Έλπίς μου ὁ Πατήρ, καταφυγή μου ὁ Υἱός, Σκέπη μου τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον. Τριὰς Ἁγία, δόξα Σοι.

Δεῦτε ἀπὸ θέας Γυναῖκες εὐαγγελίστριαι, καὶ τῇ Σιὼν εἴπατε· Δέχου παρ΄ ἡμῶν Χαρᾶς Εὐαγγέλια, Τῆς Ἀναστάσεως Χριστοῦ. Τέρπου, χόρευε, καὶ ἀγάλλου Ἱερουσαλήμ, τὸν Βασιλέα Χριστόν, θεασαμένη ἐκ τοῦ μνήματος, ὡς Νυμφίον προερχόμενον.


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 19 Απριλίου 2014

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΕΙΝΑΙ ΜΑΖΙ ΜΑΣ ΚΑΘΕ ΣΤΙΓΜΗ!




Αλλά εσείς να έχετε θάρρος, 
γιατί εγώ τον έχω νικήσει τον κόσμο! 
Είπε ο Κύριος Ιησούς Χριστός, ο Νικητής του σατανά, της αμαρτίας και του θανάτου.

Έτσι μίλησε Αυτός στους αγαπημένους Αποστόλους Του και μετά την ανάστασή Του τους είπε: Κι εγώ θα είμαι μαζί σας πάντα, έως τη συντέλεια του κόσμου (Μτ. 28, 20).


Αδερφοί μου, ας θυμόμαστε αυτές τις δύο φράσεις του Χριστού: Μη φοβάστε, εγώ νίκησα τον κόσμο! Κι εγώ θα είμαι μαζί σας πάντα, έως τη συντέλεια του κόσμου. Στην ιστορία όλων των λαών δεν θυμάται κανείς να τόλμησε κάποιος να πει τέτοια λόγια. Αυτά τα λόγια δεν είναι συνηθισμένα, είναι σαν στύλοι γύρω από τους οποίους γυρίζει η ζωή ολόκληρης της ανθρωπότητας...


Εγώ νίκησα, εγώ θα είμαι μαζί σας! Ακούστε αυτά τα λόγια, ας τα επαναλαμβάνετε κάθε μέρα στον εαυτό σας και στα παιδιά σας. Ας τα χαράξετε στις καρδιές σας. Από όλες τις επιθυμίες σας, η πιο υψηλή επιθυμία περιέχεται σ' αυτά τα λόγια. Ποιον θα αγαπήσετε περισσότερο από Εκείνον που νίκησε το θάνατο, το σατανά, την αμαρτία;


Ποιον θα θέλατε εσείς να είναι μαζί σας σ' αυτόν τον αγώνα, στο θάνατο και μετά το θάνατο, αν όχι Αυτόν, τον Νικητή όλων των θλίψεων, όλων των φόβων και όλων των αδυναμιών;

Να είναι κανείς Χριστιανός, σημαίνει να δεχτεί στην καρδιά του αυτά τα λόγια του Χριστού, του Σωτήρα μας και σύμφωνα μ' αυτά να ενεργεί.  
Να είσαι Χριστιανός σημαίνει να είσαι νικητής της κακίας διαμέσου του Χριστού, του Νικητή. 
Να είσαι Χριστιανός σημαίνει να ξέρεις, να νιώθεις την παρουσία του ζωντανού και του νικηφόρου Χριστού κάθε μέρα και κάθε στιγμή.

Ο Χριστός, ο νικηφόρος, θα είναι μαζί μας και στη χαρά και στα βάσανα, για να μην χαθούμε και απελπιστούμε. 
Ο σοφός λαός λέει: 
Στο καλό να μην περηφανευτείς και στο κακό μην απελπιστείς. 
Ο Χριστός, ο νικηφόρος, είναι ο Οικοδεσπότης μας σε κάθε ευτυχία και ο Οδηγός μας σε κάθε θλίψη. Ας μην σας νικήσουν ούτε τα πάθη, ούτε οι άνθρωποι. 
Ας γίνουμε οι στρατιώτες του Ανίκητου Στρατηγού, όμοιοι μ' Αυτόν στο φως, στη δικαιοσύνη, στην καθαρότητα, στη σεμνότητα και στην αγάπη.


Σ' αυτά βρίσκεται το νόημα της χριστιανικής ζωής....

Γι' αυτό το λόγο λέμε: 
Μετανοιώστε, συνέλθετε, γίνετε νηφάλιοι, γονατίστε, θυμιατίστε τον εαυτό σας και τα σπίτια σας, για να γίνετε ο λαός του Θεού και για να γίνει ο Θεός ο οδηγός σας, Αυτός που θα σας δείχνει το δρόμο. Αμήν.


ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΑΧΡΙΔΟΣ - ΑΦΥΠΝΙΣΤΙΚΟΙ ΛΟΓΟΙ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΤΗΣ ΦΥΛΑΚΗΣ ΜΗΝΥΜΑΤΑ ΣΤΟ ΛΑΟ 
http://www.agioritikovima.gr/diafora/theologikos-log/diafora/35492-o-chritos-einai

ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΣΤΗΝ ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ: Μεγάλο Σάββατο

(και για μεγάλα παιδιά)

Σχόλια στα δραματικά γεγονότα της Αγίας και Μεγάλης Εβδομάδας


ΜΕΓΑΛΟ ΣΑΒΒΑΤΟ – Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ
Το Μεγάλο Σάββατο η Εκκλησία μας κείται στην προσδοκία της Ανάστασης. Ο Χριστός βρίσκεται στον Άδη, το σώμα Του έχει ταφεί, χωρίς όμως να γνωρίζει την φθορά που γνωρίζουν όλοι οι νεκροί, καθώς παραμένει ενωμένο με την θεότητα, ενώ η ψυχή του Χριστού βρίσκεται στην κόλαση, στο χώρο του θανάτου, όπου κηρύττει την μετάνοια. 
Ο Θεάνθρωπος Χριστός ολοκληρώνει το έργο της Θείας Οικονομίας, που είναι η ανάσταση όλης της Δημιουργίας και όλων των ανθρώπων, κι αυτών που ήταν εν ζωή, αλλά και αυτών που είχαν πεθάνει πριν τον ερχομό του Ιησού στον κόσμο.  
Ο έσχατος εχθρός του ανθρώπου, ο θάνατος, νικιέται δια του θανάτου του Χριστού, και όλα κινούνται στην προσδοκία της Ανάστασης, της γνήσιας ελευθερίας.

Σ’ έναν από τους πιο όμορφους ύμνους, που ολοκληρώνουν την ακολουθία του Όρθρου του Μεγάλου Σαββάτου, διαβάζουμε τα εξής θαυμάσια λόγια: 
 “Δεύτε ίδωμεν την ζωήν ημών εν τάφω κειμένην, ίνα τους εν τάφοις κειμένους ζωοποιήση. δεύτε σήμερον, τον εξ Ιούδα υπνούντα θεώμενοι, προφητικώς αυτώ εκβοήσωμεν. Αναπεσών κεκοίμησαι ως λέων. τις εγερεί σε, βασιλεύ; αλλ’ ανάστηθι αυτεξουσίως, ο δους σεαυτόν υπέρ ημών εκουσίως. Κύριε, δόξα σοι”. 
Το ποιητικό αυτό κείμενο αποτυπώνει το απόσπασμα της Παλαιάς Διαθήκης, που αναφέρεται στον Ιακώβ. 
Ο Χριστός κοιμάται σαν το λιοντάρι, έτοιμος να ξυπνήσει, να αναστηθεί, να φέρει στον κόσμο την ελπίδα, τη χαρά της νίκης, την συντριβή του θανάτου, να φέρει στην ιστορία το πιο σπουδαίο μήνυμα, που άλλο ανώτερο δεν υπάρχει: ότι πλέον είμαστε ελεύθεροι και από το θάνατο.
Για τους περισσότερους ανθρώπους ο θάνατος είναι η έσχατη απόδειξη δουλείας. 
Είμαστε ανίσχυροι απέναντί του. Μπορούμε να τον απομακρύνουμε, αλλά όχι να τον υπερβούμε. 
Για τους περισσότερους ο θάνατος αποτελεί το βιολογικό και οριστικό τέρμα της ανθρώπινης ύπαρξης. Δεν υπάρχει λογική απόδειξη επιστροφής από το “επέκεινα”, το μετά τον θάνατο, με αποτέλεσμα η θλίψη να είναι ανυπέρβλητη. Απέναντι στον θάνατο ο άνθρωπος ζει με τον φόβο ή εκείνη την ελπίδα ότι το τέλος δεν θα έλθει.
Ο Χριστός έζησε τον θάνατο, όχι ως βιολογικό τέρμα ή ως αναπόδραστη κατάσταση, αλλά ως υπακοή στο θέλημα του Πατέρα Του. Έφτασε την φύση Του, που είχε την αθανασία δεδομένη, καθώς δεν είχε αμαρτία, στο κατώφλι του θανάτου και το πέρασε σωματικά, για να μας δείξει ότι ο θάνατος είναι το τέρμα, μόνο όταν συνοδεύεται από τον χωρισμό από το Θεό. Αυτός που ζει το Θεό με υπακοή στο θέλημά Του, αυτός που αγωνίζεται εναντίον της αμαρτίας, η οποία είναι ο θάνατος, ελευθερώνεται ακόμη και από τα δεσμά του θανάτου, γιατί ακολουθεί τον Χριστό.
“Εάν μη ο κόκκος του σίτου πεσών εις την γην αποθάνη, αυτός μόνος μένει. εάν δε αποθάνη, πολύν καρπόν φέρη”, μας λέει ο Κύριος. 
Αυτό σημαίνει ότι ο θάνατος αποτελεί για μας τους θνητούς την αφορμή, πολύν καρπό να φέρουμε, αν ζούμε με υπακοή στο Θεό. 
Ο Χριστός μας δίδαξε ότι αυτό είναι κατορθωτό. 
Αν πεθάνουμε ως προς την αμαρτία, δηλαδή νεκρώσουμε τα πάθη και τις κακίες μας, τότε ουσιαστικά φέρουμε πολύν καρπό, της αγάπης, της αρετής, της πίστης στο Θεό, γιατί αυτό είναι το θέλημά Του για μας. 
Αν πεθάνει ο εγωισμός μας, με την άσκηση, την προσπάθεια, την ταπείνωση, την θυσία, τότε πολύν καρπό φέρουμε. Τραβάμε την χάρη και το έλεος του Θεού και τότε, ακόμα και ο βιολογικός θάνατος είναι το σημείο εκείνο της ζωής που μας απαλλάσσει από την φθορά και την αμαρτία και μας φέρνει κοντά σ’ Αυτόν που πέθανε για μας, τον Χριστό.
Ο Χριστός αναπαύεται στον τάφο σωματικά. 
Ο Χριστός κηρύττει στον Άδη τη Ζωή. 
Και θα αναστηθεί ως ο λέων, αυτεξουσίως, και θα τραβήξει μαζί Του όσους τον πίστεψαν, αλλά και όσους τον πιστεύουν, όσους τους αγγίζει το μήνυμα, το πρόσωπο, η κοινωνία μαζί Του. Ελευθερωνόμαστε από το θάνατο, χάρις στον θάνατο του Σωτήρα. 
Όλα πλέον είναι διαφορετικά. Δεν φοβόμαστε το θάνατο, γιατί θα μας πάει σ’ Αυτόν που μας αγαπά και αγαπούμε. Και θα περιμένουμε την Δευτέρα Παρουσία, για να γευτεί και το σώμα μας, αυτή την ανεκλάλητη χαρά. Αυτή την ανεκλάλητη ελευθερία. Αυτή την ανεκλάλητη αιώνια ζωή.
Στο Μεγάλο Σάββατο βρίσκονται τα σώματα των ανθρώπων που έφυγαν από αυτή τη ζωή. 
Μα όσοι ζούμε την πίστη, όσοι αγαπούμε, όσοι συγχωρούμε, όσοι κοινωνούμε έχουμε μπει ήδη στην ογδόη ημέρα. Την ημέρα της Εκκλησίας. 
Την Ημέρα της Ανάστασης. 
Την Κυριακή, την ημέρα του Κυρίου…

του π. Θεμιστοκλή Μουρτζανού, Θεολόγου- Φιλολόγου
 http://antexoume.wordpress.com/

Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Μεγάλος Ξένος. Χρήστος Λιβανός

Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Μεγάλος Ξένος
ΕΝΑ ἀπὸ τὰ συγκινητικώτερα τροπάρια, ποὺ ψάλλονται στοὺς ἱεροὺς ναοὺς τὴν Μ.῾Εβδομάδα, εἶναι καὶ τὸ ἀκόλουθο ἀπὸ τὸν ῎Ορθρο τοῦ Μ. Σαββάτου. 
«Τὸν ἥλιον κρύψαντα τὰς ἰδίας ἀκτῖνας καὶ τὸ καταπέτασμα τοῦ ναοῦ διαρραγὲν τῷ τοῦ Σωτῆρος θανάτῳ, ὁ ᾿Ιωσὴφ θεασάμενος, προσῆλθε τῷ Πιλάτῳ καὶ καθικετεύει, λέγων· 
Δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, τὸν ἐκ βρέφους ὡς ξένον ξενωθέντα ἐν κόσμῳ· 
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν ὁμόφυλοι, μισοῦντες, θανατοῦσιν ὡς ξένον· 
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν ξενίζομαι βλέπων τοῦ θανάτου τὸ ξένον· 
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὅστις οἶδε ξενίζειν τοὺς πτωχούς καὶ τοὺς ξένους· 
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν ῾Εβραῖοι τῷ φθόνῳ ἀπεξένωσαν κόσμῳ· 
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ἵνα κρύψω ἐν τάφῳ, ὃς ὡς ξένος οὐκ ἔχει τὴν κεφαλὴν ποῦ κλίνῃ· 
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν ἡ Μήτηρ ὁρῶσα νεκρωθέντα ἐβόα· ῏Ω Υἱὲ καὶ Θεέ μου, εἰ καὶ τὰ σπλάγχνα τιτρώσκομαι καὶ καρδίαν σπαράττομαι, νεκρὸν σὲ καθορῶσα, ἀλλά, τῇ σῇ ἀναστάσει θαρροῦσα, μεγαλύνω.
Καὶ τούτοις τοίνυν τοῖς λόγοις δυσωπῶν τὸν Πιλᾶτον ὁ εὐσχήμων, λαμβάνει τοῦ Σωτῆρος τὸ σῶμα, ὃ καὶ φόβῳ ἐν σινδόνι ἐνειλήσας καὶ σμύρνῃ, κατέθετο ἐν τάφῳ τὸν παρέχοντα πᾶσι ζωὴν αἰώνιον καὶ τὸ μέγα ἔλεος».
Τί σημαίνουν αὐτὰ τὰ λόγια; ῍Ας τὰ ἐξηγήσωμε ἐν συντομίᾳ.
᾿Ενῷ ὁ ἥλιος εἶχε κρύψει τὶς ἀκτῖνες του, «μὴ φέρων θεάσασθαι Θεὸν ὑβριζόμενον», μὲ ἀποτέλεσμα νὰ πέσῃ σκοτάδι σ᾿ ὅλη τὴ γῆ «ἀπὸ ἕκτης ὥρας ἕως ὥρας ἐνάτης», τὸ δὲ καταπέτασμα τοῦ ναοῦ εἶχε διαρραγῆ, λόγῳ τοῦ θανάτου τοῦ Σωτῆρος, ὁ ᾿Ιωσήφ, ὁ σεμνὸς ἐκεῖνος βουλευτὴς καὶ κρυφὸς μαθητὴς ἀπὸ τὴν ᾿Αριμαθαία, βλέποντας τὰ φοβερὰ αὐτὰ σημεῖα, προσῆλθε στὸν Πιλᾶτο καὶ τὸν ἱκέτευε θερμὰ λέγοντας· 
Δῶσε μου τοῦτο τὸν ξένο, ποὺ ἀπὸ τὴν βρεφική του ἡλικία σὰν ξένος φιλοξενήθηκε στὸν κόσμο.
Δῶσε μου τοῦτο τὸν ξένο, ποὺ οἱ ὁμόφυλοί του ᾿Ιουδαῖοι ἀπὸ μῖσος τὸν θανατώνουν σὰν κάποιο ξένο. 
Δῶσε μου τοῦτο τὸν ξένο, στὸν ὁποῖο παραξενεύομαι νὰ βλέπω τοῦ θανάτου τὸ παράξενο καὶ παράδοξο φαινόμενο. 
Δῶσε μου τοῦτο τὸν ξένο, ποὺ γνωρίζει νὰ φιλοξενῇ τοὺς πτωχοὺς καὶ τοὺς ξένους. 
Δῶσε μου τοῦτο τὸν ξένο, ποὺ οἱ ῾Εβραῖοι ἀπὸ φθόνο θανατώνοντάς τον, τὸν ἀποξένωσαν ἀπὸ τὸν κόσμο. 
Δῶσε μου τοῦτο τὸν ξένο, ποὺ σὰν ξένος δὲν ἔχει ποῦ νὰ γείρῃ τὸ κεφάλι του, γιὰ νὰ τὸν ἐνταφιάσω. 
Δῶσε μου τοῦτο τὸν ξένο, τὸν ὁποῖο βλέποντας νεκρὸ ἡ Μητέρα του φώναζε· ῏Ω Υἱέ μου καὶ Θεέ μου, ἂν καὶ τὰ σπλάγχνα μου πληγώνωνται καὶ ἡ καρδία μου σπαράζῃ ποὺ σὲ βλέπω νεκρό, ἐν τούτοις ἀποβλέπουσα στὴν ἀνάστασί σου καὶ ἀντλοῦσα θάρρος ἀπ᾿ αὐτή, σὲ δοξολογῶ. 
Καὶ μὲ τοῦτα τὰ λόγια, ἱκετεύοντας τὸν Πιλᾶτο ὁ σεμνὸς ᾿Ιωσήφ, λαμβάνει τὸ πανάχραντο σῶμα τοῦ Σωτῆρος, καὶ ἀφοῦ μὲ σεβασμὸ τὸ ἄλειψε μὲ σμύρνα καὶ τὸ τύλιξε σὲ σεντόνι, τὸ ἐνταφίασε, αὐτόν, ποὺ παρέχει σὲ ὅλους ζωὴ αἰώνια καὶ τὸ μέγα ἔλεος.
Γιὰ ἕνα μεγάλο ξένο μᾶς ὁμιλεῖ ὁ ὡραιότατος αὐτὸς ὕμνος. Ποιός εἶναι αὐτὸς ὁ ξένος; 
Εἶναι ὁ Κύριος ἡμῶν ᾿Ιησοῦς Χριστός. Ξένος ὁ Χριστός; 
Ναί, ἀδελφοὶ ἀναγνῶστες, σὰν ξένος ἦλθε ὁ Χριστὸς στὴ γῆ. ᾿Απόδειξι τὸ ὅτι κατὰ τὴ γέννησί του δὲν φιλοξενήθηκε ἀπὸ ἀνθρώπους σὲ κάποιο συγγενικὸ ἢ φιλικὸ σπίτι ἢ τουλάχιστον σὲ κάποιο ξενοδοχεῖο, ἀλλὰ σ᾿ ἕνα σπήλαιο, ποὺ τοῦ προσέφερε ἡ ὕπαιθρος τῆς Βηθλεέμ, καὶ κούνια του ἔγινε ἕνα παχνὶ ἀλόγων ζῴων!
᾿Αμέσως δὲ μετὰ ἀναγκάσθηκε νὰ ξενιτευθῇ, γιὰ νὰ γλυτώσῃ ἀπὸ τὴν θηριωδία τοῦ βρεφοκτόνου ῾Ηρώδου, καὶ σὰν ξένος κατοίκησε στὴν ξένη γῆ τῆς Αἰγύπτου. ῍Ας τὸ ἔχουν αὐτὸ ὑπ᾿ ὄψιν τους οἱ ἀπόδημοι ῞Ελληνες ἀδελφοί μας, παλαιότεροι, ἀλλὰ καὶ νεώτεροι λόγῳ τῆς οἰκονομικῆς κρίσεως, καὶ ἂς κάνουν ὑπομονὴ ἐκεῖ στὰ ξένα ποὺ ζοῦν, διότι καὶ ὁ Κύριός μας ξενιτεύθηκε καὶ γνώρισε τὴν πίκρα τῆς ξενιτιᾶς, καὶ δύναται ἔτσι νὰ συμπαθήσῃ ἰδιαιτέρως τοὺς ξενιτεμένους. 
Εἴθε δὲ ὁ Θεὸς Πατέρας, ὅπως «ἐξ Αἰγύπτου ἐκάλεσε τὸν Υἱόν του» (Ματθ. 2·15), νὰ καλέσῃ καὶ αὐτοὺς νὰ ἐπιστρέψουν κάποια ἡμέρα στὴν μητέρα Πατρίδα.
Σὰν ξένος ἔζησε ὁ Χριστὸς ὅλη του τὴ ζωή. Σπίτι δικό του δὲν εἶχε. «Σπίτι» του ἦταν ὁ περιούσιος λαός του, ὁ ᾿Ισραήλ. Καὶ ὅμως ἦλθε στὸ «σπίτι» του αὐτό, ἀλλὰ οἱ δικοί του δὲν τὸν δέχθηκαν! (᾿Ιωάν. 1· 11). Καὶ μόνον αὐτό; Τὸν ἐφθόνησαν καὶ τὸν ἐμίσησαν θανάσιμα. ῾Ο Πιλᾶτος διέγνωσε ὅτι οἱ ἄρχοντες τοῦ ᾿Ισραὴλ «διὰ φθόνον παρέδωκαν αὐτόν» (Ματθ. 27·18). ῾Η μοναξιὰ καὶ ἀφιλοξενία, ποὺ ἔζησε ὁ Κύριός μας, ἦταν προφητευμένη. «᾿Απηλλοτριωμένος ἐγενήθην τοῖς ἀδελφοῖς μου καὶ ξένος τοῖς υἱοῖς τῆς μητρός μου» (Ψαλμ. 68·9). Στὸν μεσσιακὸ αὐτὸ ψαλμὸ ὁ Ψαλμῳδὸς παρουσιάζει τὸ Χριστὸ νὰ ἐκφράζῃ τὸ παράπονό του πρὸς τὸν Πατέρα του, διότι οἱ ὁμοεθνεῖς ἀδελφοί του τὸν ἀντιμετώπισαν σὰν ἕνα ἄγνωστο σ᾿ αὐτοὺς καὶ ξένο!
Ξένος λοιπὸν ὁ Χριστός. ᾿Αλλὰ ἦταν ξένος καὶ ὑπὸ μίαν ἄλλη ἔννοια. 
῏Ηταν ξένος ὡς πρὸς τὴν ἁμαρτία. ῏Ηταν ἀναμάρτητος. ῾Ο μόνος ἀναμάρτητος. 
Καὶ ἑπομένως ὁ σωματικὸς θάνατος, ὁ ὁποῖος εἶναι συνέπεια τῆς ἁμαρτίας, ἦταν κάτι τὸ ξένο, ἀφύσικο, παράξενο καὶ παράδοξο γι᾿ αὐτόν. 
Γι᾿ αὐτὸ ὁ ᾿Ιωσὴφ παραξενεύεται, βλέποντας αὐτὸν ποὺ διεκήρυξε ὅτι εἶναι «τὸ φῶς τοῦ κόσμου», «ἡ ζωὴ καὶ ἡ ἀνάστασις», νὰ κρέμεται τώρα νεκρὸς καὶ ἄπνους ἐπάνω στὸ σταυρό.
Καὶ ὅμως αὐτὸς ὁ τόσο ξένος γνωρίζει νὰ ξενίζῃ, νὰ φιλοξενῇ μὲ ἀγάπη, ὄχι μόνο τοὺς δικούς του, τοὺς ὁμοεθνεῖς του κατὰ σάρκα, ἀλλὰ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ ἡ ἁμαρτία τοὺς ἀποξένωσε ἀπὸ τὴ χάρι τοῦ Θεοῦ. Ποῦ τοὺς φιλοξενεῖ; Στὸ ἰδιόκτητο ξενοδοχεῖο του. Μὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ δικό του ξενοδοχεῖο αὐτός, ποὺ δὲν εἶχε οὔτε ἕνα μικρὸ σπιτάκι γιὰ νὰ μείνῃ; Ναί, εἶναι. Καὶ τὸ ξενοδοχεῖο αὐτὸ εἶναι ἡ ᾿Εκκλησία του, τὴν ὁποία ἀπέκτησε μὲ τὸ ἴδιο του τὸ αἷμα. Καὶ ὅμως, τί εἰρωνεία!
Αὐτός, ποὺ ξενοδοχεῖ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ἰδοὺ «ἐν νεκροῖς λογίζεται» καὶ «τάφῳ σμικρῷ ξενοδοχεῖται»! 
Ξένος ἀκόμη καὶ ὁ τάφος, ποὺ δέχεται τὸ πανάχραντο καὶ καταπληγωμένο σῶμα του. Ξένος, διότι δὲν ἀνῆκε σ᾿ αὐτόν, ἀλλὰ καὶ ξένος χῶρος, γιὰ νὰ φιλοξενηθῇ ἡ θεότης τοῦ ἐνταφιαζομένου νεκροῦ.
῍Αν ὅμως γιὰ ὅλους ἦταν ξένος ὁ Χριστός, γιὰ ἕνα πρόσωπο δὲν ἦταν ξένος. Ποῖο εἶναι αὐτὸ τὸ πρόσωπο; Εἶναι ἡ Παναγία μητέρα του. Αὐτὴ τὸν φιλοξένησε ὡς βρέφος στὴν μακαρία κοιλία της καὶ στὴν τρυφερὴ ἀγκαλιά της. Αὐτὴ τὸν ἀνέθρεψε. Εἶναι ὁ ἀγαπημένος Υἱός της, τὸ «γλυκύ της ἔαρ» τὸ «φῶς τῶν ὀφθαλμῶν» της. Καὶ βλέποντάς το σὰν ξένο μπροστὰ στὰ μητρικά της μάτια, «μὴ ἔχοντα εἶδος οὐδὲ κάλλος», θρηνοῦσε γοερῶς.
᾿Ακούοντας τὰ ἱκετευτικὰ αὐτὰ λόγια ὁ Πιλᾶτος, καὶ ἀφοῦ βεβαιώθηκε ἀπὸ τὸν ἑκατόνταρχο, ὅτι ὁ ᾿Ιησοῦς ἀπέθανε, «ἐδωρήσατο τὸ σῶμα τῷ ᾿Ιωσήφ» (Μάρκ. 15·45). ᾿Ανεκτίμητο δῶρο δώρησε στὸν ᾿Ιωσὴφ ὁ Πιλᾶτος. Πρόκειται γιὰ τὸ μεγαλύτερο δῶρο, ποὺ ἔλαβε ποτὲ ἄνθρωπος!
Πλούσιος ἦταν ὁ ᾿Ιωσήφ (Ματθ. 27·57). Τώρα, ὅμως, μὲ τὸ δῶρο αὐτὸ εἶναι ἀπείρως πλουσιώτερος. «῍Ω φρικτοῦ Μυστηρίου! ῍Ω εὐσπλαγχνίας Θεοῦ»! Τὸ ἔχομε ἆράγε συνειδητοποιήσει; Τὸ ἴδιο αὐτὸ σῶμα, ποὺ ἔλαβε ὡς δῶρον ὁ ᾿Ιωσὴφ ἀπὸ τὸν Πιλᾶτο, ἀλλὰ ἀναστημένο καὶ ὁλοζώντανο, ἀποτελεῖ πλέον μαζὶ μὲ τὸ αἷμα τοῦ Θεανθρώπου τὰ Τίμια Δῶρα, ποὺ μεταλαμβάνομε ἀπὸ τὰ χέρια τῶν ἱερέων μὲ τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Καὶ φιλοξενοῦμε τὸν μεγάλο «Ξένο» μέσα μας, καὶ τρεφόμεθα πνευματικῶς, καὶ ἀφθαρτοποιούμεθα, καὶ ζωοποιούμεθα, καὶ θεούμεθα! Τὰ δὲ Τίμια αὐτὰ Δῶρα εἶναι ἀπείρως πολυτιμότερα ἀπὸ τὸ νεκρὸ σῶμα τοῦ Ξένου, ποὺ κράτησε στὰ χέρια του ὁ ᾿Ιωσήφ, διότι μᾶς ἐξασφαλίζουν τὴν αἰώνια ζωὴ καὶ τὴν οὐράνια βασιλεία.
᾿Αλλὰ ἂς ἀναρωτηθοῦμε· ῾Ο Κύριος ἡμῶν ᾿Ιησοῦς Χριστὸς δέχθηκε εἰρωνείες, χλευασμούς, ἐμπτυσμούς, μάστιγες, ἀκάνθινο στεφάνι, κολαφισμούς, ἀτιμωτικὴ σταύρωσι καὶ θάνατο γιὰ τὴν σωτηρία ὅλου τοῦ κόσμου.
᾿Εμεῖς, σὰν πιστοὶ ᾿Ορθόδοξοι Χριστιανοί, τί κάνουμε γι᾿ αὐτόν; Οἱ ᾿Ιουδαῖοι ἀπὸ μῖσος καὶ φθόνο τὸν ἐσταύρωσαν μία φορά. Μήπως ἐμεῖς μὲ τὰ ἁμαρτήματά μας τὸν σταυρώνωμε καθημερινῶς; Μήπως, ἐνῷ κατὰ τὴν βάπτισί μας ὁ ἀνάδοχός μας ἐγγυήθηκε ὅτι θὰ ἀρνηθοῦμε τὰ ἔργα τοῦ σκότους, ἐμεῖς τώρα θεληματικὰ διαπράττομε ἔργα σκοτεινὰ καὶ ἁμαρτωλά, ποὺ εἶναι ἀνάρμοστα στοὺς Χριστιανούς;
᾿Αδελφοὶ ἀναγνῶστες, ἀπ᾿ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ὅλων τῶν ἐποχῶν καὶ ὅλων τῶν αἰώνων, περισσότερο ξένος ἐπάνω στὴ γῆ ὑπῆρξε ὁ Χριστός.
Δυστυχῶς ἀκόμη καὶ σήμερα, εἴκοσι αἰῶνες μετὰ τὴν λυτρωτικὴ θυσία καὶ ἀνάστασί του, γιὰ πολλοὺς παραμένει ἄγνωστος καὶ ξένος! 
Μήπως μεταξὺ αὐτῶν εἴμεθα καὶ ἐμεῖς; 
Μήπως, παρ᾿ ὅλα τὰ κεριά, ποὺ ἀνάβουμε, καὶ τὰ καλὰ ἔργα, ποὺ νομίζουμε ὅτι κάνουμε, κατὰ βάθος ὁ Χριστὸς εἶναι καὶ γιὰ ἐμᾶς ἕνας ξένος; 
Μήπως τὸν κρατοῦμε σὲ ἀπόστασι, δὲν θέλομε πολλὲς ἐπαφὲς μαζί του, διότι φοβούμεθα μήπως ἡ φιλία του μᾶς στερήσῃ ἀπὸ κάποιες ἁμαρτωλὲς ἡδονὲς καὶ ἀπολαύσεις τῆς προσωρινῆς καὶ μάταιης αὐτῆς ζωῆς; 
Μήπως, ἐνῷ αὐτὸς κρούει συνεχῶς τὴν θύρα τῆς ψυχῆς μας μὲ διαφόρους τρόπους, ζητώντας νὰ εἰσέλθῃ καὶ νὰ δειπνήσῃ μαζί μας καὶ ἐμεῖς μαζί του, ἐμεῖς προσποιούμεθα ὅτι δὲν ἀκούομε, καὶ τὸν ἀφήνουμε ἔξω, σὰν ἕνα ἄγνωστο καὶ ξένο, νὰ κτυπάῃ; 
᾿Εὰν ναί, ἂς φροντίσωμε τὶς ἡμέρες αὐτὲς νὰ τὸν πλησιάσωμε καὶ νὰ τὸν γνωρίσωμε ἀπὸ κοντά. 
῍Ας μετανοήσωμε γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας. 
῍Ας τὶς ἐξομολογηθοῦμε σὲ πνευματικὸ πατέρα. 
῍Ας νηστεύσωμε τὸ κατὰ δύναμιν. 
῍Ας γονατίσωμε ἐμπρὸς στὸν ᾿Εσταυρωμένο τὴν Μ. Παρασκευή, καὶ μὲ δάκρυα συντριβῆς καὶ μετανοίας ἂς τὸν παρακαλέσωμε νὰ συγχωρήσῃ καὶ ἐλεήσῃ ὄχι μόνον ἐμᾶς, ἀλλ᾿ ὅλο τὸν κόσμο. 
Καὶ ἀπὸ ξένο καὶ ἄγνωστο, ἂς τὸν κάνωμε τὸν καλλίτερό μας φίλο. Τὴν δὲ νύκτα τῆς ᾿Αναστάσεως, ἂς μὴ τὸν ἐγκαταλείψωμε, ὅπως κάνουν οἱ πολλοὶ μετὰ τὸ «Χριστὸς ἀνέστη» ἀκολουθώντας τὸν δαίμονα τῆς γαστριμαργίας, ἂς μὴ τοῦ γυρίσωμε τὰ νῶτα μας προτιμῶντας τὴν μαγειρίτσα ἀπὸ τὸ δικό του βασιλικὸ δεῖπνο, ἂς μὴ τὸν πικράνωμε καὶ πάλι κάνοντάς τον νὰ αἰσθάνεται γιὰ μία ἀκόμη φορὰ σὰν ξένος, ἀλλὰ ἂς παραμείνωμε μέχρι τέλους στὴν ἀναστάσιμη θεία Λειτουργία, ὥστε νὰ λάβωμε πλουσίως τὴν θεία χάρι καὶ εὐλογία του. 
᾿Εμεῖς θὰ θέλαμε νὰ ἀποχωρήσουν οἱ καλεσμένοι μας τὴν ὥρα που στρώνουμε τὸ ἑορταστικὸ τραπέζι, γιὰ νὰ φάγουν; ῎Οχι βέβαια. Θὰ τὸ θεωρούσαμε μεγάλη προσβολή. Γιατί ὅμως τὴν ἀνάρμοστη καὶ προσβλητικὴ αὐτὴ συμπεριφορὰ ἐπιδεικνύομε πολλοὶ «᾿Ορθόδοξοι Χριστιανοὶ» στὸ Χριστό; 
Εἶναι καὶ αὐτὴ μία ἀπὸ τὶς πολλὲς καὶ μεγάλες ἁμαρτίες, μὲ τὶς ὁποῖες ἐμεῖς οἱ νεοέλληνες ξανασταυρώνουμε τὸ Χριστό. 
῍Ας μετανοήσωμε καὶ γι᾿ αὐτὴ καὶ ὁ Θεὸς θὰ μᾶς συγχωρήσῃ.
Καλὴ ᾿Ανάστασι!
Καλὸ καὶ εὐλογημένο Πάσχα!

Παρασκευή 18 Απριλίου 2014

Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ... ΑΙ ΓΕΝΕΑΙ ΠΑΣΑΙ ΥΜΝΟΝ ΤΗ ΤΑΦΗ ΣΟΥ... ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ


ΑΙ ΓΕΝΕΑΙ ΠΑΣΑΙ ΥΜΝΟΝ ΤΗ ΤΑΦΗ ΣΟΥ... ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ



ΕΓΚΩΜΙΑ ( ΣΤΑΣΕΙΣ Α - Β - Γ ) ΜΕ ΤΑ ΤΟΥ ΑΜΩΜΟΥ


Τροπάρια, ήτοι τά εγκώμια, μετά τού Αμώμου, εις στάσεις τρείς, λέγοντες ανά Στίχον εξ αυτού μεθ' έν έκαστον Τροπάριον
Έυλογητός εί, Κύριε, δίδαξόν με τά δικαιώματά σου.
Μακάριοι οι άμωμοι εν οδώ, οι πορευόμενοι εν νόμω Κυρίου.

ΣΗΜΕΡΟΝ ΚΡΕΜΑΤΑΙ ΕΠΙ ΞΥΛΟΥ


Σήμερον κρεμάται επί ξύλου --- Πέτρος Γαϊτάνος.




Σήμερον κρεμάται επί ξύλου,
ο εν ύδασι την γην κρεμάσας.
Στέφανον εξ ακανθών περιτίθεται,
ο των αγγέλων βασιλεύς.
Ψευδή πορφύραν περιβάλλεται,
ο περιβάλλων τον ουρανόν εν νεφέλαις.
Ράπισμα κατεδέξατο,
ο εν Ιορδάνη ελευθερώσας τον Αδάμ.
Ήλοις προσηλώθη, ο νυμφίος της Εκκλησίας.
Λόγχη εκεντήθη, ο υιός της Παρθένου.

Προσκυνούμεν σου τα Πάθη, Χριστέ.
Δείξον ημίν και την ένδοξόν σου Ανάστασιν.


( ΣΤΑ ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ )

Σήμερα κρεμάται πάνω στο ξύλο (του Σταυρού) Εκείνος που πάνω στα νερά κρέμασε τη γη. Στεφάνι από αγκάθια φοράει στο κεφάλι ο Βασιλιάς των Αγγέλων, Ντύνεται με ψεύτικη βασιλική χλαμύδα, Αυτός που ντύνει με σύννεφα τον ουρανό, Δέχτηκε ράπισμα Εκείνος που (με το βάπτισμά Του) στον Ιορδάνη ελευθέρωσε τον Αδάμ (το ανθρώπινο γένος). Με καρφιά καρφώθηκε ο Νυμφίος της Εκκλησίας. Με λόγχη τρυπήθηκε ο υιός της Παρθένου.
Προσκυνούμε τα Πάθη Σου, Χριστέ. Δείξε μας και την ένδοξη Ανάστασή Σου.

ΕΞΕΔΥΣΑΜΕΝ ΤΑ ΙΜΑΤΙΑ ΜΟΥ ΠΕΤΡΟΣ ΓΑΙΤΑΝΟΣ


Εξέδυσάν με τα ιμάτιά μου 
και ενέδυσάν με χλαμύδα κοκκίνην.
 Έθηκαν επί την κεφαλήν μου, στέφανον εξ ακανθών. 
Και επί την δεξιάν μου χείρα έδωκαν κάλαμον, 
ίνα συντρίψω αυτούς, ως σκεύη κεραμέως.

Εξέδυσάν με τα ιματιά μου - Θεόδωρος Βασιλικός


Εξέδυσάν με τα ιματιά μου Ευγένιος Χαρδαβέλλας


ΣΗΜΕΡΟΝ ΚΡΕΜΑΤΑΙ ΕΠΙ ΞΥΛΟΥ

ΣΗΜΕΡΟΝ ΚΡΕΜΑΤΑΙ ΕΠΙ ΞΥΛΟΥ

ΕΞΕΔΥΣΑΝ ΜΕ ΤΑ ΙΜΑΤΙΑ ΜΟΥ Χαρδαβέλας





ΣΗΜΕΡΩΝ ΚΡΕΜΑΤΑΙ ΕΠΙ ΞΥΛΟΥ Ευγένιος Χαρδαβέλλας


Μεγάλη Παρασκευὴ βράδυ - Τὸ ἔγκλημα (+Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου)


Τὸ ἔγκλημα
 
«Ὤ τῆς παραφροσύνης καὶ τῆς χριστοκτονίας τῆς τῶν προφητοκτόνων!» (Γ΄ στ. ἐγκ.)
 
 Ἔγκλημα, φόνος ἀνθρώπου! Ἄλλοτε ὁ φόνος ἦταν κάτι σπάνιο. Τώρα, ἀλλοίμονο, δὲν περνάει μέρα χωρὶς ἕνα ἢ περισσότερα ἐγκλήματα. Καὶ γίνονται τόσο «τέλεια», ὥστε δὲνἀφήνουν ἴχνη· οἱ δράστες μένουν ἄγνωστοι.
Ὁ πλανήτης μας, ἀφ᾿ ὅτου ὁ Κάιν σκότωσε τὸν Ἄβελ, μιάνθηκε μὲ αἷμα ἀδελφικό. Καὶ τὸ παράδειγμά του δυστυχῶς μιμήθηκαν πολλοί.
Ἂν μαζευόταν ὅλο τὸ αἷμα τῶν ἀδικοσκοτωμένων,«ἀπὸ τοῦ αἵματος Ἄβελ τοῦ δικαίου ἕως  τοῦ αἵματος Ζαχαρίου υἱοῦ Βαραχίου» (Ματθ. 23,35) καὶ τῶν θυμάτων τῶν ἡμερῶν μας, θὰ σχηματιζόταν μία θλιβερὴ λίμνη μὲ τὴν ἐπιγραφὴ «Λίμνη Ἄβελ».

Ὅταν γίνεται κάποιο ἔγκλημα, τὸ πρῶτο ποὺ ρωτοῦν ὅλοι εἶνε· Ποιός εἶνε ὁ δράστης;
Ἡ Δικαιοσύνη προσπαθεῖ νὰ τὸν ἀνακαλύψῃ, καὶ αἴσθημα ἀνακουφίσεως δημιουργεῖται ὅταν ὁ ἔνοχος συλλαμβάνεται καὶ τιμωρεῖται.
Ἀναρίθμητα τὰ ἐγκλήματα. Ἀλλ᾿ ὑπάρχει ἕνα ἔγκλημα ποὺ ἀποτελεῖ τὸ ἀποκορύφωμα τῆς ἀνθρωπίνης κακίας· μπροστά του τὰ ἄλλα ὠχριοῦν. Εἶνε ὄχι ἁπλῶς ἔγκλημα, ἀλλὰ τὸ ἔγκλημα.
Ποιό εἶνε αὐτό; Εἶνε ὁ φόνος ἐκείνου, ποὺ μπόρεσε, μόνο αὐτός, νὰ σταθῇ ἐμπρὸς στὴν ἀνθρωπότητα καὶ νὰ πῇ «Τίς ἐξ ὑμῶν ἐλέγχειμε περὶ ἁμαρτίας;» (Ἰω. 8,46). 
Ὁ Ἄνθρωπος αὐτός, ποὺ ἀξίζει νὰ γράφεται μὲ ἄλφα κεφαλαῖο, εἶνε ὁ Χριστός. Κ᾽ ἐπειδὴ ὅπως λέει ὁ Παῦλος «ἐναὐτῷ κατοικεῖ πᾶν τὸ πλήρωμα τῆς θεότητος σωματικῶς» (Κολ. 2,9), γι᾽ αὐτὸ ὁ φόνος του δὲν εἶνε ἁπλῶς μία ἀνθρωποκτονία· εἶνε, ὅπως λέει ἡ ὑμνολογία τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος, χριστοκτονία καὶ θεοκτονία. 
Θεοκτονία, ὄχι γιατὶ εἶνε δυνατὸν νὰ φονευθῇ ὁ Θεός – ἄπαγε τῆς βλασφημίας· τὸ θεῖον εἶνε ἀπαθὲς καὶ ἀπρόσβλητο ἀπὸ πληγὲς καὶ θάνατο. 
Θεοκτονία, γιατὶ στὸ ἔγκλημα αὐτὸ διαφαίνεται ἡ ἀπύθμενη κακία τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ θέλει νὰ ἐξοντώσῃ εἰδυνατὸν καὶ τὸ Θεό! Ἕνας ὕμνος λέει· «Βροτοκτόνον ἀλλ᾿ οὐ θεοκτόνον ἔφυτὸ πταῖσμα τοῦ Ἀδάμ· εἰ γὰρ καὶ πέπονθέ σου τῆς σαρκὸς ἡ χοϊκὴ οὐσία, ἀλλ᾿ ἡ θεότης ἀπαθὴς διέμεινε…»(3ο τροπ. στ΄ ᾠδ. καν. Μ. Σαββ.).
Ἡ σφαγὴ τοῦ Ἀθῴου χριστοκτονία καὶ θεοκτονία. Καὶ ποιοί οἱ ἔνοχοι; Οἱ Ἰουδαῖοι. 
Ἕνας ἄλλος ὕμνος λέει· «Τῶν θεοκτόνων ὁ ἑσμός, Ἰουδαίων ἔθνος τὸ ἄνομον, πρὸς Πιλᾶτον ἐμμανῶς ἀνακράζων ἔλεγε· Σταύρωσον Χριστὸν τὸν ἀνεύθυνον· Βαραββᾶν δὲ μᾶλλον οὗτοι ᾐτήσαντο…» (3ο τροπ. Μακαρ., βράδυ Μ. Πέμ πτ.). 
Ἀλλὰ καὶ στὴν γ΄ στάσι τῶν ἐγκωμίων τοῦ ἐπιταφίου θρήνου ὁ ποιητὴς ἀναφωνεῖ˙«Ὤ τῆς παραφροσύνης καὶ τῆς χριστοκτονίας τῆς τῶν προφητοκτόνων!».
Οἱ Ἰουδαῖοι λοιπόν, οἱ σύγχρονοι τοῦ Χριστοῦ, εἶνε οἱ δράσται τοῦ ἐγκλήματος τῆς σφαγῆς τοῦ Δικαίου. Ἀλλ᾿ ἂς ἐπιτραπῇ ἐδῶ μία τολμηρὴ ὑπόθεσις. 
Ἂν ὁ Χριστὸς δὲν γεννιόταν στὴν Παλαιστίνη, ἀλλὰ γεννιόταν δίδασκε καὶ δροῦσε σὲ κάποια ἄλλη χώρα, π.χ. στὴν Ἑλλάδα, ἡ συμπεριφορὰ τῶν ἀνθρώπων τῆς χώρας αὐτῆς θὰ διέφερε ἀπὸ τὴ συμπεριφορὰ τῶν Ἰουδαίων; 
Ἂν λάβουμε ὑπ᾿ ὄψιν ὅτι στὶς ἄλλες χῶρες με τὰ τὴν ἀνάστασι καὶ ἀνάληψι τοῦ Χριστοῦ πῆγαν μαθηταὶ καὶ ἀπόστολοί του καὶ κήρυξαν ὅ,τι κήρυξε Ἐκεῖνος κι ὅτι αὐτοὶ διώχθηκαν βασανίστηκαν καὶ θανατώθηκαν ἀπὸ τοὺς ἐντοπίους, τότε ἔχουμε τὴν ἀπάντησι· ἡ συμπεριφορὰ τῶν ἀνθρώπων ἄλλων χωρῶν δὲν θὰ διέφερε ἀπὸ τὴ συμπεριφορὰ τῶν Ἰουδαίων. Ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς δὲν εἶπε πὼς ὅ,τι κάνει κανεὶς στοὺς μαθητάς του, στοὺς ἀδελφούς του, εἶνε σὰν νὰ τὸ κάνῃ σ᾽ αὐτὸν τὸν ἴδιο;
«Ἐφ᾿ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε» (Ματθ.25,40). Οἱ ἄνθρωποι ποὺ βασάνισαν καὶ θανάτωσαν τοὺς μαθητὰς τοῦ Χριστοῦ, χωρὶς ἀμφιβολία καὶ τὸν ἴδιο τὸν Χριστὸ θὰ βασάνιζαν καὶ θὰ θανάτωναν, ἂν ἐρχόταν στὴ χώρα τους.
Στὰ Ἰεροσόλυμα σταυρώθηκε ὁ Κύριος· ἀλλὰ καὶ στὴν Πάτρα, πόλι τῆς πατρίδος μας, σταυρώθηκε ὁ ἀπόστολός του, ὁ Πρωτόκλητος Ἀνδρέας. Γολγοθᾶς ἐκεῖ, Γολγοθᾶς καὶ ἐδῶ!
Τὸ λέμε αὐτό, διότι συνήθως ὑπάρχει μεγάλη καταφορὰ τῶν χριστιανῶν κατὰ τῶν Ἰουδαίων μόνο γιὰ τὸ μεγάλο ἔγκλημα. 
Μὴ παρεξηγηθοῦμε. Δὲν ἀμνηστεύουμε τὴν ἐνοχὴ τῶν Ἰουδαίων, οὔτε συμφωνοῦμε μὲ τοὺς θεολογοῦντας τῆς Δύσεως πού, ἐνοχλούμενοι ἀπὸ τοὺς βαρεῖς, ὅπως λένε, χαρακτηρισμοὺς τῆς ἐκκλησιαστικῆς μας ποιήσεως στοὺς ὕμνους τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος, ζητοῦν νὰ «ἐκκαθαρίσουν» τὰ λειτουργικὰ βιβλία τῆς Ἐκκλησίας μας ἀπὸ τέτοιους χαρακτηρισμούς, ἀπὸ ἐκφράσεις κατὰ τῶν σταυρωτῶν Ἰουδαίων. 
Ἡ ἐνοχὴ τοῦ Ἰουδαϊκοῦ λαοῦ γιὰ τὴν χριστοκτονία θὰ μένῃ· θὰ μένῃ μέχρι τὴν ἁγία ἐκείνη ἡμέρα ποὺ ὁ Ἰουδαϊκὸς λαός, ὅπως πιστεύουμε, θὰ μετανοήσῃ, θὰ κλίνῃ γόνυ πρὸ τοῦ Ἐσταυρωμένου, καὶ ἐκεῖνος, ὅπως συγχώρησε τοὺς τότε σταυρωτάς του καὶ ἀνέδειξε ἀπὸ αὐτοὺς ἁγίους καὶ μάρτυρας, πολὺ περισσότερο θὰ συγχωρήσῃ τοὺς ἀπογόνους ἐκείνων.
Ἱστορικὴ ἡ ἐνοχὴ τῶν Ἰουδαίων. Ἀλλὰ δὲν εἶνε ὀρθὸ νὰ περιορισθοῦμε καὶ νὰ τονίζουμε τὴν ἐνοχὴ μόνο τῶν Ἰουδαίων γιὰ τὴν σταύρωσι τοῦ Χριστοῦ. Ὄχι! Ἡ ἐνοχὴ ἐπεκτείνεται καὶ συμπεριλαμβάνει ἀναρίθμητο πλῆθος. Αὐτὸ θὰ τὸ καταλάβουμε, ἂν λάβουμε ὑπ᾿ ὄψιν, ὅτι τὸ ἔγκλημα τοῦ Γολγοθᾶ δὲν εἶνε ἁπλῶς ἕνας φόνος, μιὰ ἀνθρωποκτονία· περικλείει μυστήριο.
 
Ὁ Χριστός, λόγῳ τῆς ὑποστατικῆς ἑνώσεως τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως μὲ τὴν θεία, μποροῦσε ν᾿ ἀποφύγῃ τὸ θάνατο καὶ νὰ διασωθῇ ἀπὸ ὅλες τὶς παγίδες τῶν ἐχθρῶν του. Κανείς δὲν θὰ μποροῦσε ν᾽ ἀγγίξῃ τὸ θεανδρικό του πρόσωπο. Ὁ Χριστὸς ὄχι ἀκουσίως ἀλλὰ ἑκουσίως βάδισε πρὸς τὸν φρικτὸ θάνατο. Οὔτε ὁ Ἰούδας οὔτε οἱ γραμματεῖς καὶ φαρισαῖοι οὔτε οἱ ἱερεῖς καὶ ἀρχιερεῖς οὔτε ὁ Πιλᾶτος οὔτε κανεὶς ἄλλος μποροῦσε νὰ κάνῃ κάτι ἐναντίον του,ἐὰν δὲν ἦταν «δεδομένον ἄνωθεν» (Ἰω. 19,11).
Ἦταν θέλημα τοῦ οὐρανίου Πατρὸς νὰ προσφέρῃ ὁ Υἱὸς θυσία τὸν ἑαυτό του «ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς καὶ σωτηρίας» (θ. Λειτ. Μ. Βασ. καθαγ.). Ἔπρεπε νὰ ὑποστῇ τὰ πάθη τοῦ σταυροῦ, νὰ θυσιασθῇ, νὰ χύσῃ τὸ ἁγνὸ καὶ τίμιο αἷμα του, γιὰ νὰ λυτρωθῇ μὲ αὐτὸ τὸ ἀνθρώπινο γένος ἀπὸ τὴν τυραννίδα τοῦ διαβόλου. «Οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸνμονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται, ἀλλ᾿ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον» (Ἰω. 3,16).
Ἂν ὁ ἄνθρωπος δὲν ἁμάρτανε, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ δὲν θὰ ἐμφανιζόταν ὡς ἄνθρωπος ἐπάνω στὴ γῆ καὶ δὲν θὰ σταυρωνόταν. Ἦταν τόσο βαθειὰ ἡ πτῶσις τοῦ ἀνθρώπου, τόσο μεγάλο τὸ τραῦμα ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, ὥστε πρὸς θεραπείαν καὶ ἀνάπλασιν τοῦ ἀνθρώπου, χρειάστηκε τὸ αἷμα τοῦ Θεανθρώπου. Πρόκειται γιὰ τὸ μεγαλύτερο γεγονὸς στὴν ἱστορία τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Χωρὶς τὸ αἷμα τοῦ Θεανθρώπου καμμία ἄφεσις ἁμαρτιῶν, καμμία λύτρωσις. Ἔτσι ὥρισε ὁ Θεός, μὲ τὸ αἷμα αὐτὸ νὰ σωθοῦμε.
Τὸ συμπέρασμα εἶνε, ὅτι οἱ ἁμαρτίες ὅλων μας, ἀπὸ τὸν Ἀδὰμ μέχρι τὸν τελευταῖο ποὺ θὰ ζήσῃ πάνω στὴ γῆ, εἶνε ἐκεῖνες ποὺ ἀνέβασαν τὸ Χριστὸ στὸ σταυρό. Στὸ σταυρὸ ἐξοφλοῦνται ὅλες οἱ ἁμαρτίες. Ἄρα κάθε ἄνθρωπος σχετίζεται μὲ τὸ δρᾶμα τοῦ Γολγοθᾶ καὶ μπορεῖ, μὲ καρδιὰ συντετριμμένη ἀτενίζοντας τὸν Ἐσταυρωμένο, νὰ πῇ· «Κύριε, ἐγὼ ὑπῆρξα ὁ ἔνοχος τῆς σταυρώσεώς σου. Σὺ εἶσαι “ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου» (Ἰω. 1,29). Σὺ στὸ σταυρὸ σήκωσες καὶ τὸ βάρος τῶν δικῶν μου ἁμαρτιῶν!”. Αὐτὸ διεκήρυξε ὁ προφήτης Ἠσαΐας στὴν περίφημη προφητείᾳ του· «Οὗτος τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν φέρει καὶ περὶ ἡμῶν ὀδυνᾶ ται…Αὐτὸς δὲ ἐτραυματίσθη διὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν καὶ μεμελάκισται διὰ τὰς ἀνομίας ἡμῶν» (Ἠσ. 53,4-5).
Ἀγαπητοί μου! Ὁ κόσμος γιὰ τὴν σταύρωσι τοῦ Χριστοῦ καταφέρεται μόνο ἐναντίον τῶν ἐνόχων τῆς ἱστορικῆς ἐκείνης περιόδου.
Ἀλλὰ γιὰ τὸν πιστὸ ἔνοχος εἶνε καὶ κάθε ἄνθρωπος. Ἔνοχος κ᾽ ἐγώ, ἀδελφέ μου, ἔνοχος κ᾽ ἐσύ. Ὤ ἐὰν τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο μᾶς φώτιζε νὰ καταλάβουμε τὴν θεμελιώδη αὐτὴ ἀλήθεια!
Τότε, βλέποντας κ᾽ ἐμεῖς τὸν Ἐσταυρωμένο, θὰ αἰσθανόμασταν τὸν ἅγιο ἐκεῖνο σεισμὸ ποὺ αἰσθάνθηκαν οἱ σταυρωταὶ ὅταν τοὺς μίλησε ὁ ἀπόστολος Πέτρος καὶ τοὺς κατήγγειλε ὡς σφαγεῖς τοῦ Δικαίου (βλ. Πράξ. 2,22 κ.ἑ.).
Ὁ Κύριος θυσιάστηκε ἀντὶ ἡμῶν καὶ ὑπὲρ ἡμῶν. Ἔτσι λένε οἱ διδάσκαλοι καὶ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ ἱερὸς Αὐγουστῖνος προσευχόταν στὸν Ἐσταυρωμένο λέγοντας· «Τί ἔκανες, ὦ Ἰησοῦ μου γλυκύτατε, γιὰ νὰ ὑποφέρῃς τέτοια καταδίκη;… Ἐγὼ εἶμαι ἡ αἰτία τῶν πόνων σου, ὁ ὑπεύθυνος τῆς σφαγῆς σου… Ἁμαρτάνει ὁ παραβάτης, καὶ κολάζεται ὁ δίκαιος… Ἐγὼ ἔκανα τὸ πονηρό, καὶ σὺ καταδικάστηκες… 
Ἐμπρὸς στὸ σταυρό σου λάμπουν δυὸ ἀλήθειες· ἡ μία ὅτι εἶμαι ἔνοχος, ἡ ἄλλη ὅτι εἶσαι εὔσπλαχνος… Τί λοιπὸν θὰ σοῦ ἀνταποδώσω γιὰ τὴν ἄπειρη εὐεργεσία σου;… Μένω ἐκστατικὸς ἐμπρὸς στὸ μέγεθος τῆς ἀγάπης σου. Σὲ ὁλόκληρη τὴν κτίσι δὲν ὑπάρχει ἀντίβαρο τῆς θυσίας σου» (βλ. καὶ τὸ βιβλίο μας «Πρὸς τὸν Γολγοθᾶν», Ἀθῆναι 19894, σσ. 283-284).

 Ἄρθρο γιὰ τὴ Μ. Παρασκευὴ σὲ καθαρεύουσα γλῶσσα ἀπὸ τὸ περιοδικὸ «Σταυρός».

Πέμπτη 17 Απριλίου 2014

Μεγάλη Πέμπτη βράδυ- Ὁ Χριστὸς ἔπαθε ὑπὲρ ἡμῶν καὶ ἀντὶ ἡμῶν (+Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου)

Ὁ Χριστὸς ἔπαθε ὑπὲρ ἡμῶν καὶ ἀντὶ ἡμῶν
 
Θὰ προσπαθήσω, ἀγαπητοί μου, νὰ πῶ ἕνα λόγο στὴν σταύρωσι τοῦ Χριστοῦ.
Τί εἶνε ἡ σταύρωσις; Μέγα μυστήριο. Τὴ Μεγάλη Παρασκευὴ ἀκοῦμε τὸν ἀπόστολο Παῦλο, ποὺ ἀνέβηκε μέχρι «τρίτου οὐρανοῦ» καὶ «ἤκουσεν ἄρρητα ῥήματα, ἃ οὐκ ἐξὸν ἀνθρώπῳ λαλῆσαι» (Β΄ Κορ. 12,2,4), νὰ λέῃ, ὅτι οἱ Ἕλληνες (δηλαδὴ οἱ εἰδωλολάτρες), ὅταν ἄκουγαν γιὰ σταυρὸ καὶ ἐσταυρωμένο, τὸ θεωροῦσαν «μωρίαν», ἀνοησία (Α΄ Κορ. 1,18). Δὲν μποροῦσαν νὰ ἐμβαθύνουν στὸ νόημα ποὺ περικλείει ἡ σταύρωσις τοῦ Χριστοῦ. Καὶ σήμερα, ἂν ρωτή σετε μερικοὺς διανοουμένους, θὰ σᾶς ποῦν μόνο, ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε ἕνας μεγάλος ἀλτρουϊστὴς ποὺ θυσιάστηκε γιὰ τοὺς ἄλλους.

Ἐμεῖς, ἔχον τας ὁδηγὸ τὰ Εὐαγγέλια καὶ τὸν θεῖο λόγο, τολμοῦμε καὶ λέμε ὅτι ἡ φράσι αὐτή, ὅτι εἶνε ἕνας ἀλτρουϊστής, δὲν εἶνε ἐπαρκής. Οὐδεὶς ἀμφιβάλλει ὅτι ὁ Χριστὸς εἶχε ἀγάπη κι ὅτι ἀπὸ ἀγάπη ἀπέθανε «ὑπὲρ ἡμῶν» (Α΄ Πέτρ. 2,21). Ἀλλὰ κάτι τέτοιο κάνουν καὶ οἱ ἄνθρωποι· ἡ μάνα λ.χ. πεθαίνει γιὰ τὸ παιδί της, ὁ φίλος πεθαίνει γιὰ τὸν φίλο του, ὁ ἀξιωματικὸς κι ὁ στρατιώτης στὴν πρώτη γραμμὴ τοῦ πυρὸς θυσιάζονται διότι «μητρός τε καὶ πατρὸς καὶ τῶν ἄλλων προγόνων ἁπάντων τιμιώτερόν ἐστιν ἡ πατρίς» (γνώμη Σωκρ.· Πλάτ. Κρίτ. 12). 
Ἡ ἀγάπη ὅμως τοῦ Χριστοῦ ἔχει πολὺ μεγαλύτερο βάθος. Ποιό βάθος· ὅτι ὁ Χριστὸς ἀπέθανε ὄχι μόνο «ὑπὲρ ἡμῶν» ἀλλὰ καὶ «ἀντὶ ἡμῶν». 
Τὸ πρῶτο τὸ καταλαβαίνουν καὶ τὸ δέχονται ὅλοι, γιὰ τὸ δεύτερο ὡρισμένοι δυσκολεύονται. Ἐμεῖς, ὅσοι πιστεύουμε σ᾽ αὐτόν, νὰ λέμε ὄχι μόνο «ὑπὲρ ἡμῶν » ἀλλὰ καὶ «ἀντὶ ἡ μῶν». Ὑπάρχει δὲ μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ τοῦ «ὑπὲρ ἡμῶν» καὶ τοῦ «ἀντὶ ἡμῶν».
Τί θὰ πῇ τὸ «ἀντὶ ἡμῶν»
Ἀκοῦμε τὸν προφήτη Ἠσαΐα, ὀχτακόσα χρόνια πρὸ Χριστοῦ, νὰ λέῃ γι᾽ αὐτόν· «Οὗτος τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν φέρει καὶ περὶ ἡμῶν ὀδυνᾶται. Αὐτὸς ἐτραυματίσθη διὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν…Τῷ μώλωπι αὐτοῦ ἡμεῖς ἰάθημεν»(Ἠσ. 53,4-5). Μὲ ἄλλα λόγια, ὁ Μεσσίας εἶνε ὁ ἀντικαταστάτης μας ἐπὶ τοῦ σταυροῦ
Καὶ ὁ ἱερὸς Αὐγουστῖνος στὸ Κεκραγάριό του(Μελέτ. κεφ. Ζ΄, μτφρ. Εὐγ. Βουλγ., σ. 12) λέει· «Ἐγὼ ἠνόμησα, καὶ σὺ ἐκάθησες εἰς τὸ ἑδώλιον τοῦ κατηγορουμένου ·ἐγὼ ἔκανα τὸ πονηρόν, καὶ σὺ κατεδικάσθης ·ἐγὼ ἡμάρτησα, καὶ σὺ ἐμαστιγώθης μὲ τὸ φραγγέλλιον ·ἐγὼ ὑπερηφανεύθην, καὶ σὺ ἐταπεινώθης· ἐγὼ παρήκουσα εἰς τὰς ἐντολὰς τοῦ Πλάστου, καὶ σὺ διὰ τῆ ςἰδικῆς σου τελείας ὑπακοῆς εἰς τὸ θέλημα τοῦ οὐρανίου Πατρὸς ἐξώφλησες τὸ ἁμάρτημα τῆς ἰδικῆς μου παρακοῆς » (ἡμέτ. βιβλ. Πρὸς τὸν Γολγοθᾶν, Ἀθῆναι 19894, σ. 283). Αἰτία τοῦ πάθους σου εἶμαι ἐγὼ ὁ ἁμαρτωλός! αὐτό, ἂν δὲν τὸ αἰσθανθοῦ με σήμερα καὶ δὲν θὰ κλάψουμε, δὲν θὰ προσεγγίσουμε τὸ μυστήριο τοῦ σταυροῦ.
Αὐτὰ ποὺ ἔπαθε ὁ Χριστός, ἔπρεπε νὰ τὰ πάθουμε ἐμεῖς
Ἡ δική μας κεφαλή, ποὺ φιλοξενεῖ τόσες πονηρὲς ἔννοιες καὶ τόσους ἀθλίους διαλογισμούς, ἔπρεπε νὰ φορέσῃ ἀγκάθινο στεφάνι, καὶ ὄχι ἡ δική του ἀκήρατη κεφαλή, ποὺ κυβερνᾷ μὲ σοφία καὶ ἀγαθότητα τὰ σύμπαντα. 
Ἡ δική μας γλῶσσα, ποὺ ψεύδεται, διαβάλλει, συκοφαντεῖ, βλασφημεῖ, «κόκκαλα δὲν ἔχει καὶ κόκκαλα τσακίζει», αὐτὴ ἔπρεπε νὰ γευθῇ τὸ ὄξος καὶ τὴ χολή, καὶ ὄχι ἡ γλῶσσα τοῦ Χριστοῦ ποὺ πάντοτε ἐλάλησε τὴν ἀλήθεια. 
Τὰ δικά μας χέρια, ποὺ καθημερινῶς διαπράττουν τόσες ἁμαρτωλὲς πράξεις, ἔπρεπε νὰ καρφωθοῦν στὸ ξύλο, καὶ ὄχι τὰ χέρια τοῦ Χριστοῦ, ποὺ σκόρπιζαν παν τοῦ μύρα ἀγάπης, εὐλογίες, θεραπεῖες, εὐεργεσίες.
Τὰ δικά μας πόδια, ποὺ ἀφήνουν τὴν εὐθεῖα ὁδὸ καὶ ξεμακραίνουν σὲ μονοπάτια σκοτεινὰ καὶ σκολιά, ἔπρεπε νὰ ἀκινητοποιηθοῦν πάνω στὸ σταυρό, καὶ ὄχι τὰ πόδια τοῦ Χριστοῦ, ποὺ βάδισαν χιλιόμετρα γιὰ νὰ βροῦν τὸ ἀπολωλὸς πρόβατο καὶ νὰ φέρουν τὸ μήνυμα τῆς σωτηρίας κι ὅπου πάτησαν εὐωδίασαν τὴ γῆ.
Ἐμεῖς λοιπὸν εἴμαστε οἱ ἔνοχοι, κ᾽ ἐκεῖνος ὁ ἀθῷος. 
Ἐμεῖς φορτώσαμε τὴ γῆ ἁμαρτίες, κ᾽ ἐκεῖνος εἶνε«ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου », ὅπως εἶπε ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος (Ἰω. 1,29). Φορτώθηκε τὰ βάρη μας καὶ μᾶς ἀπήλλαξε ὅλους, ἀπὸ Ἀδὰμ μέχρι συντελείας τοῦ αἰῶνος, ἀπὸ τὴν καταδίκη. 
Ἐὰν αὐτὸ δὲν τὸ συν αισθανθοῦμε, ὅτι δηλαδὴ ὁ Χριστὸς σταυρώθηκε «ἀντὶ ἡμῶν», ἀντὶ γιὰ ἐμένα τὸν ἁμαρτωλὸ καὶ ἀντὶ γιὰ σᾶς καὶ ἀντὶ γιὰ ὅλους μας, εἰς μάτην ἑορτάζουμε. Καὶ ὅμως αὐτὴ ἡ ἀλήθεια σήμερα ἀπὸ πολλοὺς θεωρεῖται μωρία, ἀνοησία. Πῶς νὰ τὸ ἐξηγήσω ἀκόμη ἁπλούστερα;
Θὰ χρησιμοποιήσω τὸ ἑξῆς παράδειγμα ποὺ εἶχα διαβάσει. Κάποιος σκότωσε καὶ τὸν κυνηγοῦσαν νὰ τὸν συλλάβουν. 
–Πιάστε τον πιάστε τον, φώναζαν, εἶνε ἔνοχος, σκότωσε ἄνθρωπο!…
Αὐτός, μὲ τὰ ροῦχα του ματωμένα ὅπως ἦταν, ἔτρεχε ἔξαλλος νὰ ξεφύγῃ. Σὲ μιὰ στιγμὴ βλέπει μιὰ πόρτα ἀ νοιχτή, προλαβαίνει καὶ μπαίνει μέσα χωρὶς νὰ ξέρῃ ποῦ βρίσκεται. Ποιός νὰ τὸ φανταστῇ· ἦταν τὸ σπίτι τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ θύματος! Ὁ σπιτονοικοκύρης, ὅταν τὸν εἶδε ἔτσι, κατάλαβε ὅτι αὐτὸς εἶνε ὁ φονιᾶς τοῦ ἀδελφοῦ του. Καὶ τί ἔκανε; τὸν παρέδωσε; Δὲν τὸν παρέδωσε. Ἀλλὰ τί· βγάζει τὰ ροῦχα του, ντύνει μ᾽ αὐτὰ τὸν φονιᾶ, καὶ παίρνοντας τὰ ματωμένα ροῦχα ἐκείνου τὰ φοράει ὁ ἴδιος.
Ὅταν σὲ λίγο χτύπησε τὴν πόρτα ἡ ἀστυνομία, ἔκρυψε τὸν φονιᾶ καὶ παρουσιάστηκε αὐτὸς ὡς ἔνοχος! 
–Ἐγὼ τὸν σκότωσα, λέει· πιάστε με… Καὶ ἔπιασαν αὐτὸν καὶ τὸν ὡδήγησαν στὸ κρατητήριο νὰ τιμωρηθῇ. Τὸ παράδειγμα αὐτό, ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ ἀπὸ ὑπερβολικὴ ἀγάπη παρέστησε τὸν ἑαυτό του ὡς ἔνοχο γιὰ νὰ ἀθῳωθῇ ὁ ὄντως ἔνοχος, ζωντανεύει ἐμπρός μας τὰ λόγια «Οὗτος τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν φέρει καὶ περὶ ἡμῶν ὀδυνᾶται…» καὶ «Ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου »
Ποιός εἶνε ὁ αἴτιος τῆς καταδίκης τοῦ Ἰησοῦ; 
Ἐμεῖς. Ἂν ἐμεῖς στὴν ἀρχὴ δὲν ἁμαρτάναμε, θὰ ἤμασταν τώρα ὅλοι στὸν παράδεισο καὶ ὁ Χριστὸς δὲν θὰ σταυρωνόταν.
Ἡ ἱστορικὴ ἀλήθεια εἶνε, ὅτι οἱ Ἑβραῖοι σταύρωσαν τότε τὸν Χριστό. 
Ἀλλὰ ἡ πνευματικὴ ἀλήθεια, ποὺ πρέπει νὰ παραδεχθοῦμε, εἶνε κάτι ἄλλο σπουδαιότερο· ὅτι κ᾽ ἐμεῖς σήμερα τὸν σταυρώνουμε. Ποῦ; 
Παντοῦ. Δὲν ὑπάρχει γωνία τῆς Ἑλλάδος –γιὰ νὰ περιοριστοῦμε στὴν πατρίδα μας–, ποὺ δὲν σταυρώνεται ὁ Χριστός· στὰ σπίτια, στὰ σχολεῖα, στὸ στρατό, στὶς συγκοινωνίες, στὰ τηλέφωνα, στὰ γήπεδα, στὰ κέντρα, στοὺς σταθμούς, στὸν τύπο, στὸ κοινοβούλιο, στὰ δικαστήρια; (σπανίως θὰ βρεθῇ κάποιος νὰ πῇ· Κύριε πρόεδρε, δὲν μπορῶ νὰ παλαμίσω τὸ Εὐαγγέλιο· ὁ Κύριος εἶπε «μὴ ὀμόσαι ὅλως »(Ματθ. 5,34). Δὲν τὸν σταυρώνουμε λοιπὸν κ᾽ ἐμεῖς, ὅπως οἱ Ἰουδαῖοι, ὅταν ὁρκιζώμαστε, ὅταν περιφρονοῦμε καὶ καταπατοῦμε τὶς ἐντολές του, ὅταν βλασφημοῦμε τὰ θεῖα;
Στὸ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιο ὁ Χριστὸς λέει· «Οὕτως ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν Υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται, ἀλλ᾽ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον » (Ἰω. 3,16).  
Καὶ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ἀλλοῦ γράφει· « Θεὸς ἀγάπη ἐστίν» (Α΄ Ἰω.4,8).  
κόσμος ὁλόκληρος ζῇ καὶ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ· καὶ καθένας ἀπὸ μᾶς μύριες ἀποδείξεις τῆς ἀγάπης του ἔχουμε. «Ἐν αὐτῷ γὰρ ζῶμεν καὶ κινούμεθα καὶ ἐσμέν» (Πράξ. 17, 28). Τί νὰ πρωτοαναφέρῃ κανείς
Ἀγάπη δὲν εἶνε ἥλιος ποὺ φωτίζει καὶ ζεσταίνει τὴ γῆ; (ὡς διαμαρτυρία τοῦ ἡλίου ἦταν ὅτι ἐπὶ τρεῖς ὧρες, «ἀπὸ ἕκτης ὥρας σκότος ἐγένετο ἐπὶπᾶσαν τὴν γῆν ἕως ὥρας ἐνάτης» Ματθ. 27,45). Δωρε ὰν ἥλιος, δωρεὰν τὸ νερὸ ποὺ μᾶς ποτίζει, δωρεὰν τὰ νέφη, δωρεὰν οἱ θάλασσες, δωρεὰν οἱ πηγές, δωρεὰν οἱ ποταμοί, δωρεὰν τὰ δέντρα, δωρεὰν τὰ πουλιὰ ποὺ κελαηδοῦν, δωρεὰν τὰ πάντα.  
Πῶς νὰ ὑμνήσουμε τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ; γλῶσσα εἶνε ἀδύνατη.
Ἀλλὰ ὑψίστη ἀγάπη του, τὸ ζενὶθ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, εἶνε ὅτι ἔδωσε τὸν Υἱόν του γιὰ τὴν σωτηρία μας.  
Δὲν ὑπῆρχε ἄλλο μέσο;  
Μποροῦσε νὰ χρησιμοποιήσῃ καὶ ἄλλο μέσο, ἀλλὰ ἐξέλεξε αὐτό, τὴν σταυρικὴ θυσία, γιὰ νὰ δείξῃ τὸ μέγεθος τῆς ἀγάπης του· «οὕτω γὰρ ἠγάπησεν Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν Υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν ». Δὲν ὑπάρχει ἄλλη μεγαλύτερη ἀγάπη.
Λένε, ἀγαπητοί μου, γιὰ ἕνα βασιλιᾶ τῆς Γαλλίας ὅτι ὅταν ἄκουσε πρώτη φορὰ γιὰ τὸ Χριστό, ὅτι οἱ Ἑβραῖοι τὸν σταύρωσαν, εἶπε αὐθόρμητα· Ἄχ, νὰ ἤμουν ἐκεῖ μὲ τοὺς στρατιῶτες μου! θὰ μποροῦσα νὰ τοὺς διαλύσω…
Καὶ ὅμως ὁ Χριστός, ἡ Ἀγάπη, ἐνῷ μποροῦσε, δὲν τοὺς διέλυσε. «Ὑπέμεινε σταυρὸν» γιὰ ἐμᾶς (Ἑβρ. 12,2). Αὐτὸ εἶνε ἔνδειξις τῆς ἀγάπης του. 
Ἐν τούτοις ἐμεῖς εἴμαστε ἀχάριστοι, μοχθηροί, βλάσφημοι, ἐπίορκοι, πόρνοι, μοιχοί, ἐλεεινοί· στὸν τόπο μας γίνονται τετρακόσες χιλιάδες ἐκτρώσεις τὸ ἔτος.  
Θεέ μου, πῶς μᾶς ἀνέχεσαι; «Δόξα τῇ μακροθυμίᾳ σου, Κύριε ».
Αὐτὸ λοιπὸν ποὺ ἔχουμε νὰ κάνουμε, εἶνε νὰ συναισθανθοῦμε ὅτι ἐμεῖς εἴμαστε οἱ ὑπεύθυνοι τῆς σταυρώσεως καὶ νὰ φωνάξουμε· Χριστὲ ἐλέησέ με, συγχώρεσέ με· «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (Λουκ. 23,42).
 
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Παντελεήμονος Φλωρίνης τὴν 28-4-1994.
 
 http://aktines.blogspot.gr