. Τριὰς Ἁγία, δόξα Σοι.

Δεῦτε ἀπὸ θέας Γυναῖκες εὐαγγελίστριαι, καὶ τῇ Σιὼν εἴπατε· Δέχου παρ΄ ἡμῶν Χαρᾶς Εὐαγγέλια, Τῆς Ἀναστάσεως Χριστοῦ. Τέρπου, χόρευε, καὶ ἀγάλλου Ἱερουσαλήμ, τὸν Βασιλέα Χριστόν, θεασαμένη ἐκ τοῦ μνήματος, ὡς Νυμφίον προερχόμενον.


Σάββατο 11 Μαΐου 2013

Ματωμένα χώματα - Επειδή ... "Σβήνοντας ένα κομμάτι από το παρελθόν είναι σαν να σβήνεις κι ένα αντίστοιχο κομμάτι από το μέλλον" Γιώργος Σεφέρης




Ματωμένα χώματα  1962   Διδώ Σωτηρίου.  Εκδ. Κέδρος 2008  (Επιλογή κειμένων)


 .............
Τί τόθελες που τόπαιρνες κείνο το καπελάκι σου και μου σεκλέτισες τον Ούίλσων και την επλερώνουμε τώρα δά εμείς τη νύφη. Αυτό δά έλεγε.
Τί στο καλό ναι ο κύρ Ορλάνδος και το καπέλο του; ρώτησα μιά μέρα το Δροσάκη και του είπα το παρατσούκλι που του κόλλησε ο Μικρομανωλάτσης.
Γέλασε με την καρδιά του.
--
Θα Τον έχεις ακουστά, μωρέ Αξιώτη, το Βίκτωρα Ορλάνδο,  δε γίνεται, κοτζάμ πρωθυπουργός της Ιταλίας ! Ωστόσο η ιστορία του καπέλου του είναι αληθινή.
….ο σενιόρ Ορλάντο, σάν τελείωσε ο παγκόσμιος πόλεμος και το Συμβούλιο της Ειρήνης, καταπιάστηκε με τις μοιρασιές, γύρευε μεγάλο μερτικό στην Ανατολή.
Παραμπήκε στη μύτη του Αμερικάνου πρόεδρου και κείνος τσαντίστηκε και του τάδωκε στο χέρι.
Τότες ο σενιόρ Ορλάντο πήρε το καπελάκι του και αποχώρησε.
Σά μάθανε οι Αγγλογάλλοι κι οι Αμερικάνοι πως ο ιταλικός στόλος βολτάριζε στα μικρασιατικά παράλια, φοβηθήκανε μην τους την εσκάσουνε οι Ταλιάνοι και κάνουνε καμιάν απόβαση στη Σμύρνη.
Φωνάξανε, λοιπόν, το Βενιζέλο και του είπανε. 
Τί λες, βαστούν τα κότσια της Ελλάδας ναναλάβει την εντολή στη Μικρασία;
Είχαν ανάγκη βλέπεις, κείνη τη στιγμή, είχαν ανάγκη, οι μπαγάσηδες, να τους καλύψει ο ελληνικός στρατός.
Ο Βενιζέλος παραφουσκωμένος με μεγαλοϊδεάτικα όνειρα, μας ξαμόλησε στη Μικρασία και τρώμε το κεφάλι μας!
Αγρίεψα. Πήδησα ολόρθος.
Τίθελες, μωρέ, να κάνει ο Βενιζέλος; Εε; Τίθελες; φώναξα κι ήμουνα έτοιμος να χιμήσω πάνω του να Τον πνίξω. νάναι νικήτρια η Ελλάδα και λείψανο η Τουρκιά και να μήν αρπάξει την περίσταση; να μήν έρθει να μας λευτερώσει, όπου αιώνες στενάζαμε στη σκλαβιά; Οπου τούτα τα εδάφη κρατούνε το ¦ψωμί και το μεγαλείο της φυλής κι ήτανε δικά μας, καΤα δικά μας από τα πανάρχαια τα χρόνια;
Ο Δροσάκης χαμογέλασε.
Να σας λευτερώσει, Μανωλάκη μου, να σας λευτερώσει, όχι όμως και να σας καταστρέψει!
-----
Ενα πρωί ήρθε Ο Λευτέρης άκεφος. Είχε γράμμα απ το Παρίσι. τόδωκε στο Δροσάκη.
Διάβασε να δεις τί γράφει Ο αδερφός μου. Αν είν αλήθεια,  αποχαιρέτα την οριστικά τη Μικρασία.
Κείνος πήρε το γράμμα και σκοτείνιασε η όψη του καθώς το διάβαζε και το ξαναδιάβαζε.
Κερατάδες! έκανε και τρίξανε τα δόντια του.
Ραγισμένο βγήκε απ το εργοστάσιο το πολυτελές βάζο των Σεβρών, είπε Ο Κανάκης.
Δε θέλησα να μπερδευτώ στην κουβέντα τους, γιατί τα λέγανε ψιθυριστά.
Σάν έφυγε όμως Ο Λευτέρης, ρώτησα το Δροσάκη, που μαζί του είχα το θάρρος.
Τί τρέχει, Νικήτα; Τί γίνεται με τη συνθήκη των Σεβρών;
Τί να γίνει, μωρέ Μανώλη! Ξέγραψε την να συ-χάσεις.
Ο Φραντσέζος κλείνει συμφωνίες με τον Κεμάλ για ενενήντα χρόνια!
Ο Εγγλέζος μας παζάρεψε για τα πετρέλαια της Μοσούλης. Που να βρεις πιά άκρη!
Θυμάσαι τί σούλεγα για κείνη τη διάσκεψη του Λονδίνου; 
Δεχτήκανε τον Μπεκίρ, σάν άσωτο υιό, που γυρίζει στους δικούς του, 
και τους Έλληνες τους δεχτήκανε σάν φτωχούς συγγενείς, που κοιτάς πως θα τους ξεφορτωθείς. 
η Ιωνία, τους είπανε, και η Ανατολική Θράκη νομίζαμε πως είχανε καταφανή πλειοψηφία ελληνικού πληθυσμού, 
μα φαίνεται πως γελαστήκαμε!
Πρέπει να επανεξεταστεί το ζήτημα. να γίνουν νέες διεθνείς επιτροπές, επίσημες στατιστικές και γνωματεύσεις. 
Βρέ, όταν γυρεύατε το αίμα μας, δεν ξέρατε τότες τη σύνθεση του λαού της Μικρασίας και της Θράκης;
ΤΟ κεφάλι μου βούιζε. δεν ήθελα να πιστέψω το Δροσάκη. Τί μού τα λέει αυτά, αναρωτιόμουνα.
για να μου αλλάξει φρόνημα και να με πάρει με το μέρος του;
Μόνοι μας βγάλαμε τα μάτια μας, είπα. 
Αν Δε φέρναμε το γερμανόφιλο τον Κωνσταντίνο, θάταν αλλιώς τα πράγματα.
Ο Δροσάκης έχασε την ψυχραιμία του.
Βρε Αξιώτη, δεν πέρασε ποτέ απ το ξεροκέφαλο σου, πως οι εκλογές του Νοέμβρη κι ο διχασμός, όλα είναι έργο των ξένων
Δεν τόχεις ακουστά μωρέ, το διαίρει και βασίλευε;
Αυτοι μας βάλανε να φαγωθούμε.
Αυτοί. τον φέρναμε δεν τον φέρναμε το βασιλιά, αυτοι θαλλάζανε πολιτική μιά κι άλλαξε το συμφέρον τους. 
Πάτημα βρήκανε.
Καταλάβαινα πως αυτά που έλεγε ήτανε σωστά μα αν τα παραδεχόμουνα, έπρεπε να παραδεχτώ και πως θα χάσουμε τη Μικρασία κι εγώ ήμουνα ένας μικρασιάτης. Γιαυτό και τρόμαζα. μα πιο πολύ με τρομάζανε οι φαντάροι που αρχίσανε όλοι μαζί να μουρμουρίζουνε, να κρίνουνε, να ψάχνουνε παντού για φταίχτες.
Αμα κάνεις το φαντάρο να βαριεστήσει και να πει. για ποιο λόγο να πεθάνω. τότε μούντζω τα! έλεγε συχνά ο Δροσάκης.
Αμ τί, με μιά χούφτα αραποσίτι θέλεις να σου φτάσει ο στρατός στην Κόκκινη Μηλιά;
----
, Βάλε αφτί, Αξιώτη. τις ακούς αυτές τις ύπουλες λιγωτικές μανταφιόρες; 
Είναι Γαλλίδες πόρνεςτις στείλανε πεσκέσι του Κεμάλ. Τούτες δώ, γιάκου! 
Τούτες είναι εγγλέζικες, είναι ταντίδωρα της Λόντρας για τάτιμα πετρέλαια της Μοσούλης.
Χαλάει μπαρούτι μωρέ Ο Κεμάλ, δεν παίζει τράκα τρούκες. 
Τί τον ενοιάζει αυτόν; Ολοι του δίνουνε. 
Ολες οι ξένες εταιρίες ξεβρακωθήκανε και περιμένουνε το χάδι του. 
Φτού, κερατοκερατάδες του Σατανά!
--------
Μιά μέρα ωστόσο, πέσανε στα χέρια μου δυο άρθρα.
 Ήτανε κυβερνητικής εφημερίδας κι όμως τα κυκλοφορούσαν οι φαντάροι κρυφά, χέρι με χέρι.

Γράφανε πως η Μικρασιατική εκστρατεία ήτανε γάγγραινα για την Ελλάδα, 
πως οι Σύμμαχοι απαιτούσανε, λέει, να εκκενωθεί η Μικρά Ασία, 
πως η συνθήκη των Σεβρών έπαψε από καιρό να λογαριάζεται και 
πως ο στρατός έπρεπε να γυρίσει το γρηγορότερο στα σπίτια του, πρίν κλείσει ο δρόμος.
Μέπιασε αγωνία. Έτρεξα ϊσια Στο Δροσάκη.
Καμάρωσε τί γράφουν οι κυβερνητικές γαζέτες. 
μούκανε νόημα με το χέρι να κατεβάσω τον τόνο της φωνής μου, γιατί χαν αφτιά κι οι τοίχοι. μα εγώ δε λογάριαζα τίποτα.
Θέλω να μάθω τί γίνεται στην πλάτη μας! να ξέρω που βαδίζουμε, τί μας περιμένει.
Μίλησε να πάρ η οργή! σου το ζητάω εγώ τώρα. Μίλησε!
Περίμενα πως θάβρίσκε την ευκαιρία να μου τα ψάλλει. δεν είπε λέξη. Μούδωσε τσιγάρο κι άλλαξε κουβέντα.
Πάρ το, έκανε, είναι πεσκέσι του φίλου μας του Λευτεράκη.
Οσο μεγαλώνουν οι τύψεις του, που εμείς χύνουμε το αίμα μας κι αυτός σουλατσάρει στη Σμύρνη, τόσο πιο συχνά στέλνει δέματα.
Δεν απάντησα. το κορμί μούπετάριζε από νεύρο.
Καλά, γιατί τώρα κάνεις έτσι; μου είπε. Σάμπως έμαθες τίποτα καινούργιο; Ή σούκάνε εντύπωση που τα είδες γραμμένα στις φυλλάδες τους;
Σηκώθηκε απ το κρεβάτι με αργές κινήσεις. Πάμε όξω, είπε. Πάμε στα πλατάνια νανασάνουμε. και μή χάνεις το κουράγιο σου.  τώρα σου χρειάζεται.
Η μετακίνηση μούκάνε καλό. ταεράκι του βουνού με δρόσισε. Καθίσαμε σέναν πάγκο.
Ο Νικήτας έτριβε επίμονα τα μάτια του, δίχως να μιλά.
Τί γυρεύω απ το παλικάρι; σκέφτηκα. να με λυπηθεί και ναρχίσει τις παρηγοριές; 
Ή να μούπει καμιάν αλήθεια, να φουρτουνιάσω και να του ριχτώ όπως πάντα;
Να σου πω γιατί διστάζω να σου μιλήσω, Μανώ-λη; άρχισε Ο Δροσάκης, κι η φωνή του ήταν μαλακιά, πονεμένη. 
Δεν ξέρω άν είναι τώρα δά ώρα να πιάσω νυστέρι, να φτάσω πέρα από τα σημερινά, στη ρίζα της κακομοιριάς μας, 
να βάλω μπροστά σου το ερώτημα που καίει.
Έπρεπε να γίνει η Μικρασιατική εκστρατεία;   
Καταλαβαίνεις. δεν μπορώ.   
Ταφήνω. δεν είμαστε σε θέση τώρα για μιά τέτοια συζήτηση.
 Τούτη τη στιγμή, καλά ή κακά, τα νιάτα μας βρίσκονται παγιδεμένα δώ, στα βάθη της Ανατολής. 
Από παντού μας κυκλώνει η προδοσία. Ολοι κοιτούνε πως θα ξεμπλέξουνε. 
Ο ένας ρίχνει στον άλλον τις ευθύνες.
Με κοίταξε ήρεμα με καθαρή ματιά! Ηθελε να βεβαιωθεί άν είμαι σε θέση να τον παρακολουθήσω.
Τί θές, τί γυρεύεις, Μανώλη,
Απόταν η αντάντ βόλεψε τις δουλειές της στην Ανατολή
κι αποφάσισε να σταματήσει το διαμελισμό της Οθωμανικής αυτοκρατορίας,
από τότε η δική μας μικρασιατική υπόθεση μοιάζει με πεθαμένο παιδί στην κοιλιά της Ελλάδας.

Αυτοί που μας στείλανε στη Μικρασία, αυτοί τώρα μας λένε ούστ κιοπέκ!.
Νομίζεις πως σκέφτονται το σπαραγμό του Αξιώτη, τα μάτια του Κιρμιζίδη, το θάνατο του Γκολή, το μαρτύριο του Στεπάν; Ή μπά και νομίζεις πως σκοτίζονται για το τί θαπογίνει η Ελλάδα;
Το ξένο κεφάλαιο κοιτάζει τα συμφέροντα του. Μήν περιμένεις καρδιά και δικαιοσύνη από δαύτο.
Οι εκπρόσωποι του κάθονται στα γραφεία τους στις Λόντρες, στα Παρίσια κι όπου αλλού,
έχουν μπροστά τους χάρτες,
κι όταν τους συμφέρει, θυμούνται την αυτοδιάθεση των λαών, τις ελευθερίες και την ανεξαρτησία τους,
κι όταν δεν τους συμφέρει, πατούν μιά κόκκινη μολυβιά και διαγράφούνε χώρες και λαούς.

Το δυστύχημα είναι πως, τώρα δά, το κόκκινο μολύβι τους βρίσκεται πάνω από τις κεφαλές μας!
Ότι είχανε να πάρουν από την Ελλάδα το πήρανε και τζάμπα μάλιστα. Είμαστε το στυμμένο λεμόνι.
Ο Κεμάλ έχει τώρα το ζουμί.

Ο νους μου σάλευε με τα λόγια του Δροσάκη, με κείνο το πεθαμένο παιδί στην κοιλιά της Ελλάδας, με τους δράκους που θα ξεγράψουνε τη χώρα μας και τα καζάντια μας. Το δάκρυ σκέπαζε το μάτι κι ΰστερα άπλωνε, άπλωνε όπως το νερό των λιμνώνε μας, όπως o Μαίανδρος ποταμός κι έφτασε ο λογισμός μου στο χωριό μας, στο πατρικό μας σπίτι, στο περβολάκι μας με το γιασεμί και τις ανθισμένες κερασιές. Δροσάκη! Ντρέπομαι.
Μοναχός μου σου ζήτησα την αλήθεια. Πάντα αλήθεια μούλεγες. το ξέρω. μα Δε θέλω να σε πιστέψω, δεν μπορώ να σε πιστέψω! Κατάλαβε με!
Ο Δροσάκης άπλωνε το χέρι του προστατευτικά στον ώμο μου, μα το μαρτύριο μου δεν το καταλάβαινε κι έλεγε, ολο έλεγε.
Ετσι είναι τα πράματα, Μανώλη. Εδώ πάνω πλερώνουμε δικές μας και ξένες αμαρτίες.
και πρώτα πρώτα τις φαγωμάρες των μεγάλων για το μοίρασμα της Ανατολής.

Έβγαλε μερικά ξένα περιοδικά κι εφημερίδες κι άρχισε να διαβάζει.
Ναδειάσουν οι Έλληνες τη Μικρά Ασία το ταχύτερο και δίχως όρους.
δεν τους στείλαμε να κάνουν κατοχή! 
Η Νέα Τουρκία είναι πλέον πραγματικότητα. Πήρε συνείδηση της ιστορικής αποστολής της. 
Το ναντισταθούμε στανανεωτικά ιδανικά της θα ήτανε μεγάλο σφάλμα.

Καταλαβαίνεις, Αξιώτη, τί κρύβουνε όλ αυτά; 
Συμφέροντα, πετρέλαια, μεταλλεία, σίδερα, χρώμιο, το ξένο χέρι στον ανέγγιχτο πλούτο της Ανατολής. 
Αχ, μωρέ, όταν νταραβερίζεσαι με μεγάλους,
εσύ ο μικρός πρέπει να μην μπιστεύεσαι στιγμή. 
Τα συμφέροντα τους δεν ταιριάζουνε με τα δικά μας.
Μας θέλουνε του χεριού τους. Αν λυγίσεις τη μέση στα παίρνουν όλα.
Αυτό ναι και το φταίξιμο του Βενιζέλου. 
Αυτός που ήτανε θρέμμα μας και τους ήξερε, έγινε όργανο τους. 
Ασε πιά τον Κωνσταντίνο και τους παλατιανούς!
Αν είχαμε και κάποιαν ελπίδα να γλιτώσουμε, τούτοι μας ρίξανε στο χάος!
Προσθέσανε τα μηδενικά τους στα λάθη του Βενιζέλου και τα πολλαπλασιάσανε.
Νικήτα, φτάνει! Δε θέλω νακούσω άλλο. να με συμπαθάς, δηλαδή, γιατί εγώ άρχισα. μα δεν αντέχω.
Σηκώθηκα να φύγω.  Ο Δροσάκης με κράτησε. Ήτανε χλωμός.
Κι εγώ υποφέρω, Μανώλη. Πρέπει να με πιστέψεις.
Στον κήπο του νοσοκομείου Ο τυφλός Κιρμιζιδης έπαιζε ούτι και τραγουδούσε τούρκικα.
Που είσαι ρημαγμένο μου χωριό; Έγινες μιά φωνή για εκδίκηση. Χάσαμε μάνες, αδέρφια και γυναίκες.
Κι ελπίδα άλλη Δε μας έμεινε από σένα, Ελλάδα, γλυκιά πονετική μάνα.
-
Μούδείξε το πληγωμένο στήθος και τα πόδια του που ήτανε σπασμένα. Είχα δυο μέρες να τον δώ.
Ήξερα πως τον είχανε στείλει σε φυλάκιο, κάπου κατά δώ, μα δεν περίμενα να τον ανταμώσω.
Ίσαμε την τελευταία στιγμή έκανες το χρέος σου! Έσκισα το πουκάμισο μου, τούδεσα τις πληγές.
Ήθελα τόσο να μιλήσω μαζί του, να του πώ πόσο δίκιο είχε όταν έλεγε πως μας προδώσανε.
Ήθελα την ορμήνιά του, τους θυμούς του, τις εκρήξεις του, τις αλήθειες που ξεστόμιζε.
Ήθελα να του πώ. Τώρα σε κατάλαβα, Δροσάκη. Τράβα μπροστά και θα σακλουθήσω.
Χιλιάδες θάρθουμε μαζί σου. μα Ο Δροσάκης πάλευε με σκληρούς πόνους. Κάθε κίνηση τον τρέλαινε.
--
Οπου περνούσαμε, κοσμοχαλασιά. στα τουρκοχώρια φωτιές, σκοτωμοί, βιασμοί, λεηλασίες.
Πλήρωνε Ο άμαχος τούρκικος πληθυσμός. 
Χιλιάδες αγκουσεμένοι άντρες, τρομαγμένοι, αγριεμένοι, πληγωμένοι ίσαμε τα κατάβαθα τους, χάσανε μεμιάς την ψυχή τους και κάθε μπέσα.
Κοντά σένα χωριό, παραδωμένο στις φλόγες, μιά νέα γυναίκα μαλλιοξαινότανε κι έσερνε φωνές πάνω απ το κορμί του σκοτωμένου αγοριού της. 
Οι δυο φαντάροι του αραμπά, βαρβατεμένοι απ το φαγοπότι, την εγλυκοκοιτάζανε και της φωνάζανε βρομόλ-γα.
Στάσ! Χουμήξανε πάνω μου. Στάσ να πά να. Γύρισα και τους κοίταξα με μιά ματιά που σκότωνε.
Ισα, ρέ βλάμη! Θές κι ελόγου σου μερτικό; μου φώναξε ο ένας, ενώ ο άλλος έστριψε την μπούκα του τουφεκιού καταπάνω μου.
Κατέβηκα απ τον αραμπά, πήρα στα χέρια το Δροσάκη κι έφυγα να μή δω, να μήν ακούσω.
-
Πήρα πάλι το δρόμο. Δε με τρόμαζε πιά ο θάνατος. Τους ζωντανούς σκιαζόμουνα που χάσανε κάθε ανθρωπιά. 
Σταφτιά μου φτάνανε οι καγχασμοί του Νικήτα Δροσάκη.
Γυρεύουνε να πνίξουνε τη δειλία των νικημένων. Οι ήρωες!
Δυο μέρες πάλευα να πάρω τρένο. Πιάστηκα από μιά πόρτα σπασμένη και καθώς έτρεχε ο συρμός,  σκάλωσα στη στέγη. 
Χιλιάδες γυναικόπαιδα κατεβαί-νανε τούτες τις ώρες απ τα χωριά με κραυγές.
Οι τσέτες! Έρχονται! Έρχονται! τα τρένα δε στεκόντανε να πάρουνε κόσμο.
Μέσα στα βαγόνια γινότανε χαλασμός. Νταήδες, αράθυμοι, τρομαγμένοι κι αρματωμένοι φαντάροι και πολίτες
 ερχόντανε στα χέρια και σέρνανε μαχαίρια και πυροβολούσανε.
Κι η προσφυγιά απόξω να τρεχαλάει με την ψυχή Στο στόμα και να πέμπει ικεσίες, κατάρες κι απειλές.
Άτιμοι! Πού μας αφήνετε; Σταθείτε! 
Και το τρένο, μαύρο θεριό, ναγκομαχάει και να ρουθουνίζει και να σέρνει σφυριγματιές, πιο κοφτερές από σπαθιές, για να παραμερίσει ο κοσμάκης απ τις ράγες.
Θάχαμε  κάνει κάπου έξι ώρες δρόμο. αργά τη νύχτα το τρένο τραντάχτηκε τόσο απότομα, που όλοι εμείς οι κρεμασμένοι τιναχτήκαμε σάν βλήματα. οι ρόδες κριτσάνισαν κάμποσα κορμιά.
--
Ο παππούλης μου Ιστόρησε τα πάθη του.
Μι του που τράνταξ ου συρμός, η κόρημ κι η γναίκαμ πέσανι καταής. η γριΓιάμ, καλοτχη, απόθανι μεταμιάς! Τση κόρηςμ τσου κόψανι οι ρόδις τα πουδάριατς! Τα πουδάριαμ, πατέρα! τα πουδάριαμ. μούκανι. Αχ, γιαβρίμ! Ιλινίτσαμ, Ισύ!
Ταγόρι μίκρυνε, ζάρωσε.
Ύστερις μου λιποθύμσι! Πάου να τη σκώσου στην αγκαλιάμ.  Δεν μπόραγα. Πέσαμι χάμου, αγκουμαχούσαμι. Πατέρα, μούκανι, του Στυλάκ! Πήγα, σαδώ, σακεϊ.  Φώναζα. Ματαγύρσα κουντάτς.
του Στυλάκιμ, πατέρα! Τρέξι, πάγινι! Άφκιμ ιμένα. Την ακούμπσα σένα καντούνι, μη μού την πατήσ ου κόσμους κι ταλόγατα. Έφγα.
Πήρα τσι στράτες. Φώναζα, ξέταζα. Σαπέρα τριχουβλούσε μου κάν ου σμπέθερους του γιουμ, κι μούδξι του βουνό. άϊντι, μπαρμπα-Στυλιανέ, τα πδάριασ ουμπρός, η καρδιάσ ουπίσω, σί κείνηνα.
πως σάφκα, κόρημ! Μι τί καρδιά σάφκα, τζιέριμ, να σι σπαράξνι ταγρίμια!
Μάναμ! Μανούλαμ! έσυρε κραυγή ταγόρι κι έφερε τις χουφτίτσες του μαπελπισία στα μάγουλα.
Εε! Εσείς του κόσμου, μεγάλοι και τρανοί. Ακούσατε ποτές καμιά τέτοια φωνή;
Πάμι στη μάναμ, παππούλι!          
Πάμι, γιέμ, πάμι!
 Καμπόσοι που ακούγανε την ιστορία, φωνάξανε.
Γέρο, μή σου σάλεψε Ο νους; να χαθείς θέλεις κι εσύ και το παιδί;
Οι τσέτες του Μπεχλιβάν κατεβήκανε.
Ο γέρος και το παιδί μας γυρίσανε την πλάτη και τρέχανε πίσω! Νύχτα σκέπασε τη γη.
Δεν ήτανε τούτος κόσμος πλασμένος από χέρι Θεού! Οχι, δεν ήτανε!
 
Μόλις πάτησα το ποδάρι μου στη Σμύρνη, στάθηκα να πάρω ανάσα. Σταυροκοπήθηκα, μέπιασε μιά ξαφνική χαρά. Πάντα εδώ στη Σμύρνη έβρισκε σιγουριά κι αποκουμπι η ρωμιοσύνη.
Οι Τούρκοι τη λέγανε Γκιαούρ Ισμίρ κι ήτανε πραγματικά η άπιστη γιαυτούς, για μας όμως ήτανε η χαρούμενη και φιλόξενη πρωτεύουσα του ελληνισμού.
Μοσχοβολούσε γιασεμί και λαχταρούσε για λευτεριά. Μόνο να σεργιανάς Στο Καί, προκυμαία, στα μπουλβάρια, στους βερχανέδες, να νταραβερίζεσαι στα μπεζεστένια, να πίνεις ρακί Στο Κόρσο, να βλέπεις παντού κέφι, χαρά, σου μαλάκωνε η καρδιά, γέμιζε φως, πόθους, θάρρητα. να ζήσω, έλεγες, να ζήσω, να δουλέψω απεξαρχής, να φτιάσω τούτο και τάλλο, να χαρώ, ναγαπήσω, να χτίσω.
Τώρα τίτανε αυτό παντίκριζα; Μιά νεκρή πολιτεία. τα μαγαζιά και τα κέντρα κλειδωμένα με διπλό λουκέτο. τα σπίτια βουβά, σάν ακατοίκητα. 
Γέλιο δεν άκουγες, παιδί δεν έβλεπες να παίζει Στο δρόμο.
 Καραβάνια θλιβερά σερνόντανε στα σοκάκια σάν μιά σειρά κάμπιες. 
Κορμιά κυρτωμένα, πρόσωπα χολια-σμένα, χαλκοπράσινα, χείλη ξερά, ασπρισμένα. 
Ήτανε οι πρόσφυγες που φτάνανε απ το εσωτερικό.
Σέρνανε μαζί τους μπόγους, τσομπλέκια, μπαούλα, κονίσματα, φορεία μαρρωστους, κατσίκες, κότες, σκύλους. 
Οι εκκλησιές, οι στρατώνες, τα σκολειά, οι αποθήκες, οι φάμπρικες, όλα γέμισαν πρόσφυγες. βελόνι νάριχνες δε θάπέφτε.
Γύριζα σάν χαμένος ανάμεσα σαυτό τον κόσμο κι έψαχνα να βρω τους δικούς μου. 
-

Δε μοιάζεις σύ από κείνους που ησερσεμιάσανε και λένε πως η μικρασιατική εκστρατεία πάει κατά  δλου. 
Αυτοι ούλοι είναι κατουρημένοι, πράχτορες του Κεμάλ. Άκουσε που σου λέω.
Βρέ, εδώ Ο Τρικούπης επήρε την αρχιστρατηγία και ηπέρασε στην αντεπίθεση! το ξέρεις αυτό;
Είχα τη διάθεση να του πω όλη την αλήθεια, να τον ετρελάνω, μα το πάθος που έβαζε στα λόγια του μου θύμισε τον παλιό εαυτό μου και μέρεψα. 
Κείνος συνέχισε το χαβά του!
Αν δεν το ξέρεις, μάθε το από μένανε. Στον Τσεσμέ, φίλε, δεν μαντζέβεται ο στρατός για να πιάσει τσι θάλασσες και να λακήσει. Όγεσκε! την άμυνα των παραλίων μας οργανώνει.
Όπου νάναι θακούσεις να βγαίνουνε τα παραρτήματα και τότες θα μαθευτούνε τα νέα. 
Η Αγγλία, σού λέει, είναι παρά το πλευρόν μας, δε θα μας απαρατήσει, Στο πείσμα κείνης τση σκρόφας, τση Γαλλίας!
Σάν μύγες τάνιωθα τα λόγια του να στριφογυρνάνε και να πιλατεύουνε το μισοϋπνωτισμενο μου μυαλό. στα υστερνά έχασα πιά την υπομονή μου κι άνοιξα κι εγώ το στόμα μου.
Για ποιόν Τρικούπη μιλάς, μπάρμπα; Τώρα κι άλλη μιά! 
Ο Τρικούπης πιάστηκε αιχμάλωτος με το στρατό του. 
Οι τρανοί τσαθήνας μας παρατήσανε σύξυλους κι ένας Θεός ξέρει τί θαπογίνουμε.
Οσο για τσεγγλέζους, μη γελιέσαι. 
Ούτ αυτοι ούτε οι Γάλλοι ούτε οι Αμερικάνοι ούτε στη φύτρα τους, κανείς, μωρέ, κανείς πιά Δε σκοτίζεται για τα μάς.
Αυτοί μας ανοίξανε τον τάφο, πάρ το χαμπάρι.
Του γέρου το σαγόνι αρχίνησε να τρέμει. χτυπολογούσαν οι ξένες μασέλες του, έγινε κίτρινος σάν θειάφι. 
Τα μάτια του μίκρυναν, σκλήρυναν, αλληθώρισαν. τα χέρια του που κρατούσαν ξουράφι, είπα πως θα μούκοβαν το λαιμό.
Τί λες, μωρέ θεοπάλαβε! βρουχήθηκε. Ποιος σε γέμισε με τέτοια άτιμα ψέματα;
Ο Τρικούπης θα οργανώσει την άμυνα από το Νυμφαίο ίσαμε το Σίπυλο. 
Ετσι μονάχα θα προστατευτεί η Σμύρνη.   
Κι άν, όπως λές, αιχμαλωτίστηκε ο Τρικούπης, Δε χάθηκε ο κόσμος. Ψωμιά στο μοναστήρι. 
Εχει αξιωματικούς κι αξιωματικούς μιά βολά ο ελληνικός στρατός! 
Δε θάναι Ο Τρικούπης, θάναι Ο Γονατάς, Ο Πλαστήρας. Τους ξέρω ούλους εγώ προσωπικά.

Τον έβλεπα να παλεύει απελπισμένα να περιφρουρήσει την αισιοδοξία του, την ϊδια την καρδιά του.
Κάτι ήξερα από τέτοιους αγώνες. Είπα μέσα μου. Ρέ Μανώλη, γιατί το πιλατεύεις το γεροντάκι;
Τί θα βγει αν αργήσει λίγο να μάθει την αλήθεια; Άστον το φουκαρά.
Στο κάτω κάτω είναι κι η Μικρασιατική άμυνα, είπα. Που την εβάζεις τη Μικρασιατική άμυνα!
Εε, τώρα μιλάς σάν άντρας, ασκολσούν! Γεια Στο στόμα σου. η άμυνα, ναίσκε, αυτή θα ξαναφέρει ενθουσιασμό, 
θα καλέσει πανστρατιά και θα πάμε ούλοι, γέροι, νιοί, παιδιά, γυναίκες. 
Τί θα πει! για τα σπίτια μας και για τη λευτεριά μας, όλα θα τα δώκουμε.
Ήρθε η μεγάλη στιγμή του χρέους.
Ήθελα να του πώ. Ήρθε, μωρέ γέρο, ήρθε η στιγμή του χρέους, μα οι άτιμοι την αφήκανε και χάθηκε.
Μας βουλιάξανε χίλιω λογιώ προδοσίες, συμφέροντα των μεγάλων, στραβοτιμονιές των δικώνε μας, 
κακές αρχές και κακά αποτελειώματα. Ήθελα πολλά να του πώ. 
Θυμήθηκα το Δροσάκη.ολόκληρος είχε χωθεί μέσα στο πετσί μου. μα συγκρατήθηκα. το γεροντάκι είχε πιά βυθιστεί Στο δικόνε του κόσμο.
Έχω πίστη μέσα μου, έκανε και χτυπούσε με πάθος το στήθος του. Πιστεύω Θεό εγώ!
-
 Αν φεύγει σταλήθεια ο στόλος, πάει να πει πως όπου νάναι, όπου νάναι θα μπουκάρουνε οι Τούρκοι.  Αν, Τί γυρεύει το αν;
Αφού το ξέρω πως όλα τελειώσανε, αφού ξέρω το πως και τί, γιατί κάθουμαι λοιπόν; Τί περιμένω;
Τί ελπίζω; Μακούς ή Δε μακούς, φαντάρε Αξιώτη, εθελοντή του ελληνικού στρατού, μαχητή του Αφιόν Καραχισάρ. Τελειώσανε πιά όλα, όλα!
Πήρα τρεχάλα το δρόμο, βγήκα στην προκυμαία. Κείνη τη στιγμή τα πολεμικά σήκωναν άγκυρα.
Από τα φουγάρα τους έβγαινε πυκνός, μαύρος καπνός. Οι άνθρωποι στο και μαρμαρώσανε. δεν ανασαίνανε, Δε μιλούσανε, Δε ζούσανε.
Μοιάζανε σάν τις πέτρινες πλάκες στα μεζαρλίκια, η μιά πίσω απ την άλλη. μα τί λέω;
Μόνο όποιος έθαψε το σπλάχνο του κι άκουσε το τρίξιμο του φέρετρου την ώρα που το κα-τεβάζουνε στον τάφο, μόνε αυτός μπορεί να νιώσει τί ταν για μας κείνη η στιγμή.
Ύστερα έγινε κάτι τόσο άτιμο, που μας έφερε στα συγκαλά μας. Ενα γαλλικό πολεμικό, το Βαλντέκ Ρουσσώ, άρχισε νανακρούει τον Εθνικό μας ύμνο!
Οι σύμμαχοι χαιρετούσαν την Ελληνικήν ναυαρχίδα που έφευγε, όπως το απαιτούσανε οι κανονισμοί και το πρωτόκολλο!
Τούτο το πόμπεμα μας αγρίεψε. τα νεκρωμένα από τον πόνο απολιθώματα αναδεύτηκαν και σάν ένας ορμητικός χείμαρρος κίνησαν ομπρός.
Ολοι στου Στεργιάδη!  να λογοδοτήσει! να μας εξηγήσει, γιατί δε μας άφήκε να φύγουμε, μόνε μας ηγύρευε πασαπόρτια και σφραγίδες!
Οπλα! Θέλουμε όπλα για άμυνα!
Μιά φωνή ακούστηκε από το βάθος κι ύστερα κι άλλες πολλές.
Έφυγε ο Στεργιάδης!    Έφυγε, πάει στον αγύριστο! Τον γλιτώσανε οι Εγγλέζοι! τον φυγαδέψανε! 
Σταθήκαμε να καταλάβουμε τούτο το νέο μαντάτο.
Κι ύστερα ξέσπασε άσκοπη, η ομαδική οργή. 
Τρέχαμε δεξά ζερβά, λες και κυνηγούσαμε το φευγάτο όνειρο μας, χειρονομούσαμε, τυφλώναμε.
Παναθεματισμένοι,  που να μην ησώνατε νάρχετε!
Γιατί; Γιατί Δε μας ημπαρκάρανε κι εμάς; Τί θα γενούμε; 
Η φοβηθήκανε μπά και πάμε στην Αθήνα και καθαρίσουμε την πατρίδα από την κοπριά τση προδοσίας!
Σάν πλάκωσε η νύχτα, ερήμωσε η προκυμαία. Ολοι χώθηκαν κάτω από μιά στέγη και περιμένανε τη συνέχεια. 
Έμεινε μόνο ο τρόμος να σουλατσάρει στα σκοτεινά σοκάκια, σ
άν παζβάντης που προμηνούσε το πιό άγριο ξημέρωμα, που γνώρισε ποτέ η ρωμιοσύνη.
-Ματωμένα χώματα
Λέω, μάνα! Λέω! σε λίγες ώρες οι Τούρκοι θα βρίσκονται στη Σμύρνη. Πάρτε το χαμπάρι.
Θέ και Κύριε! σταυροκοπήθηκε. Κουνήσου, παιδάκι μου, από τη θέση σου. Είναι δυνατόν!
-
Ενας μπακάλης έπιασε να βρίζει τους Φραγκολεβαντίνους.
Γιαυτουνούς έφεξε. Είχανε δεν είχανε μας το βγάλανε το μάτι. 
Εγώ είχα πελάτες σόλα τα ξένα κονσολάτα και ξέρω τις ραδιουργίες τους.
Πρίν πατήσει ακόμα ο ελληνικός στρατός, αυτοί βίρα και στέλνανε γραφές 
στα γκουβέρνα τους και στα Παρίσια, να μή γίνει ελληνική κατοχή.
Τί Αμερικάνοι μισιονάριοι, τί φραγκοπαπάδες, τί Ταλιάνοι σπιούνοι, έμποροι, 
μπανκέρηδες, ούλοι ενάντια μας!
Το συμφέρο τους εκοιτάζανε. 
Ο θάνατος σου η ζωή μου! δεν το ξέρεις, του αποκρίθηκε ένας ναυτικός.
Ο μπακάλης κούνησε το κεφάλι.
Την έχθρητα όπου μας είχανε οι Λεβαντίνοι, μήτε οι Τούρκοι δε μας την είχανε.
Ξαφνικά ανακατεύτηκε στην κουβέντα και μιά μεσόκοπη φουρνάρισσα, ξαδέρφισσα του ναυτικού.
Τσι προάλλες, είπε, σάν ημαθεύτηκε πως ήσπασε το μέτωπο, ήρχε ο Αχμάκης ο γιος του Μουσιού Τζόρτζιο 
και μας ηκρέμασε ένα φέσι Στο πόμολο της πετούγιας.
Το βλέπει ο γιος μου, ο Θαλής, τον ετσακώνει και σου τον εκάνει σώσπαστο στο ξύλο.
Βγαίνει η καθολικιά η μάνα του κι αρχινάει να κογιονάρει. Ήρχανε τα στερνά σας!
Ούτε για μυρουδιά Δε θα μείνει Έλληνας στη Σμύρνη! Ηξεφώνιζε κι ευφραινόταν η καρδιά τση

-
Το άλλο πρωί μας ξυπνήσανε χλιμιντρίσματα και καλπασμός αλόγων.
Πεταχτήκαμε μεμιάς ορθοί κι ανοίξαμε τα μάτια μας. το τούρκικο ιππικό περνούσε καμαρωτό από την παραλία. 
Κανείς δεν έβγαλε τσι-μουδιά. και τα μωρά κερώσανε. 
Μόνο μιά πολύ ψιλή παιδική φωνούλα ρώτηξε.
Τί θα μας κάνουνε οι Τούρκοι;
Τί θα μας κάνουνε; Αυτή ταν ολουνών η αγωνία, μα κανείς δεν την εξεστόμιζε.
Από μερικά μπαλκόνια ξένων σπιτιών ακούστηκαν αδύναμα παλαμάκια και γιασασίν.
Σάν τέλειωσε η παρέλαση, έγινε νεκρική ησυχία. η δικιά μας μαούνα ήταν η τελευταία απ τις εξήντα και βρισκότανε 
σιμά στην ξηρά. σε λίγο ακούστηκε τελάλης. 
Μπρε σεις, τί λέει;

Λέει, να βγει Ο κόσμος και να πάει στις δουλειές του δίχως να φοβάται. κανένας Δε θα κακοπάθει.
-Μπορεί η νίκη να μερώνει τσανθρώπους, είπε η μάνα μου. Οι Μεγάλες  Δυνάμεις δώκανε  εντολή να μην ανοίξει ρουθούνι 
χριστιανικό. Αυτή ναι η αλήθεια. Φτάνει το αίμα. Τί τα γενιτσαριά θάχουμε;
Τόσοι στόλοι! Τόσα βασιλικά. για τα μάτια ηθαρρέψατε πως στέκουνε δώ χάμου;
-
Ολοι στη μαούνα γινήκαμε τώρα μιά παρέα.
Βγάλαμε ότι φαγώσιμο είχαμε, παστά, αυγά, κονσέρβες. Αρχίσαμε τα τραταμέντα και τις τσιρεμόνιες.
Ξάφνου, μέσα στη γενική χαρά, ακούστηκε μιά φωνή κι ύστερα πολλές μαζί.
Φωτιά! Φωτιά! Βαλαν φωτιά στη Σμύρνη!
Πεταχτήκαμε ορθοί. Κοκκινόμαυρες φλόγες τινάζονταν στον ουρανό, χοροπηδηχτές.
Είναι κατά την Αρμενογειτονιά. Κατά κει φαίνεται νάναι. Πάλι οι Αρμεναίοι θα τα πλερώσουνε!
Αποκλείεται να κάψουνε ολόκληρη τη Σμύρνη. Ποιο συμφέρον έχουνε; Αφού έγινε πιά δική τους.
Ποιο συμφέρον είχαμε μείς που καίγαμε τα τουρκοχώρια στην υποχώρηση;
Η φωτιά απλωνόταν παντού. Ντουμάνιασε Ο ούρανός. Μαύρα σύγνεφα ανηφορίζανε και μπερδευότανε τόνα με τάλλο.
Κόσμος, εκατοντάδες χιλιάδες κόσμος, τρελός από φόβο, αρχίνησε να τρέχει απ όλα τα στενοσόκακα και τους 
βερχανέδες και να ξεχύνεται στην παραλία σάν μαύρο ποτάμι.
Σφαγή! Σφαγή!                   
Παναγιά, βοήθα!                                 
Προφτάστε.           
Σώστε μας!
Η μάζα πυκνώνει, δεν ξεχωρίζεις ανθρώπους, μα ένα μαύρο ποτάμι που κουνιέται πέρα δώθε απελπισμένα,
 δίχως να μπορεί να σταθεί ούτε να προχωρήσει.
Μπρος θάλασσα, πίσω φωτιά και σφαγή! 
Ενας αχός κατρακυλάει από τα βάθη της πολιτείας και σπέρνει τον πανικό.
Τούρκοι! Τσέτες! Μας σφάζουνε! Έλεος!
Η θάλασσα δεν είναι πιά εμπόδιο. Χιλιάδες άνθρωποι πέφτουνε και πνίγονται.
τα κορμιά σκεπάζουνε τα νερά σάν νάναι μόλος.
Οι δρόμοι γεμίζουνε κι αδειάζουνε και ξαναγεμίζουνε. Νέοι, γέροι, γυναίκες, παιδιά ποδοπατιούνται, στριμώχνονται, 
λιποθυμούνε, ξεψυχούνε. Τους τρελαίνουν οι χατζάρες, οι ξιφολόγχες, οι σφαίρες των τσέτηδων!
Βούρ, κεραταλάρ! Χτυπάτε τους τους κερατάδες!.
ΤΟ βράδυ το μονοφώνι κορυφώνεται. η σφαγή Δε σταματά. 
Μόνο όταν τα πλοία ρίχνουνε προβολείς γίνεται μιά πρόσκαιρη ησυχία. 
Μερικοί που καταφέρανε να φτάσουνε ζωντανοί ίσαμε τη μαούνα, μας ίστορούνε το τί γίνεται όξω, στις γειτονιές.
ΟΙ τσέτες του Μπεχλιβάν και οι στρατιώτες του Νουρεντίν τρώνε ανθρώπινο κρέας. 
Σπάζουνε, πλιατσικολογούνε σπίτια και μαγαζιά. 
Οπου βρούνε ζωντανούς, τους τραβούνε όξω και τους βασανίζουνε. 
Σταυρώνουνε παπάδες στις εκκλησιές, ξαπλώνουνε μισοπεθαμένα κορίτσια κι αγόρια πάνω στις Αγιες Τράπεζες 
και τατιμάζουνε.
Απ τον Άϊ-Κωνσταντίνο και το Ταραγάτς Ίσαμε το Μπαλτσόβα το τούρκικο μαχαίρι θερίζει.
Η φωτιά όλη νύχτα αποτελειώνει το χαλασμό. Γκρεμίζονται τοίχοι, θρυμματίζονται γυαλιά.
Οι φλόγες κριτσανίζουνε μαδέρια, έπιπλα και φτούνε σιδερικά.
Ξεθεμελιώνουνε την πολιτεία ολόκληρη. Απλώνουν πάνω στα έργα των ανθρώπων και τα διαλύουνε.
Σπίτια, εργοστάσια, σκολειά, εκκλησίες, μουσεία, νοσοκομεία, βιβλιοθήκες, θέατρα, αμύθητοι θησαυροί, κόποι, 
δημιουργίες αιώνων εξαφανίζουνται κι αφήνουνε στάχτη και καπνούς.
Αχ, γκρέμισε Ο κόσμος μας! Γκρέμισε η Σμύρνη μας! Γκρέμισε η ζωή μας! 
Η καρδιά, τρομαγμένο πουλί, δεν ξέρει που να κρυφτεί.
Ο τρόμος, ένας ανελέητος καταλύτης άδραξε στα νύχια του κείνο το πλήθος και το αλάλιασε. 
Ο τρόμος ξεπερνάει το θάνατο.
Δε φοβάσαι το θάνατο. φοβάσαι τον τρόμο. Ο τρόμος έχει τώρα το πρόσταγμα.
Τσαλαπατά την ανθρωπιά. Αρχίζει από το ρούχο και φτάνει ίσαμε την καρδιά. Λέει.
Γονάτισε, γκιαούρη! και γονατίζει. 
Ξεγυμνώσου! και ξεγυμνώνεται. 
Άνοιξε τα σκέλια σου! και τανοίγει. 
Χόρεψε! και χορεύει. 
Φτύσε την τιμή σου και την πατρίδα σου! και φτύνει.
Απαρνήσου την πίστη σου! και την απαρνιέται. 
Αχ ο τρόμος! Οποια γλώσσα κι αν μιλάς, λόγια δε θα βρεις να τον επεριγράψεις.

Τί κάνουν, λοιπόν, οι προστάτες μας; 
Τί κάνουν οι ναύαρχοι με τα χρυσά σιρίτια, οι διπλωμάτες κι οι πρόξενοι της Αντάντ!
Στήσανε κινηματογραφικές μηχανές στα καράβια τους και τραβούσανε ταινίες τη σφαγή και τον ξολοθρεμό μας!
Μέσα στα πολεμικά οι μπάντες τους παίζανε εμβατήρια και τραγούδια της χαράς, 
για να μή φτάνουν ίσαμε ταφτιά των πληρωμάτων οι κραυγές της οδύνης και οι επικλήσεις του κόσμου.

Και να ξέρει κανείς πως μιά, μόνο μιά κανονιά, μιά διαταγή, έφτανε για να διαλύσει όλα κείνα τα μαινόμενα στίφη.
Κι η κανονιά δε ρίχτηκε κι η εντολή Δε δόθηκε!

-
Με το σούρουπο οι Τούρκοι κάνανε στόχο τις μαούνες. Χτυπήσανε κάμποσες φορές.
Είχαμε λαβωμένους και δυΟ νεκρούς. Ολη νύχτα δεν κλείσαμε μάτι.
Μωρέ, κάτι τρέχει. Κάτι άλλαξε!
Τις αυγές ήρθανε ρυμουλκά και τραβήξανε τις μαούνες.
Δεν αργήσαμε ναντιληφτούμε πως τα ρυμουλκά δεν ήταν εγγλέζικα, μα τούρκικα.
Τούρκοι μέσα στα ρυμουλκά! ακούστηκε.    Τούρκοι;
Τούρκοι!
Μας πάνε για σφαγή!    
Φωνάξτε, να πάρουν χαμπάρι οι στόλοι! 
Τούρκοι! Τούρκοιοι!
Οι μάνες ψάχνανε για τα παιδιά τους, ταγκαλιάζανε και σπαράζανε. τα παιδιά λες και τάπιάσε παροξυσμός. Τρέμανε, τσιρίζανε.
Οι άντρες τρέχανε άσκοπα εδώ κι εκεί.  Λύνανε και δένανε μπόγους, πασχίζανε να σκεφτούνε.
Μας προδώσανε!            
Μας ξεπουλήσανε!            
Πανάθεμα τους!                  
Ναύαρχε! Τί κάνεις;           
Ναύαρχε! Σώσε μας!
Για όνομα του Χριστού! Μη μας αφήστε! Έχουμε μωρά μαζί μας! Έχουμε γερόντους, κορίτσια!
Είστε υπεύθυνοι!             
Ναύαρχε! Ναύαρχεεε!
Τα τούρκικα ρυμουλκά συνεχίζανε το δρόμο τους. 
Τότε, μέσα στον πανικό που ξέσπασε, χιλιάδες άνθρωποι πέσανε στη θάλασσα κοπαδιαστά!  Μαύρισε το νερό.
Ο ένας πιανότανε απ τα μαλλιά, απ το λαιμό του αλλουνού και πνιγόντανε.

Γαντζώνανε στα πολεμικά να σωθούνε και δεχόντανε ζεματιστά νερά και χτυπήματα με λοστούς και ξύλα.

Οσοι δε χάσανε την ψυχραιμία μας και μείναμε στις μαούνες έτοιμοι να παλέψουμε με τη μοίρα μας, 
είχαμε περσότερη πίστη στη θηριωδία των Τούρκων παρά Στο έλεος των συμμάχων.

Ενας αξιωματικός έδωσε διαταγή να δέσουνε τις μαούνες στους χαλκάδες της παραλίας και να βάλουνε ολόγυρα φρουρά.
Κάθε μιά δυο ώρες θρασεμένοι ζέϊμπέκοι με κόκκινα ζουνάρια, φορτωμένοι κουμπούρια και χατζάρες
 μπουκάρανε και ξαφρίζανε το άνθος των νιάτων.
Έσύ! Κι εσύ! Κι εσύ!
Χερούκλες απλώνονταν πάνω σε λιμπιστερά παλικάρια και σε όμορφα κορίτσια. 
Τα σέρνανε πίσω απ το Τελωνείο, και πιο πέρα τα βιάζανε και τα εκτελούσανε.
Ετσι έγινε με την Αφρούλα και με τη Ρέα, μιά μαθητριούλα δεκατεσσάρω χρονώ. 
Η γιαγιά της Αφρούλας, καλότυχη, με το που είδε να πιάνουν το κορίτσι έμεινε στον τόπο.  
Μα η μάνα της Ρέας σπάραζε κι έσκιζε τα μάγουλα της κι έτρεχε πίσω τους.
Αφήστε το κοριτσάκι μου! Εμενα πάρτε!
Τα ματωμένα δάχτυλα της τσάκωσαν το μπλουζάκι της και το ξέσχισαν.
Κοιτάχτε! έκανε κι έδειχνε το στήθος της σάν υπόσχεση. Εμενα πάρτε! Οχι αυτό!       
Κοριτσάκι μου, Ρέα μου!
Κανείς δεν ήτανε πιά σε θέση να νιώσει συγκίνηση για την τύχη του διπλανού του!
Τρία μερόνυχτα μας κρατήσανε οι Τούρκοι στις μαούνες 
και τα τρία μερόνυχτα δε σταματήσαμε να παίζουμε με το θάνατο ένα φοβερό κρυφτούλι.
Συμφωνήσαμε μέναν πατριώτη μου να κρατούμε βάρδιες όλη νύχτα, έτσι που να μη μας ξεφεύγει καμιά κίνηση 
των Τούρκων. Κάθε φορά που ψάχνανε ένα χώρο, εμείς γλιστρούσαμε σαυτον και τους ξεφεύγαμε.
Την τέταρτη μέρα ήρθε ένας αξιωματικός και είπε.
Ναδειάστε τις μαούνες. Τραβάτε στη στεριά! Τρέξαμε να φύγουμε.
Πιστεύαμε πως κάθε μετακίνηση έκρυβε κάποιαν ελπίδα.
Στο νεκροταφείο! Πάμε Στο νεκροταφείο.  δεν πατούν εκεί Τούρκοι. Σκιάζονται! Πήγαμε Στο νεκροταφείο.
Ούτε σπιθαμή να σταθείς. Είχανε προλάβει άλλοι, πρίν από μας, και πήρανε την πρωτοκαθεδρία.
Βγάλανε απ τους τάφους λιωμένους κι άλιωτους νεκρούς και βαλαν οι ζωντανοί τα στρωσίδια τους 
και τα παιδιά τους. Γυναίκες γεννούσανε πρόωρα.
Είχε διαδοθεί στους γύρω μαχαλάδες. Οποια είναι για γέννα, Στο νεκροταφείο.
Παραστέκουνε και γιατροί!.  Γερόντισσες βράζανΕ νερά για τις λεχώνες με προσάναμμα κόκαλα πεθαμένων!
Δεν είναι τόπος να σταθούμε, έκανε η αδερφή μου κι όλοι συμφωνήσαμε.
Με δυσκολία ανοίγαμε δρόμο να φύγουμε. Πάνω σένα μνήμα μιά γυναίκα ξαπλωμένη τα μπρούμουτα, χτυπούσε 
με τις γροθιές της τη μαρμαρένια πλάκα και φώναζε στον άντρα της.
Βρασίδα! που είσαι να δεις τί σού κάνουν το κοριτσάκι σου! Ταγνό σου κοριτσάκι, Βρασίδα! το ατιμάσανε! 
Στρατός, λεφούσι πάνω Στο κορμάκι του! Βρασίδα, σήκω! αναστήσου!
Ελα να μας παρασταθείς. Βρασίδα!
Φύγαμε.
 Ψάχναμε σόλη την Πούντα να βρούμε μιά γωνιά να σταθούμε.
Οπου κι αν μπαίναμε, σε σκολειά, εκκλησιές, εργοστάσια, αποθήκες, όξω στους ανοιχτούς ταρλάδες, παντού, 
χιλιάδες πρόσφυγες περιμένανε να δούνε τί θαπογίνουνε.
Πουλητάδες και μαυραγορίτες Τούρκοι και Εβραίοι εμπορευότανε τη γουλιά το νερό, τη σταγόνα το λάδι, 
τις κονκάρδες με τη φιγούρα του Κεμάλ, τις σημαιούλες και τα περιβραχιόνια με την ημισέληνο!
Πάρτε να σωθείτε!
Σένα εργοστάσιο ανταμώσαμε πατριώτες και φίλους και μας κάνανε λίγη θέση νακουμπήσουμε.
Ήμασταν ψόφιοι. Είπαμε πως θα κοιμηθούμε και Δε θα ξυπνήσουμε. 
Ομως μόλις ξαπλώσαμε το μάτι στυλώθηκε. τα ντουβάρια των καμένων σπιτιών κατρακυλούσανε μέσα στη νύχτα.
Τουφεκιές κι ομοβροντίες κάθε λίγο και λιγάκι γαζώνανε τη σιωπή.
Αυτές εδώ είναι εκτελέσεις!  μας εξηγούσανε οι παλιοί και τρέμανε.
-
Παντού πρόσφυγες! Πρόσφυγες! Ενάμισι εκατομμύριο ψυχές.
Βρεθήκαμε κουλουριασμένοι στην πρύμνη κάποιου βαποριού, με τα κουρέλια μας και τα μπογαλάκια μας, μουδιασμένοι,  
ξεκουρντισμένοι, χωρίς να ξέρουμε που θα μας σβουρίζει η καταιγίδα. Οι γυναίκες στενάζανε!
Τί απόγιναν οι δικοί μας;
Τον ακούς Στο νου και στην καρδιά το σεισμό και το χαλασμό, Δε σταματάει. Τραντάζει το καράβι.
Σαλπάρει. Κανείς δεν ξέρει που πάει. τα μάτια ψάχνονται.
Μήπως ξέρεις; Τί ξέρεις και Δε μιλάς;
ΤΟ δικόνε μου μου τον επήρανε από την Πούντα.
ΤΟ είχα ντύσει γυναίκα ταγόρι μου, μα το πήρανε χαμπάρι.
Μας συμβούλεψε ένας γείτονας να πάμε για σιγουριά στα μπορντέλα. 
Κι άμα πήγαμε, βρήκαμε ως και τις πουτάνες σφαγμένες, όλες!
Αρχίζουν οι ιστορίες. Οπου και να σταθείς, όπου και να κάνεις, σε κυνηγούνε.
Τρυπώνουνε σταφτί σου, όπως οι φανταστικές φωνές Στο Μυαλό του παραλοϊσμένου.
Ετσι, όπως σου τα λέω, γενήκανε. 
Πάει Ο μαστρο-Γιαννικός να κρυφτεί κάτω απ τους πεθαμένους και τί να δει! Ολόκληρη η φαμελιά του σφαγμένη 
και στοιβαγμένη εκεί!
Αυτό  δεν  είναι τίποτις  μπρος  στού   Ανέστη. Φτάσαν οι Τσετες στο χτήμα του κι είδηση δεν είχε.
Τρέχει ο έρμος στην αποθήκη. χώνεται μέσα στις βέργες του καπνού. σε λίγο μπαίνουνε έξι τσετες, ντερέκια. 
Σέρνουνε έν ανήλικο. το ξαπλώνουνε και τατιμάζουνε. Τρεις ώρες βγάζουνε τα μάτια τους.
Ουλάν, ψόφησε! κάνει ο ένας και κουνάει το κορμάκι που είναι ξερό. Φτού! κάνουνε μαηδία, βρακώνονται και φεύγουνε. 
Βγαίνει κι ο Ανέστης να φύγει. Σκοντάφτει Στο πεθαμένο κορίτσι.
Ρίχνει μιά ματιά και σέρνει φωνή. Άααχ! κορούλα μου! Σύ σουνα, παιδί μου!
Ξέγραφτον τον άνθρωπο τέτοιες ώρες. 
Μιά παρέα φαντάροι συζητούνε αιτίες κι ευθύνες.
ΤΟ πάν ήτανε να στείλουνε καράβια, να πάρουνε τον κοσμάκη, να τον σώσουνε.  
Μα ούτε κι αυτό έγινε.
Ξέρω γιατί δεν έγινε. μου τομολόγησε ένας καπετάνιος. 
Ενενήντα δυο μεγάλα καράβια, σου λέει,  μαζευτήκανε στον Πειραιά, για να πάνε στις θάλασσες της Μικρασίας, 
να πάρουνε κόσμο. 
Ομως, καθώς ανοιχτήκανε Στο πέλαγος, πήρανε μυστικό τηλεγράφημα απ την κυβέρνηση.
δεν είναι υποχρεωτική η μετάβασις, αλλά προαιρετική.
Από τα ενενήντα δυό καράβια πήγανε μόνο τα δεκαεφτά!
Δε θα ξεχάσω, Στο Ακ Τσάι περιμένανε βαπόρι τριάντα πέντε χιλιάδες γυναικόπαιδα. 
Εμείς, δέκα χιλιάδες φαντάροι ερχούμαστε απ ταδραμίτι, 
Όταν, με τούτο και τάλλο νύχτωσε. Οι κουβέντες σταμάτησαν.
Κείνοι που κατάφεραν και κοιμήθηκαν ρουχάλιζαν βαριά.
Σπασμένα μουγκρητά βγαϊναν από τα στήθια. ήχοι βασανισμένοι, παραφουσκωμένοι τρόμο και πόνο.
Οσοι διπλώθηκαν στις μπατανίες τους, σάν εμένα, με στυλωμένα όλη νύχτα τα μάτια, παλεύανε με φριχτά οράματα. 
Άκουγες σιγανό, επίμονο ένα σερτό τρεμουλιαστό κλάμα. Γίιιχ! Ιιιχ!
Πόνος αβάσταγος ομαδικός.
Σκιές σεργιανούνε μέσα στη νύχτα. χαντζάρες κόβουν κεφάλια.
Αγρια, ιδρωμένα, βαρβατεμένα κορμιά ζέϊμπέκων ανοίγουνε με λύσσα σφιγμένα σκέλια κοριτσιών, 
και πρίν σηκωθούν από τον άνομο έρωτα, μπήγουν μαχαιριές στις μικρές μπλάβες καρδιές.
Αααχ! Αααχ! Αχ! Πλάσματα της γης! Ποια δύναμη σκότωσε την ψυχή σας!
Ανθρώπινα χαμόγελα που γενήκατε τρόμος, μόνο τρόμος και θάνατος!
Καρσί, στα μικρασιάτικα παράλια, αναβοσβήνουνε φωσάκια, αναβοσβήνουνε μάτια.
Καρσί, αφήσαμε συγυρισμένα σπίτια, κλειδωμένες σερμαγιές, στεφάνια Στο κονοστάσι, προγόνους στα κοιμητήρια. 
Αφήσαμε παιδιά και γονιούς κι αδέρφια. Νεκροί άταφοι.
Ζωντανοί δίχως σπίτια. Βρικολακιασμένα όνειρα. Εκεί.
Καρσί ήταν ίσαμε χτες η πατρίδα μας!
Μέσα στη νύχτα, που λές και Δε θάχει ξημέρωμα,.. 
-
Νάταν, λέει, ψέμα όλα όσα περάσαμε, και να γυρίζαμε τώρα δά στη γή μας, στους μπαξέδες μας, 
στα δάση μας με τις καρδερίνες, τις κάργες και τα πετροκοτσύφια, 
στα περιβολάκια μας με τις μαντζουράνες και τις ανθισμένες κερασιές, στα πανηγύρια μας με τις όμορφες.
Αντάρτη του Κιόρ Μεμέτ, χαιρέτα μου τη γή όπου μας γέννησε, Σελάμ σόϊλέ.
Ας μη μας κρατάει κάκια που την ποτίσαμε μαίμα.
Κάχρ ολσούν σεμπέπ ολανλάρ!  Ανάθεμα στους αίτιους!
















Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου