Ἡ Έλπίς μου ὁ Πατήρ, καταφυγή μου ὁ Υἱός, Σκέπη μου τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον. Τριὰς Ἁγία, δόξα Σοι.

Δεῦτε ἀπὸ θέας Γυναῖκες εὐαγγελίστριαι, καὶ τῇ Σιὼν εἴπατε· Δέχου παρ΄ ἡμῶν Χαρᾶς Εὐαγγέλια, Τῆς Ἀναστάσεως Χριστοῦ. Τέρπου, χόρευε, καὶ ἀγάλλου Ἱερουσαλήμ, τὸν Βασιλέα Χριστόν, θεασαμένη ἐκ τοῦ μνήματος, ὡς Νυμφίον προερχόμενον.


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΕΙΑ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΕΙΑ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2015

«ΚΑΙ ΤΑ ΤΕΚΝΑ ΑΥΤΗΣ ΟΥ ΜΗ ΕΛΕΗΣΩ, ΟΤΙ ΤΕΚΝΑ ΠΟΡΝΕΙΑΣ ΕΣΤΙΝ»

Κρίθητε πρὸς τὴν μητέρα ὑμῶν, κρίθητε, ὅτι αὕτη οὐ γυνή μου, καὶ ἐγὼ οὐκ ἀνὴρ αὐτῆς. καὶ ἐξαρῶ τὴν πορνείαν αὐτῆς ἐκ προσώπου μου καὶ τὴν μοιχείαν αὐτῆς ἐκ μέσου μαστῶν αὐτῆς, ὅπως ἂν ἐκδύσω αὐτὴν γυμνὴν καὶ ἀποκαταστήσω αὐτὴν καθὼς ἡμέρα γενέσεως αὐτῆς. καὶ θήσω αὐτὴν ἔρημον καὶ τάξω αὐτὴν ὡς γῆν ἄνυδρον καὶ ἀποκτενῶ αὐτὴν ἐν δίψει· καὶ τὰ τέκνα αὐτῆς οὐ μὴ ἐλεήσω, ὅτι τέκνα πορνείας ἐστίν. ὅτι ἐξεπόρνευσεν ἡ μήτηρ αὐτῶν, κατῄσχυνεν ἡ τεκοῦσα αὐτά, ὅτι εἶπε· πορεύσομαι ὀπίσω τῶν ἐραστῶν μου τῶν διδόντων μοι τοὺς ἄρτους μου καὶ τὸ ὕδωρ μου καὶ τὰ ἱμάτιά μου καὶ τὰ ὀθόνιά μου, τὸ ἔλαιόν μου καὶ πάντα ὅσα μοι καθήκει. διὰ τοῦτο ἰδοὺ ἐγὼ φράσσω τὴν ὁδὸν αὐτῆς ἐν σκόλοψι καὶ ἀνοικοδομήσω τὰς ὁδούς, καὶ τὴν τρίβον αὐτῆς οὐ μὴ εὕρῃ· …καὶ νῦν ἀποκαλύψω τὴν ἀκαθαρσίαν αὐτῆς ἐνώπιον τῶν ἐραστῶν αὐτῆς, καὶ οὐδεὶς οὐ μὴ ἐξέληται αὐτὴν ἐκ χειρός μου. (Ὠσηέ, Β´ 4­-9· 12)

Ἑρμηνευτικὴ ἀπόδοση
Κρίνατε καὶ διχάσατε τὴν μητέρα σας· κρίνατέ την, διότι αὐτὴ δὲν εἶναι σύζυγός μου καὶ ἐγὼ δὲν εἶμαι ὁ σύζυγός της. 
Καὶ θὰ διώξω ἀπὸ ἐμπρός μου τὴν πορνείαν της, καὶ τὴν μοιχείαν της ἀπὸ τοὺς μαστούς της. 
Θὰ καταπαύσω δηλαδὴ τὴν πνευματικὴν μοιχείαν, τὴν πρὸς τὰ εἴδωλα λατρείαν τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ. 
Ἔτσι θὰ ἀπογυμνώσω αὐτὴν καὶ θὰ τὴν παρουσιάσω τελείως γυμνήν, ὅπως ὅταν τὴν ἐγέννησεν ἡ μητέρα της. 
Θὰ καταστήσω αὐτὴν ἔρημον, θὰ τὴν κάμω ὡσὰν τὴν γῆν τὴν ξηρὰν καὶ τὴν ἄνυδρον, καὶ θὰ τὴν θανατώσω μὲ τὴν δίψαν. 
Οὔτε καὶ τὰ τέκνα της θὰ ἐλεήσω, διότι εἶναι τέκνα πορνείας, πνευματικῆς ἀπὸ τοῦ Θεοῦ ἀποστασίας. 
Διότι ἡ μητέρα των ἐξετράπη εἰς πορνείαν κατεντροπίασε καὶ κατεξηυτέλισε τὰ τέκνα της, διότι μὲ ἀπερίγραπτον ἀναισχυντίαν εἶπε· “θὰ ἀκολουθήσω ἐγὼ τοὺς ἐραστάς μου, (δηλ. ἡ φυλὴ τοῦ Ἰσραὴλ θὰ ἀκολουθοῦσε τὰ εἴδωλα), διότι αὐτοὶ μοῦ δίδουν τὴν τροφήν μου, τὸ νερό μου, τὰ ἐνδύματά μου, τὰ λινὰ ὑφάσματά μου, τὸ λάδι μου καὶ ὅλα ὅσα μοῦ χρειάζονται”. 
Διὰ τὴν ἀναισχυντίαν της αὐτήν, ἰδοὺ ἐγὼ φράζω τὴν πρὸς τοὺς ἐραστάς ὁδόν της μὲ παλούκια, θὰ ἀνεγείρω ὁδοφράγματα στοὺς δρόμους της καὶ ἔτσι δὲν θὰ εὕρη αὐτὴ τὸν δρόμον της πρὸς τὴν διαφθοράν. 
Θὰ προσπαθήση καὶ θὰ τρέξη νὰ εὕρη τοὺς ἐραστάς της, ἀλλὰ δὲν θὰ τοὺς προφθάση. 
Θὰ τοὺς ἀναζητήση, καὶ δὲν θὰ τοὺς ἀνεύρη. Καὶ τότε θὰ εἴπη· “θὰ ἐπιστρέψω καὶ θὰ ἐπανέλθω πρὸς τὸν προηγούμενον καὶ νόμιμον ἄνδρα μου, διότι καλύτερα ἤμην τότε, παρὰ τώρα”. 
… Τώρα θὰ ξεσκεπάσω τὴν βρωμερότητά της καὶ τὴν ἀναισχυντίαν της ἐνώπιον τῶν ἐραστῶν της καὶ κανεὶς δὲν θὰ ἠμπορέση νὰ τὴν γλυτώση ἀπὸ τὰ χέρια μου.

 https://christianvivliografia.wordpress.com

Δευτέρα 14 Απριλίου 2014

Δικαίωση και ανθρώπινη δικαιοσύνη


Print Friendly and PDF Print Print Friendly and PDF PDF

Όσο πνευματικός άνθρωπος είναι κάποιος, τόσο λιγότερα δικαιώματα έχει σ' αυτή την ζωή.
Ένας πνευματικός άνθρωπος δεν έχει κανένα δικαίωμα σ' αυτή την ζωή. 
Είναι υποχρεωμένος να κάνει υπομονή, να δέχεται την αδικία, να δέχεται και τις βρισιές  από τον άλλο. 
Ένα στραβόξυλο  (άνθρωπος ανάποδος) που 'ναι απομακρυσμένο από τον Θεό , έχει πολλά δικαιώματα. Και να χτυπάει και να βρίζει και να αδικεί και να κάνει ...

Τα δικαιώματα τα δικά μας τα φυλάγει ο Θεός  για την άλλη ζωή. 
 Αλλά πολλές φορές εμείς από ανοησία, και 'γω ο ίδιος, ζητάμε να δικαιωθούμε εδώ. 
Να μη ζημιωθούμε εδώ. 
Αν μας  πουν κάτι, αμέσως να δικαιολογηθούμε. 
Και με αυτά  νομίζουμε ότι πιστεύουμε στον Θεό. 
Είναι δηλαδή μια κοροϊδία μεγάλη. 
Η ανθρώπινη δικαιοσύνη δεν λέει τίποτε για έναν πνευματικό άνθρωπο. Είναι όμως ένα φρένο για τους ανθρώπους τους ανάποδους.  


πηγή : ΑΘΩΝΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ (Διδαχές ενός Γέροντος) έκδοση Β΄ πρεσβυτέρου Διονυσίου Τάτση Εκδόσεις Ορθοδόξου Τύπου Κάνιγγος 10 Αθήνα 1988 (σελ. 27)

Κυριακή 13 Απριλίου 2014

Ο πόνος στη ζωή μας


ΜΟΝΑΧΟΥ ΜΩΥΣΕΩΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
ΤΟ ΑΛΗΘΙΝΟ ΝΟΗΜΑ ΤΟΥ ΠΟΝΟΥ ΣΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ
Αφιέρωμα σε όλους εκείνους που με υπομονή κι ελπίδα σηκώνουν τον σταυρό τους
Γιατί να πονώ Θεέ μου;
Είναι αλήθεια πως σήμερα υπάρχει άφθονος σω­ματικός και ψυχικός πόνος. Άλλοτε ευθύνεται γι' αυ­τόν ο άνθρωπος και άλλοτε όχι. Σημασία έχει την ώ­ρα του πόνου κάποιος να τον συνδράμει. Να μη τον α­φήσει ν' απογοητευθεί, να πνιγεί στη μοναξιά, να πο­νέσει ακόμη πιο πολύ.
Με αυτή την προοπτική γράφθηκε και το κείμενο που ακολουθεί, από ένα άνθρωπο που πόνεσε πολύ. Γνωρίζω πως ο πόνος σ' έφερε στο κρεβάτι του πόνου ή σ' έκλεισε στο σπίτι σου. Η επίσκεψη του πόνου στη ζωή σου δεν είναι ασφαλώς κάτι δίχως σημασία και σκοπό. Δεν είναι καθόλου ένα τυχαίο γεγονός. Δεν πιστεύουμε στην τύχη. Το Ευαγγέλιο λέει πως κάτω από τη ματιά του Θεού είναι και το πέσιμο του κάθε φύλλου από το δένδρο. Πόσο μάλλον από τα προβλήματα των παιδιών Του. Ο Θεός δεν παύει ποτέ να ενδιαφέρεται για τα μετάνοια και τη σωτηρία μας και προσφέρει μύριες ευκαιρίες και ανοίγει διάφο­ρους δρόμους.
Αν την υγεία μας, αγαπητοί μου, τη σπαταλήσαμε σε ανώφελα έργα, καλούμεθα τώρα, να μελετήσουμε το παρελθόν, να δούμε βαθύτερα τον όχι και τόσο γνωστό εαυτό μας. Είναι μία μεγάλη ακόμη ευκαιρία που μας δίνει ο Πανάγαθος Θεός, για να σκύψουμε μέσα μας, να μετανοήσουμε ειλικρινά, να προσευχηθού­με θερμά, να γνωρίσουμε την ακένωτη χάρη των ιε­ρών μυστηρίων της αγίας μητέρας μας Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Η ασθένεια δεν προέρχεται, αδελφοί μου, από την τιμωρία ενός εκδικητή Θεού. Η αντίληψη αυτή είναι ανορθόδοξη, πέρα για πέρα λαθεμένη. Ο Θεός μας μόνο αγαπά και δεν τιμωρεί τα πλάσματά Του. Ο Θε­ός είναι μακρόθυμος, πολυέλεος, πολυεύσπλαχνος, πανάγαθος και αληθινός. Τ' όνομα του Θεού είναι α­γάπη, λέει ο αγαπημένος του μαθητής Ιωάννης ο Θε­ολόγος. Παραχωρεί, επιτρέπει παιδαγωγικά προς βοή­θεια την ασθένεια, για να μας φρονηματίσει, να μας διορθώσει, να μας προσγειώσει και ταπεινώσει. Ο πό­νος έτσι μπορεί να γίνει αφορμή, για μία πιο ουσια­στική και βαθειά γνωριμία μας με τον Θεό, και όχι να τα βάλουμε μαζί του. Ο πόνος μπορεί να μας συνδράμει να γίνουμε πιο ανεκτικοί και συμπονετικοί με τους αδελφούς μας και να γνωρίσουμε τον άγνωστο ε­αυτό μας. Είπαν ορθά πως όποιος έχει υποφέρει πολύ μοιάζει μ' εκείνον που γνωρίζει πολλές γλώσσες κι έ­τσι μπορεί να καταλάβει πολλούς και να τον καταλά­βουν πολλοί.
Αν εκμεταλλευθούμε την πράγματι σημαντική ευ­καιρία, μπορεί ο σωματικός πόνος να γίνει θεραπευ­τής της αθάνατης ψυχής μας. Ο πόνος τότε θα γίνει ευλογία. Δεν ζητάμε βεβαίως εμείς οι πιστοί τον πόνο νοσηρά στη ζωή μας. Η Εκκλησία μας πάντοτε εύχε­ται υπέρ υγείας και διαφωτίσεως των τέκνων της. Εάν έλθει όμως ο πόνος να τον υπομείνουμε καρτερικά κι ελπιδοφόρα και θα έχουμε, αλήθεια, μεγάλο κέρδος. Με τον τρόπο αυτό ο σκοπός της δοκιμασίας μας θα έχει επιτευχθεί, αφού θα έχει μαλακώσει η καρδιά μας και θα έχουμε βοηθηθεί στο να γνωρίσουμε τον πραγ­ματικό εαυτό μας και τον Θεό μας.
Είναι επίσης αλήθεια, αγαπητοί μου, πως οι πονε­μένοι λειαίνονται, και αυτοί τελικά έχουν κάτι σημα­ντικό να πουν, ως εμπειρικό και βιωματικό. Πίσω από κάθε ανθρώπινο πόνο κρύβεται το χέρι του Θεού που ευλογεί. Μακάριοι οι πονεμένοι ως πλούσια ευλογη­μένοι.
Είναι ακόμη αλήθεια πως στα χείλη του κάθε πο­νεμένου συχνά ανεβαίνει εκείνο το γνωστό και βαθύ «γιατί σ' εμένα Θεέ μου»; Στο ανθρώπινο αυτό «γιατί» δεν νομίζουμε ότι υπάρχει μία εύκολη και γρήγορη α­πάντηση. Η απάντηση θάλθει πιο αργά από τον ίδιο τον Εσταυρωμένο Θεάνθρωπο. Ο άνθρωπος αξιώνε­ται να συμμετέχει στον σταυρό του Κυρίου. Μη νομί­ζετε ότι είναι κάτι μικρό αυτό.
Μέσα από τον πόνο οι προσευχές είναι σίγουρα πιο κατανυκτικές, πιο θερμές, πιο ευπρόσδεκτες. Δί­νουν κατ' αρχάς τη γαλήνη της υπομονής στη δοκιμα­σία, λιγοστεύουν την απαιτητικότητα, ταπεινώνουν α­ληθινά, χαρίζουν τη χαρά της ελπίδος και την υγεία της ψυχής. Μέσα μας θα βρούμε τον Θεό. Όσο πιο γρήγορα τον συναντήσουμε τόσο πιο γρήγορα θ' απελευθερωθούμε και θα χαρούμε αληθινά.
Είπαν ωραία πως πριν μας στείλει ο Θεός τον σταυρό που σηκώνουμε, τον ζύγισε, τον είδε καλά, τον εξέτασε προσεκτικά με την πανσοφία, την αγάπη και τη δικαιοσύνη Του. Το αγαθό βλέμμα Του τον πα­ρακολούθησε και η μεγάλη Του καρδιά τον θέρμανε, αφού τον ξαναζύγισε με την άπειρη στοργή Του. Νο­μίζεις πως είναι πιο βαρύς απ' ότι μπορείς να σηκώ­σεις, ενώ έχεις άγνωστες και ανακάλυπτες δυνάμεις μέσα σου. Μη χάνεις το θάρρος σου, μη τα βάζεις με τον Θεό, γνωρίζει πολύ καλά τι κάνει. Τον ευλόγησε πριν τον θέσει τον σταυρό στους ώμους σου. Σίγουρα μπορείς να τον σηκώσεις. Μη λησμονάς πως πάντα πριν το Κενό Μνημείο είναι ο Γολγοθάς. Η Ανάστα­ση έπεται της Σταύρωσης.
Είναι γεγονός πως η ζωή μας είναι ζυμωμένη με δάκρυα που προέρχονται από τον πόνο της ασθένειας, των θλίψεων, των βασάνων, της εγκατάλειψης και της μοναξιάς. Έχουν γίνει αχώριστοι σύντροφοι. Ο λό­γος του Θεού, η Αγία Γραφή, μας πληροφορεί πειστι­κά πως η ασθένεια, ο πόνος, η θλίψη, ο θάνατος δεν υπήρχαν από την αρχή της δημιουργίας. Πρόκειται για μεταπτωτικά φαινόμενα. Η φθαρτότητα, η ασθέ­νεια, ο πόνος είναι αποτέλεσμα της παρακοής των πρωτοπλάστων στον Δημιουργό τους και η υπακοή τους στον δαίμονα. Ο αποχωρισμός του ανθρώπου α­πό τον Θεό έχει οικτρές συνέπειες. Η απελευθέρωση του πιστού από τα δαιμονικά δεσμά μπορεί να τον κά­νει να βρει το πνευματικό περιεχόμενο της δοκιμα­σίας του και τότε η δοκιμασία να γίνει σημαντική ευ­καιρία, όπως είπαμε, βαθύτερης γνώσης του Θεού και συναντήσεώς του με Αυτόν.
Οι ιερείς της Εκκλησίας μας είναι νοσηλευτές και η Εκκλησία μας θεραπευτήριο. Οι ιερείς πλησιά­ζουν τους ασθενείς για να τους απελευθερώσουν, να τους επαναπροσανατολίσουν, να τους ανορθώσουν δια της μετανοίας. Συμμετέχουν όσο μπορούν στον πόνο για να τους τον απαλύνουν και να κάνουν πιο ε­λαφρύ τον σταυρό τους. Είναι μεγάλη η παράκληση των πασχόντων όταν κατανοήσουν το νόημα του σταυρού τους. Η προσωπική άρση του σταυρού νοηματιζόμενη συντελεί στην ανόρθωση. Βλέποντας ο ταλαιπωρούμενος και δοκιμαζόμενος άνθρωπος τη δοκιμασία του ως θεία επίσκεψη και θεία παιδαγωγία με­ταβάλλει τη στάση του, αντιμετωπίζει το πρόβλημα πολύ διαφορετικά, αν δεν γεμίζει χαρά γεμίζει πάντως ελπίδα. Η θεία Χάρη μπορεί να οδηγήσει σε αυτή την ωριμότητα τον σκληρά δοκιμαζόμενο. Εμείς θα πούμε τον καλό λόγο, αλλά η Χάρη του Θεού θα ολο­κληρώσει το έργο αυτό.
Το ευχολόγιο στα χέρια του ιερέως είναι πολύ πα­ρηγορητικό στις δύσκολες αυτές ώρες. Η σύνοψη ή το προσευχητάρι, με την Παράκληση της Παναγίας και τους υπέροχους Χαιρετισμούς, στα χέρια του α­σθενούς είναι φτερά ειρήνης. Η Παναγία, η μάνα ό­λων των πονεμένων, που πόνεσε τόσο πολύ και συ­μπονά όλους τους πονεμένους, δίνει μια γλυκειά πα­ραμυθία και μεγάλη ενίσχυση σε όλους. Μη φοβόμα­στε το ιερατικό πετραχήλι, τον τίμιο σταυρό, το άγιο έλαιο, τα τίμια και χαριτόβρυτα λείψανα, τον αγια­σμό, το αντίδωρο, τη θεία Κοινωνία.
Επανερχόμενοι στο δύσκολο ερώτημα γιατί ο Θε­ός να επιτρέπει να ταλαιπωρείται το πλάσμα του, να βασανίζεται και ν' αγωνιά μέσα στον πολύ πόνο, τα­πεινά θα πούμε πάλι: Ο πόνος μας αφυπνίζει να ενδια­φερθούμε καλύτερα για τη μετάνοια, την ταπείνωση, την αναθέρμανση της πίστης μας και τη συμπόνια του πλησίον μας. Ο πόνος, σωματικός ή ψυχικός, μας ε­πισκέπτεται για κάποιο ιδιαίτερα σοβαρό λόγο. Για να ξαναδούμε την πορεία, τους στόχους και τον σκο­πό της εφήμερης ζωής μας. Είπαμε πως μερικές φορές ένας ψυχικός πόνος είναι δριμύτερος του σωματικού και ίσως και πιο δυσκολοθεράπευτος. Ο μεγάλος ψυ­χίατρος Γιούνγκ πάντως λέει πως το πρόβλημα του ψυχικώς πάσχοντος, κατά ασυγκρίτως ανώτερο λόγο ανήκει στον πνευματικό παρά στον ιατρό!
Άνθρωποι δίχως Θεό και ηθικές αρχές στον πόνο της ασθένειας διαλύονται και καταντούν αξιολύπητοι. Ο Θεός δεν τους αποστρέφεται, αλλά τους επισκέπτε­ται διαφορότροπα, με διάφορα φάρμακα για να τους θεραπεύσει κι όχι να τους πληγώσει και πικράνει. Ο θείος και ιερός Χρυσόστομος θαυμάσια συμβουλεύει να μη γογγύζουμε εύκολα με τα δυσάρεστα που μας βρίσκουν και μάλιστα να μη βλασφημούμε. Μήπως έτσι, λέει, θα γίνει πιο ελαφρύς ο πόνος μας; Ούτε χρειάζεται να πολυεξετάζουμε τους λόγους και τις αι­τίες και τις αφορμές και να ζητάμε πολλές εξηγήσεις για όλα αυτά που μας επιτρέπει η πανσοφία του Θεού. Να μη λησμονάμε ποτέ πως η παρούσα ζωή είναι στά­διο άθλων και αγώνων και η άλλη ζωή είναι επάθλων και αιώνιας ανάπαυσης. Στις δυσκολίες, τις συμφορές και τους πόνους να επικαλούμεθα τη σωστική βοή­θεια του Θεού με κάθε εμπιστοσύνη.
Πάντοτε παραμένει επίκαιρο το θέμα της ασθέ­νειας. Πολλοί οι ασθενείς στα σπίτια, στα νοσοκο­μεία, στους δρόμους. Είμαστε εμείς οι ίδιοι ασθενείς ή δικοί μας άνθρωποι. Σήμερα εμείς, αύριο άλλοι και το αντίθετο. Ο πόνος κτυπά όλες τις πόρτες, όλες τις ώρες αδιάκριτα, πλουσίων, φτωχών, νέων, ηλικιωμέ­νων, μορφωμένων, αμόρφωτων, όλων. Γιατί ν' αρρω­σταίνουμε και γιατί να πονάμε; Το ίδιο ερώτημα επα­νέρχεται με δριμύτητα. Δεν είναι μόνο από τις αμαρ­τίες οι διάφορες αρρώστειες. Αρρώστειες πολλές και μεγάλες είχαν και οι άγιοι. Οι αρρώστειες μας κάνουν να θυμηθούμε τον λησμονημένο Θεό, να τον επικαλε­σθούμε, να συνδεθούμε μαζί του. Η μνήμη του Θεού συντείνει στην ειλικρινή μετάνοια. Οι αρρώστειες εί­ναι, αλήθεια, για να μας φέρουν πιο κοντά στον Θεό και όχι να μας απομακρύνουν από Αυτόν. Την πίστη μας στον Θεό αποδεικνύουμε με την υπομονή στις δο­κιμασίες και μάλιστα στον πόνο των ασθενειών.
Αν ο πόνος σ' έκανε συμπονετικό κέρδισες. Αν η ασθένεια σ' έφερε να θυμάσαι πιο πολύ τον ουρανό εί­σαι ευλογημένος και μακάριος. Αν ο πόνος σου κα­θάρισε τα μάτια, για να βλέπεις πιο βαθειά τα γεγονό­τα και τα πράγματα, τότε είσαι πλούσια κερδισμένος. Αν ο άγιος πόνος σ' έκανε, αδελφέ μου, πιο καρτερι­κό, πιο γενναίο, πιο διαλλακτικό και ανεκτικό να ευ­χαριστείς εκ βαθέων τον Θεό που αρρώστησες. Γιατί αρρώστησες και κέρδισες τελικά έτσι. Δίχως πόνο έχεις πολλές κατακτήσεις, αλλά όχι αληθινές γνώσεις. Ο πόνος σμιλεύει και τελειοποιεί τον άνθρωπο. Δί­χως τον πόνο ο άνθρωπος θα ήταν σκληρός και ακα­τέργαστος. Ο πόνος γεννά τα δάκρυα και τα δάκρυα την κάθαρση. Τα δάκρυα ποτίζουν τα ευώδη άνθη της κατάνυξης, της συντριβής, της ευλάβειας, της ευσέ­βειας, της ευλογίας.
Δεν υπάρχει άνθρωπος δίχως πόνο. Πήγε κάποτε ένας να πει τον πόνο του σε κάποιον και δεν πρόλαβε και του είπε πρώτα ο άλλος τον πόνο του κι ήταν τό­σο πιο μεγάλος που δεν τόλμησε να πει τον δικό του. Δίχως τον πόνο θα είμασταν πιο πονεμένοι, πιο σκλη­ροί, πιο ανάλγητοι, πιο αδιάφοροι και πιο άγριοι. Κα­τά τον ιερό Χρυσόστομο δεν υπάρχει άνθρωπος στον κόσμο αυτό που να μη δοκιμάζει στη ζωή του πόνο. Αν δεν πονέσει σήμερα, θα πονέσει αύριο κι αν όχι αύριο σίγουρα μεθαύριο. Κύρια πηγή του πόνου η α­μαρτία.
Ο πόνος είπαν είναι ο φρουρός της υγείας. Σαν έ­να καμπανάκι μας αφυπνίζει. Αν δεν πονούσαμε δεν θα πηγαίναμε ποτέ στον ιατρό. Ο πόνος είναι σαν ένα σήμα κινδύνου, που
εκπέμπεται για να μας γλυτώσει από τα χειρότερα. Αυτά ισχύουν και για το σώμα και για την ψυχή. Έτσι ο πόνος καταντά σ' ευλογία και για το σώμα και για την ψυχή. Ο πόνος ακόμη καθίσταται σαν ένα προληπτικό εμβόλιο για να μη υπερηφανευόμεθα. Ο πόνος μπορεί να γίνει μία οδός επι­στροφής στον Θεό. Ο πόνος γεννά την ωραία και θεάρεστη συμπόνια. Ο πόνος δοκιμάζει την αγάπη μας στον Θεό. Ο πόνος μας ζυγίζει, μας σμιλεύει, μας καλλιεργεί, μας ωριμάζει, μας ωραιοποιεί.
Το αληθινό νόημα του πόνου στη ζωή μας
Η παρουσία του πόνου στη ζωή μας δεν μπορεί παρά να είναι για όλους ένα γεγονός αδιαμφισβήτητο. Το αρχαίο ερώτημα, δικαιολογημένο και σαφές, είναι πάντοτε και σήμερα το αυτό. Γιατί να πονάμε; Έχει κάποιο νόημα ο πόνος στη ζωή του καθενός μας; Η απάντηση μη νομίζετε πως είναι τόσο εύκολη. Μόνο ο Θεός μπορεί να βοηθήσει σε αυτή την αρκετά χρή­σιμη και ωφέλιμη κατανόηση.
Υπάρχει άφθονος, ποικίλος, σωματικός πόνος προερχόμενος συνήθως από πρόσκαιρες ή ανίατες α­σθένειες, που ταλαιπωρούν πολύ τον άνθρωπο. Υπάρ­χει επίσης πλούσιος ψυχικός πόνος, που μπορεί νάναι και πιο δυνατός του σωματικού. Πόνος που προέρχε­ται από ξαφνική ορφάνια, χηρεία, ξενιτεμό, προσφυ­γιά, πένθος, αποτυχία, αδυναμία, μειονεξία, στέρηση, έλλειψη, ανικανότητα, ανεπάρκεια, απόρριψη, απώ­λεια, φτώχεια, κακουχία, δυστυχία, ειρωνεία, εμπαιγ­μό, προδοσία, εξαπάτηση, ψέμα, επιορκία, βουλιμία, κατάχρηση, καταδίκη, φυλάκιση, απομόνωση, μονα­ξιά....
Υπάρχει ο πόνος του προδότη και του προδομέ­νου, του εκμεταλλευτή και του εκμεταλλευόμενου, του εξαπατούντα και του εξαπατώμενου. Πόνος της νο­σταλγίας, του έρωτος, του πάθους, του κενού, του ανι­κανοποίητου και ανολοκλήρωτου του ανθρώπου. Πό­νος της χαμένης ολότητος, των ενοχών, του ορθολο­γισμού, της εξουσιαστικότητος, των ψευδαισθήσεων, των διαψεύσεων, των φαντασιώσεων, των διαπροσω­πικών συγκρούσεων, δια κακιών, ζηλοτυπιών, ύβρε­ων, φθόνων, κατηγοριών, συκοφαντιών κι εχθροτή­των. Δυνατός ο πόνος του φόβου, επικείμενων κατα­στροφών, αγωνιών, υποκρισιών, απογνώσεων, απελπι­σιών, απαισιοδοξιών, μελαγχολιών, καταθλίψεων και θανάτων. Πόνος μεγάλος η αντιφατικότητα, η αμφιθυ­μία, η αμφιβολία, η αναποφασιστικότητα, η αναβλη­τικότητα. Επίσης η δικαιολόγηση της μετριότητος, της ρηχότητος, της καθημερινότητος, της αυτάρκειας, της υποκρισίας. Ακόμη το ξεγέλασμα του εαυτού μας, η ψυχολογική κατάρρευση, η συνεχής ανταγωνιστι­κότητα, η βάναυση εξουσιαστικότητα, η παράφορη κτητικότητα, η άκρατη πλεονεξία, ο ευδαιμονισμός, η κραιπάλη, η ασωτεία, η εμπάθεια, η κακότητα...
Πάθος σημαίνει πάθημα, πτώση, υποδούλωση, ο­δύνη, άλγος. Ο πιο πονεμένος και δυστυχισμένος εί­ναι ο εμπαθής άνθρωπος. Νοσεί, αφού αγαπά τα πάθη, τα λατρεύει, τα προσκυνά, δεν τ' αφήνει παρότι τον ταλαιπωρούν. Πρόκειται για ένα φοβερό και παθογό­νο διχασμό. Ενώ του δίνονται ευκαιρίες ν' απεγκλωβισθεί τις απορρίπτει. Οι εμπαθείς επιλογές όμως του ανθρώπου του κοστίζουν. Οι άνθρωποι μαθαίνουν να ζουν μία μέτρια, χλιαρή και χαλαρή, μονότονη, ανια­ρή, ανολοκλήρωτη, μίζερη, κακόμοιρη, ρηχή, άχαρη ζωή. Η βίωση της άρνησης και της αποτίναξης αυτού του τρόπου ζωής αποτελεί οδυνηρή εμπειρία. Αφαι­ρείται από τον ίδιο τον άνθρωπο η δυνατότητα βιώσεως μιας αυθεντικής, καθαρής, ανυπόκριτης, τίμιας και ειλικρινούς ζωής. Είναι λυπηρό να πλανάται και να αιχμαλωτίζεται ο άνθρωπος σε αυτή την ανόητη ζωή. Να σκηνοθετεί μία αμεταμόρφωτη ζωή μέσα στην ε­μπάθεια. Σίγουρα κύριος υποκινητής είναι ο δαίμο­νας, αφού κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά όλα τα πάθη είναι δαιμονοκίνητα. Ο άνθρωπος βέβαια ε­πιλέγει μόνος του τον τρόπο αυτό ζωής. Ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα ν' αντισταθεί, ν' αντικρούσει τα πάθη, ν' απελευθερωθεί. Μα δυστυχώς συχνά δεν το κάνει.
Ο πόνος φαίνεται να έχει μία κυρίαρχη θέση στη ζωή. Έφθασαν οι φιλόσοφοι να πουν πονώ άρα υ­πάρχω. Ο Κίκεργκωρ λέει: «Δεν είμαι αυτός που σκέ­φτεται πως δεν πρέπει να πονούμε ποτέ. Περιφρονώ αυτήν την ποταπή σκέψη κι αν μπορώ να επιλέξω προτιμώ να υπομείνω μέχρι τέλους τον πόνο. Είναι καλό να υποφέρουμε και μέσα στα δάκρυα υπάρχει δύ­ναμη, αλλά δεν είναι να υποφέρουμε δίχως ελπίδα». Κρύβεται ένα βαθύ νόημα, αδελφοί μου, στην παρου­σία του πόνου στη ζωή μας. Για να το δούμε μαζί.
Ο πόνος αρχίζει στον κήπο της Εδέμ. Η παράλο­γη υπακοή στον δαίμονα και η υπερήφανη ανυπακοή στον Θεό είναι η αρχή του πόνου στη ζωή των ανθρώ­πων. Η τραγωδία εισέρχεται στον κόσμο. Συγκρούε­ται ο άνθρωπος με τον Θεό. Διακόπτεται ο άνετος διά­λογος Αδάμ και Θεού. Χάνεται ο παράδεισος. Αρχί­ζει ο κόπος, η λύπη, ο στεναγμός. Τη γυμνότητά του αισθάνθηκε ο Αδάμ μετά την αμαρτία της παρακοής και τη γεύση του κακού. Η αίσθηση της γυμνότητός του σημαίνει αντίληψη της τρεπτότητος και τρωτότητος, έλλειψη προστασίας, κατανόηση του πόνου της αποδεσμεύσεώς του από τον Θεό. Μπορούσαν να θε­ραπευθούν οι πρωτόπλαστοι δια της μετανοίας. Δεν το έπραξαν όμως. Γιατί; Θέλησαν να δικαιολογηθούν, ν' ακολουθήσουν δικό τους δρόμο, πιο σύντομο, πιο εύκολο, δίχως Θεό. Παγιδεύτηκαν οικτρά στον δρα­ματικό πόνο της μοναξιάς, της θεώσεως δίχως Θεό, της παράλογης αυτοθεώσεως. Η θεοδώρητη επιθυμία θεώσεως των πρωτοπλάστων εκμεταλλεύθηκε από τον πανούργο δαίμονα, που θέλησε να τους προσφέρει μία δική του ταχύρρυθμη ισοθεΐα κι έτσι τους απάτησε και τους θανάτωσε.
Η νοσταλγία του απολεσθέντος παραδείσου δη­μιουργεί δάκρυα πικρά, πόνο δυνατό, πόνο που μπο­ρεί όμως να θεραπεύσει τον αμαρτωλό. Και τότε να έχουμε το παράδοξο, αντιφατικό και οξύμωρο: Υγεία στην ασθένεια! Με την κατάφαση του πόνου, όχι μα­ζοχιστικά, όχι παθητικά, όχι μοιρολατρικά, αλλά με βεβαία πίστη, μ' επίγνωση, με υπομονή, ως θεϊκή δο­κιμασία και παιδαγωγία, και όχι ως τιμωρία, που επε­ξεργάζεται λύτρωση και σωτηρία. Γεννιέται έτσι ένας άλλος πόνος. Αγαπάς και πονάς, ταπεινώνεσαι και πονάς, υποχωρείς και πονάς. Πονάς όμως διαφορετι­κά, γλυκά, κερδοφόρα. Το ν' αγαπάς αληθινά σημαί­νει να θυσιάζεσαι. Αποτελεί μία ιδιαίτερα φιλόπονη εργασία, όπως και να ταπεινώνεσαι. Αγαπώντας ενδυναμώνεσαι και χαίρεσαι. Έχεις μια βαθειά ικανοποί­ηση. Μιλώντας για «χαρμολύπη» και «χαροποιόν πένθος», κατά τις ωραίες εκφράσεις των νηπτικών κει­μένων της Εκκλησίας μας, δεν παραδοξολογούμε. Ο πόνος και η συνειδητή κατάφαση σε αυτόν προσφέρει πολύτιμη γνώση, μεγάλη εμπειρία. Η εγνωσμένη παραδοχή της παθολογίας μας θα μας δώσει την υπέροχη και απαραίτητη για την πνευματική ανάβαση αυ­τογνωσία. Η γνήσια πνευματική ζωή είναι μία ηθελη­μένη απόσπαση από τον ψεύτικο εφησυχασμό της κα­λοπέρασης και η είσοδος σε μία καλή αγωνία και ή­ρεμη ανησυχία, όπως έλεγε ο μακαριστός Γέροντας Παΐσιος Αγιορείτης, από την επανάπαυση και τη νωχέλεια σε μία ζωή όλο ωραίες αλλαγές. Μία πορεία προς συνάντηση του πλησίον, που κι εκείνος αγωνιά, άγχεται, δυσκολεύεται, προβληματίζεται, βασανίζεται και πονά.
Ο πόνος λιχνίζει και τελειοποιεί τον άνθρωπο. Ο πόνος από τους άλλους, δια πικρών λόγων και σκοτει­νών έργων, συχνά είναι πιο σκληρός και από της α­σθένειας και του πένθους. Πονά πολύ ο αταπείνωτος άνθρωπος όταν τον υποτιμούν, τον παρεξηγούν, τον μειώνουν, τον ειρωνεύονται, τον κουτσομπολεύουν, κατακρίνουν και συκοφαντούν. Οι συνεχώς κρίνοντες και κατακρίνοντες ασύστολα τους πάντες και τα πά­ντα, δίχως καμιά περίσκεψη κι αιδώ, καταδικάζοντάς τους αναπολόγητα, αμαρτάνουν φοβερά και θέτουν μεγάλο βάρος πάνω τους. Πονούμε τους άλλους, αλλά πονάμε κι εμείς.
Η συνεχής εξουσιαστικότητα στη ζωή δημιουργεί έντονη εχθρότητα, αντιπαλότητα και αντίδραση. Οι ε­ξουσιαστές συνήθως είναι άσπλαχνοι εγωιστές, με υ­περβολική εσωτερική ένδεια, που προσπαθούν να την καλύψουν με πράξεις ισχύος. Ο ανόητος άνθρωπος θέ­λει να γίνει μεγάλος, κάνοντας τους άλλους μικρούς. Ο μεγάλος χριστιανός συγγραφέας Ντοστογιέφσκυ ορθά λέει πως υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν δια­πράξει ποτέ τους έγκλημα και όμως είναι χειρότεροι α­πό εγκληματίες. Μερικοί πεθαίνουν χωρίς να ζήσουν. Λησμονούν ότι είναι άνθρωποι, εικόνες Θεού.
Ο ψυχικός πόνος είναι μια κραυγή της ψυχής για βοήθεια. Μας καλεί να εντείνουμε την πνευματική ό­ραση και ακοή εντός μας. Δεν πρέπει απρόσεκτα να προσπεράσουμε αυτό το κάλεσμα και να παραβλέψου­με το μήνυμα. Όπως ένας πόνος του σώματος μας δη­λώνει ότι κάτι συμβαίνει στον οργανισμό μας και ο­δηγούμεθα στον ιατρό και τις σχετικές εξετάσεις, έτσι καλούμεθα ν' αποκρυπτογραφήσουμε το σήμα του ψυ­χικού πόνου με τη συνδρομή μάλιστα της κατάλλη­λης μελέτης, της προσευχής και της βοήθειας του έ­μπειρου πνευματικού.
Πολύ συχνά ο άνθρωπος εκτός από τα «γιατί» πα­ραπονείται πως είναι αβάστακτος και ασήκωτος ο πό­νος του και πως δεν είναι ικανός να τον αντέξει. Εν­τούτοις αυτός ο μεγάλος πόνος τελικά αντέχεται και ανακαλύπτει και αποκαλύπτει πολύ σπουδαία πράγμα­τα, που φανερώνουν την ποιότητα και ακεραιότητα της ζωής μας. Αν δηλαδή πιστεύουμε αληθινά -με μία πίστη δυνατή, ακράδαντη και θερμή- αν υπομέ­νουμε κραταιά κι ελπίζουμε εγκάρδια. Η πίστη στον Κύριο ανοίγει δρόμους, εκεί που ήταν όλοι κλειστοί και αδιέξοδοι. Τότε αισθανόμεθα καλά την ατέλεια, την ανεπάρκεια, τη μικρότητα, την αδυναμία, την παροδικότητα της ζωής μας. Κατανοούμε τότε μετά του θείου και κορυφαίου αποστόλου Παύλου ότι η δύναμή μας στην ασθένεια φανερώνεται και ολοκληρώνεται. Μέσα στην ασθένεια ταλαντεύεται η επίγεια ευδαιμο­νία μας, πιστεύουμε ότι δεν έχουμε μένουσα πόλη, αλ­λά τη μέλλουσα επιζητούμε.
Ο πόνος μπορεί να γίνει εφαλτήριο για την εκτί­ναξή μας από τη στείρα μετριότητα, τη μονότονη στα­σιμότητα, το κουραστικό πνευματικό σημειωτόν, στη γνωριμία μας με τον πραγματικό εαυτό μας. Να γνωρίσουμε καλά τις δυνάμεις, τις δυνατότητες, τις αντο­χές, τα όριά μας, τα τάλαντα που μας έδωσε ο Θεός μας. Να δούμε την κρυμμένη άγνωστη διάστασή μας -ότι δεν υπάρχουμε για να τρώμε και να κοιμόμαστε- και να γίνουμε περισσότερο αληθινοί άνθρωποι και χριστιανοί.
Δεν είναι εύκολο θέμα πράγματι για εξετάσεις ο πόνος. Δεν εξορκίζεται με πρόχειρες συνταγές εύκο­λης υπομονής, αλλά με ουσιαστική, ζωντανή και θερ­μή σχέση με τον Λυτρωτή, Σωτήρα, Σταυροαναστηθέντα Χριστό και τις δυνατές πρεσβείες των μεγάλων α­γωνιστών του πόνου. μεγαλομαρτύρων, ιερομαρτύρων, οσιομαρτύρων, παρθενομαρτύρων, νεομαρτύρων, δι­καίων, οσίων, ομολογητών. Ιδιαίτερα με τις σωστικές πρεσβείες της Υπεραγίας Θεοτόκου, της στοργικής μητέρας πάντων των θλιβομένων, της ελπίδος των απηλπισμένων, της χαράς των χριστιανών, που τόσο πολύ την ακούει ο Υιός της, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός.
Η κάθε περίπτωση πόνου είναι προσωπική, ιδιαί­τερη, σημαντική για τον ίδιο τον άνθρωπο, πρωτό­γνωρη ίσως, ασύγκριτη με όποιο άλλο μικρότερο ή μεγαλύτερο πόνο. Είναι ο καθαρά δικός μου σταυρός, το δικό μου φορτίο, ο δυνατός πειρασμός, η ισχυρή δοκιμασία, όπου κρίνομαι, εξετάζομαι και προβιβάζομαι ή μη. Η καλύτερη παρηγοριά πάντως των πικρών αυτών ωρών είναι η δια της ταπεινής και θερμής προ­σευχής επικοινωνία με τον πολυεύσπλαχνο, επουρά­νιο πατέρα, που υπάρχει για ν' ακούει και να προσ­τρέχει στους πόνους των πάντοτε αγαπητών παιδιών του.
Όμως, παρ' όλα αυτά, νομίζω πως ακόμη δεν έχω απαντήσει καίρια στο ποιο ακριβώς είναι το βαθύ νόημα του πόνου στη ζωή μας. Ταπεινά φρονώ πως την καλύτερη απάντηση συνάντησα σ' ένα μεγάλο βυ­ζαντινό θεολόγο, σ' ένα σπουδαίο ασκητή και μάρτυ­ρα και μεγάλο άγιο της Εκκλησίας μας, Μάξιμο τον Ομολογητή, που οι ανόσιοι εικονομάχοι του έκοψαν τη γλώσσα και το χέρι, για να μη μιλά και γράφει. Λέγει περιεκτικά και χαρακτηριστικά ο άγιος: Η πα­ράλογη ηδονή είχε ως φυσικό αποτέλεσμα την οδύνη, τον πόνο. Για ν' απαλλαγούμε από αυτή την οδύνη χρειάζεται μία νέα οδύνη, για να φθάσουμε στην ό­ντως ηδονή! Παράλογη ηδονή, αδελφοί μου, είναι κά­θε μορφή μικρής ή μεγάλης αμαρτίας. Η αμαρτία τε­λικά είναι ένας παραλογισμός. Ο άγιος Μάξιμος επί­σης λέγει πως αιτία της πτώσεως των πρωτοπλάστων ήταν η γεύση της ηδονής, που τους μετέδωσε οδύνη. Ο πνευματικός νόμος λειτουργεί πάντοτε άψογα. Η παράνομη, παράλογη, εγωιστική ηδονή καταλήγει σε οδύνη. Η γλυκύτητα δίνει πικρότητα, σαν τα χαρού­πια, την τροφή των χοίρων, την τροφή του ασώτου της γνωστής ευαγγελικής παραβολής.
Πώς θα ελευθερωθεί ο άνθρωπος από την οδύνη, την πικρότητα, που τον κουράζει και ταλαιπωρεί; Χρειάζεται να κοπιάσει, να πονέσει, ν' αγωνισθεί, για να ξεπεράσει τον πόνο και να απελευθερωθεί από την οδύνη, που του πρόσφερε η γεύση της παράλογης η­δονής. Πώς θα γίνει όμως αυτό; Είναι εύκολο; Θα έ­χει αίσια αποτελέσματα; Αξίζει ν' αγωνίζεται και κο­πιάζει κανείς; Θα πραγματοποιηθεί δια του υπομονετι­κού, επίμονου, επιμελούς, δοκιμασμένου καλά και παραδεδομένου, γνήσιου ασκητικού αγώνος της Εκκλη­σίας μας. Η υπάρχουσα οδύνη της αμαρτίας θ' ανα­χωρήσει μόνο δια μιας νέας οδύνης, βίας και ασκήσε­ως. Όταν όμως ο άνθρωπος για διαφόρους λόγους δεν αγαπά, δεν προσλαμβάνει και δεν ενστερνίζεται το α­παραίτητο, ασκητικό, μαρτυρικό φρόνημα της αγίας μητέρας μας Ορθόδοξης Εκκλησίας, τότε ο Πανάγα­θος Θεός, που θέλει όλους να μας σώσει και να έλθουμε σ' επίγνωση της αληθείας, δεν μας εγκαταλείπει, δεν μας ξεσυνερίζεται, αλλά μας επισκέπτεται δι' ενός άλλου τρόπου για να μας βοηθήσει.
Ποιος είναι αυτός ο άλλος τρόπος; Οι διάφοροι πειρασμοί, οι πολλές δοκιμασίες, οι καθημερινές θλί­ψεις, οι έκτακτες ασθένειες, σωματικές ή ψυχικές. Ό­λα αυτά παραχωρούνται, επιτρέπονται από τον Θεό για την ανάνηψη, μετάνοια και σωτηρία μας. Με αυ­τές τις προϋποθέσεις και αυτή την προοπτική, αντι­λαμβάνεσθε αγαπητοί μου, το βαθύ θέμα του πόνου και του νοήματός του στη ζωή μας. Δεν πρόκειται α­σφαλώς για ατυχία, για κακή ώρα, για δυστυχία και τραγωδία, όπως λέγεται, αλλά για επίσκεψη Θεού, ευ­λογία, τρόπο και οδό προς αγιασμό, σωτηρία και λύ­τρωση.
Ή υπομονή λοιπόν στον πόνο και η προσευχητική καρτερία φέρει την επίσκεψη της θείας Χάριτος. Ο έτσι καλοδεχούμενος πόνος καθαρίζει την ψυχή. Αποδεικνύουμε την αγάπη μας στον Χριστό, με την αγόγγυστη υπομονή στον πόνο. Ο πόνος είναι ένας σταυρός, πάνω στον οποίο σταυρώνουμε τα πάθη μας. Μέσα από αυτή την εκούσια σταύρωση θ' αναστηθεί ο αναγεννημένος εαυτός μας.
Ο άγιος Μάρκος ο Ασκητής τονίζει πως η υπομο­νή στους πόνους των θλίψεων δίνει αληθινή γνώση και μεγάλη ωφέλεια. Ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος συνεχίζοντας λέγει πως αυτή η υπομονή στους πειρασμούς θα στε­φθεί από χαρά, στην οποία προκαταβολικά πρέπει να ελπίζουμε κατά την αδιάψευστη εντολή του Κυρίου.
Ο πόνος, αδελφοί μου, ταπεινώνει τον άνθρωπο. Μέσα από την αδυναμία του μπορεί ν' αναζητήσει τη δύναμη στον Θεό και να την έχει. Αν θελήσει να τα βγάλει πέρα μόνος του θα ταλαιπωρηθεί αρκετά και θα πονέσει σίγουρα πιο πολύ. Είναι μία ευκαιρία, να υποχωρήσει ο ατομισμός, η αυτάρκεια, η επικίνδυνη τάση για αυτοθέωση, που αποτελεί πονηρή ψευδαί­σθηση αυτοδυναμίας και αυτοδικαιώσεως, κι έτσι να οδηγηθεί στη σωτήρια μετάνοια, αποφασιστικά και α­μετάκλητα, γενναία και σταθερά, δίχως διλήμματα, ο­πισθοχωρήσεις και δαιμονοκίνητες αναβολές.
Ο πιστός παραδίδεται ολοκληρωτικά στο θέλημα του Θεού. Λέγει κι εννοεί το «γενηθήτω το θέλημά Σου» της Κυριακής προσευχής. Η πίστη στον Θεό α­ποτελεί ένα διάφορο πόνο. Καλείται ο πιστός ν' απα­γκιστρωθεί από το «ίδιον θέλημα», το κοσμικό περι­βάλλον, πρόσωπα και πράγματα αντίθεα, ιδέες και μέ­ριμνες παγιδευτικές. Ο πιστός προσκαλείται να μετα­ποιήσει τα πάθη σε αρετές και να μεταμορφώσει τη ζωή του.
Ένας ζωντανός και δυνατός οργανισμός, όταν νοσεί κάνει υψηλό πυρετό. Μη φοβόμαστε τον πυρετό. Είναι ένα σήμα. Κάτι δηλώνει. Ας μη σπεύσουμε να πάρουμε αντιπυρετικά. Ας αναζητήσουμε ως καλοί ιατροί την αιτία, την αφορμή, την προέλευση του ενοχλητικού πυρετού. Η πλούσια παράδοσή μας μας δι­δάσκει πως η κρίση του πόνου μπορεί να φέρει στην επιφάνεια τα αντισώματα εκείνα που τελικά θα μας σώσουν. Η αντιμετώπιση του πόνου θέλει μεγάλη προσοχή και υπομονή.
Ο άγιος Διάδοχος, επίσκοπος Φωτικής της Ηπεί­ρου, θεοφώτιστα και θεοχαρίτωτα αναφέρει στις θε­σπέσιες γραφές του ένα λόγο υπέροχα παρηγορητικό για πολλούς: «Ο υπομείνας χρόνιον ασθένειαν αγογ­γύστως ως μάρτυς παραλειφθήσεται». Αυτός, λέγει, που έχει μία χρόνια και ανίατη ασθένεια και την υπο­μένει στο κρεβάτι του πόνου δίχως να γογγύζει, αυτόν θα τον παραλάβει ο Κύριος κοντά Του ως ένα μεγαλο­μάρτυρα. Για να έχει όμως κανείς, αγαπητοί μου αδελ­φοί, τη μεγάλη καρτερικότητα και υπομονή να μη γογγύζει, ασφαλώς και βεβαίως θα πρέπει να πιστεύει θερμά στον Θεό και να προσεύχεται ταπεινά. Κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, τον νέο οικουμενικό διδάσκαλο, η προσευχή δεν είναι απλά μία νοητική ε­νέργεια που απευθύνεται έκτακτα στον Θεό, είναι πράξη καρδιακής καθάρσεως, στην οποία μετέχει ό­λος ο άνθρωπος.
Ο ασθενής, λοιπόν, που υπομένει τον πόνο κι ευ­χαριστιακά και δοξολογικά προσεύχεται, ενισχύεται, παραμυθείται, απαλλάσσεται από την εμπάθεια και την ηδυπάθεια κι αισθάνεται το μέγα έλεος του πανά­γαθου Κυρίου. Στην κατάσταση της απάθειας η επιθυ­μία του άνθρωπου δεν νεκρώνεται, αλλά κατά την πατερική διδασκαλία μεταμορφώνεται. Αυτά όμως μόνο όταν τα ζει καλά κανείς, μόνο τότε μπορεί άνετα να τα εκφράσει και να τα περιγράψει. Είναι πολύ διαφορετικό να ξέρω ότι υπάρχει κάπου πολύτιμος θησαυ­ρός, από το να τον έχω δικό μου, να γνωρίζω δηλαδή τι σημαίνει να είσαι αληθινός Ορθόδοξος χριστια­νός.
Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς λέγει πως ύλη της θεώσεως είναι η καθαρότητα. Η ασθένεια, όπως είπα­με, καθαρίζει τον άνθρωπο, όπως και η ταπεινή ά­σκηση -το μόνο που έχει να δώσει ο άνθρωπος στον Θεό. Με όλα τα παραπάνω πού καταλήγουμε αδελφοί μου; Ότι είναι καλύτερα να είμαστε άρρωστοι; Να μη προσευχώμεθα υπέρ της υγείας μας; Ν' αγαπούμε τον πόνο; Όχι. Δεν επιζητούμε νοσηρά τον πόνο στη ζωή μας. Όταν όμως έλθει, που κάποτε με κάποιο τρόπο σίγουρα θα έλθει, μη πανικοβληθούμε, μη τρομάξου­με, μη φύγουν όλα κάτω από τα πόδια μας, μην απογοητευθούμε, μη μελαγχολήσουμε, μη τα βάλουμε με τον Θεό, μη Τον θεωρήσουμε τιμωρό κι εκδικητή, μη Τον αγνοήσουμε, μη Τον λησμονήσουμε, μη δεν προ­σευχηθούμε. Αν φαίνεται να καθυστερεί να μας απα­ντήσει, δεν σημαίνει διόλου ότι δεν μας παρακολου­θεί, προσέχει και ακούει. Το σχέδιο της σωτηρίας μας μπορεί να φαίνεται ότι καθυστερεί, υφαίνεται όμως προσεκτικά και μυστικά. Δεν επιζητούμε αστόχαστα τον πόνο στη ζωή μας, αλλά αν και όποτε μας επισκε­φθεί, ας αναζητήσουμε καρτερικά το κρυμμένο και βαθύ νόημα της επισκέψεώς Του. Μπορούμε ν' ανα­πτύξουμε μαζί Του ένα σημαντικό διάλογο, που ν' α­ποτελέσει σταθμό στη ζωή μας και να νοηματισθεί ό­λος ο βίος μας και να λάβει άλλη διάσταση και νέα προοπτική. Σας μιλά αδελφικά ένας πονεμένος.
Η ανάσταση ακολουθεί πάντα τη σταύρωση. Ο θάνατος μας συνοδεύει στην αιώνια και πανευφρόσυνη ζωή, όπου «ουκ έστι λύπη, πόνος και στεναγμός αλλά ζωή ατελεύτητος». Αυτή την άλυπη, άπονη και αγόγγυστη παραδείσια ζωή προγεύεται, κατά τον υπέ­ροχο άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο, ο πιστός που έ­χει παραδώσει εκούσια όλη του τη ζωή στα χέρια του Χριστού, όπως λέμε σε κάθε θεία λειτουργία του α­γίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου.
Με όλη μου την καρδιά, με όλη τη δύναμη της ψυχής μου και με όλη τη θέρμη του είναι μου εύχομαι ταπεινά και προσεύχομαι συνέχεια, αδελφοί πεφιλημένοι, ο πόνος των ασθενειών, των πειρασμών και των θλίψεων, να μη σας απογοητεύσει ποτέ. Ο πόνος να σας κάνει πιο υγιείς ψυχικά, πιο ώριμους πνευματικά, πιο καλλιεργημένους καρδιακά. Ο πόνος να συνδράμει στη νοηματοδότηση της ζωής σας και στην ουσιαστική σχέση σας με τον ζώντα Χριστό, τους φίλους του Χριστού, τους Αγίους και την Παναγία, τ' άγια μυστήρια και την αγία μας μητέρα Ορθόδοξη Εκκλησία, στην αγκάλη της οποίας όλοι οι πονεμένοι αναπαυόμαστε.
Εύχεστε και υπέρ εμού.
Άγιον Όρος
Ιερά Σκήτη Κουτλουμουσίου
Πάσχα 2008
ελάχιστος μοναχός
Μωυσής Αγιορείτης
ΤΟ ΑΛΗΘΙΝΟ ΝΟΗΜΑ ΤΟΥ ΠΟΝΟΥ ΣΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ: «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2008 

Κυριακή 30 Μαρτίου 2014

Ἱκανοποίηση θείας δικαιοσύνης; Ι΄

ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΣΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ
Ἱκανοποίηση θείας δικαιοσύνης; Ι΄
Αναπτύξαμε στό προηγούμενο άρθρο μας τήν έννοια τής όργής τοϋ Θεοϋ και τονίσαμε ότι αύτή είναι έμφανέστατη όχι μόνο στήν Παλαιά Διαθήκη άλλά και στήν Καινή και σέ όλη τή μακραίωνη πατερική παράδοση.


Στό τέλος αύτοϋ τοϋ άρθρου σημειώ­σαμε πώς και ή όργή τοϋ Θεοϋ στήν ούσία είναι έκδήλωση τής άγάπης Του. Αύτό τό στοιχείο είναι πολύ σημαντικό και θά τό πραγματευθοϋμε άναλυτικότερα στό παρόν άρθρο.
Ή τιμωρητική όργή τοϋ Θεοϋ είναι έκ­δήλωση τής άγάπης Του, πρωτίστως δι­ότι άποσκοπεΐ στή μετάνοια τών άμαρτωλών. 'Εκδηλώνεται τιμωρητικώς πρός αύτούς, «ίνα ποθήσουσι τόν Θεόν, οΰ καταπεφρονήκασιν»· γιά νά ποθήσουν τόν Θεό, τόν Όποιο έχουν περιφρονήσει1. «'Οργίζεται» και «τιμωρεί» ό Θεός, γιά νά φέρει σέ συναίσθηση τόν άμαρτωλό και νά τόν οδηγήσει σέ μετάνοια και άλλαγή ζωής. Νά τόν οδηγήσει δηλαδή κοντά Του, στήν άληθινή εύτυχία. "Εχει δέ συμ­βεί άναρίθμητες φορές στή διάρκεια τής ιστορίας αύτό.
Τί γίνεται όμως στις περιπτώσεις έκεΐνες πού ό άμαρτωλός δέν συνέρχεται παρά τήν τιμωρητική έκδήλωση τής «όργής τοϋ Θεοϋ»;
Και σ' αύτές τις περιπτώσεις, έμφανιζόμενος ώς «οργισμένος» και «τιμωρών» ό Θεός, έξ άγάπης ένεργεΐ. Εξ άγάπης και πρός τόν άμετανόητο άμαρτωλό και πρός τούς άλλους άνθρώπους, γιά νά παραδειγματιστοϋν.
Και τό μέν νά παραδειγματιστοϋν οί άλ­λοι τό κατανοούμε εύκολότερα. Πράγμα­τι, ή τιμωρία προσώπων ή συνόλων πού άμαρτάνουν προκλητικά και άσεβώς προ­ξενεί φόβο σέ πολλούς, μέ άποτέλεσμα είτε νά συγκρατούνται άπό τό νά άμαρτή- σουν είτε νά μετανοούν γιά τά άμαρτήμα- τά τους. Τό λέει σαφώς ό άπόστολος Πέ­τρος: Ό Θεός «πόλεις Σοδόμων και Γομόρρας τεφρώσας καταστροφή κατέκρι- νεν, ύπόδειγμα μελλόντων άσεβεΐν τεθει- κώς»· έκανε στάχτη τά Σόδομα και τά Γό- μορρα καταδικάζοντάς τα σέ ολοσχερή καταστροφή, γιά νά άποτελοϋν φοβερό παράδειγμα σέ όσους έπρόκειτο νά άσε- βήσουν μέ τόν ίδιο τρόπο, ώστε νά φοβη­θούν και νά μήν τό κάνουν (Β' Πέτρ. β' 6).
(Είναι κατάλληλο σ' αύτό τό σημείο νά άνοίξουμε σύντομη παρένθεση. Ό σημε­ρινός κόσμος πού μέ πρωτοφανή μανία προβάλλει και νομιμοποιεί τό βρωμερό πάθος τοϋ Σοδομισμοΰ, τής ομοφυλοφιλίας δηλαδή, όπως ονομάζεται, δέν αντι­λαμβάνεται ότι θά έχει τήν ίδια τύχη μέ τά Σόδομα και τά Γόμορρα;).
Άς έπανέλθουμε όμως στό θέμα μας. Είπαμε ότι κατανοούμε κάπως ώς άγάπη τήν έκδήλωση τής τιμωρητικής ένέργειας τής «όργής» τοϋ Θεοϋ, προκειμένου νά συνετισθούν οί άλλοι. Πώς όμως μπορεί νά θεωρηθεί έκδήλωση άγάπης γιά τόν ίδιο τόν άμαρτωλό, όταν αύτός δέν μετα­νοεί; Και σ' αύτές τίς περιπτώσεις τό ϊδιο ισχύει. 'Εκδήλωση τής αγάπης τοϋ Θεοϋ είναι ή τιμωρητική έκδήλωση τής «όργής» Του.
Πρωτίστως άπό τήν πλευρά τοΰ ϊδιου τοϋ άμαρτωλοϋ, διότι τό νά ύποστεΐ τήν τιμωρητική ένέργεια τής «όργής» τοϋ Θε­οϋ είναι ή έλαφρότερη τιμωρία πού θεω­ρεί ό 'ίδιος ό άμαρτωλός άνθρωπος ότι είναι δίκαιο νά τοΰ έπιβληθεΐ. 'Επειδή άν δέν έκδηλώσει τιμωρητικώς τήν «όργή» Του ό Θεός, ό άμαρτωλός είτε έν ζωή, άν έχει κάποια συναίσθηση, είτε μετά θά­νατον, όπότε θά τοΰ φανερωθεί ή άλή­θεια τών πραγμάτων, θά ύποφέρει πολύ χειρότερα. Ή έκδήλωση τής «όργής» τοΰ Θεοϋ ένεργεΐ άνακουφιστικά γιά τήν άμαρτία του. Τό θέμα αύτό τό πραγμα­τεύεται μέ δύναμη ό ιερός Χρυσόστομος φέρνοντας μεταξύ τών άλλων καί τό έξής παράδειγμα: 'Άς ύποθέσουμε, λέει, ότι εί­ναι κάποιος ληστής καί κακοϋργος πού έχει καταδικασθεί καί οδηγείται στόν θά­νατο. Τόν βλέπει ό βασιλιάς καί στή θέση τοϋ κακούργου βάζει τόν μοναχογιό του, ώστε αύτός νά θεωρηθεί ένοχος τών κα­κουργημάτων καί νά ύποστεΐ τόν οφειλό­μενο θάνατο- τόν δέ κακούργο τόν άνυψώνει «εις μεγάλην άρχήν», σέ κορυφαίο άξίωμα μέσα στό κράτος. Ό κακούργος όμως, «μετά τήν σωτηρίαν καί τήν δόξαν τήν άπόρρητον», φθάνει στό σημείο νά ύβρίσει τόν βασιλιά. Λοιπόν, έπιλέγει ό Άγιος, αύτός ό άνθρωπος, «εϊ γε νοΰν είχεν», άν είχε έστω λίγο μυαλό, δέν θά προτιμούσε «μυριάκις άποθανεΐν», νά πεθάνει μύριες φορές; Κι άν ύποτεθεΐ ότι ό βασιλιάς δέν τόν τιμωρήσει, αύτό δέν θά είναι άπείρως χειρότερη τιμωρία γιά τόν ϊδιο; Διότι πολύ περισσότερο άνακουφίζει τόν ένοχο άνθρωπο τό νά τιμω­ρηθεί («δίκην δούναι») παρά τό νά μείνει άτιμώρητος («ή τό μή κολάζεσθαι κόλασιν»)2. Αύτά ώς πρός τό τί αισθάνεται ό 'ίδιος ό άμαρτωλός. Άπό τήν πλευρά τοϋ Θεοϋ τώρα καί άντικειμενικώς έξεταζόμενη ή τιμωρητική ένέργεια τής «όργής» Του είναι έκδήλωση άγάπης, διότι έπιφέρει, κατά λόγον δικαι­οσύνης, μείωση τής αιώνιας τιμωρίας τοϋ άμαρτωλοϋ καί έλάφρυνση τής κολάσεώς του. Τόν τιμωρεί ό Θεός έδώ καί γίνε­ται έλαφρότερη ή βασανιστική θέση του στήν αιωνιότητα.
Ό 'ίδιος ό Κύριος τό βεβαίωσε, όταν είπε γιά τήν πόλη Καπερναούμ πού είχε δει άναρίθμητα θαύματα, άλλά έμεινε άμετανόητη, ότι κατά τήν ήμέρα τής Κρίσεως τά Σόδομα θά κριθούν έπιεικέστερα: «Γή Σο­δόμων άνεκτότερον έσται έν ήμέρα κρίσε­ως ή σοι» (Ματθ. ια' 24). Έτσι έρμηνεύει ό ιερός Χρυσόστομος τή σχετική περι­κοπή: «Ειπών γάρ, ότι Ός άν μή δέξη- ται ύμάς, άποτινάξετε τόν κονιορτόν τών ποδών ύμών, έπήγαγε λέγων- Άνεκτότε­ρον έσται γη Σοδόμων καί Γομόρας έν ήμέρα κρίσεως, ή τή πόλει έκείνη. Τω γάρ ειπείν άνεκτότερον, τοϋτο έδήλωσεν, ότι κάκεΐνοι κολασθήσονται μέν, κουφότερον δέ, έπειδή καί ένταϋθα έδωκαν δίκην»3.
Νά λοιπόν πώς ή ονομαζόμενη καί θε­ωρούμενη «όργή» τοϋ Θεοϋ δέν είναι τί­ποτε άλλο παρά έκδήλωση τής άγάπης καί τής άπειρης φιλανθρωπίας τοϋ Θεού.
Στά έπόμενα άρθρα θά άναπτύξουμε τήν έννοια τής δικαιοσύνης τοϋ Θεοϋ, όπως ήδη έχουμε προαναγγείλει.
[1] Ώριγένους (Άμφιβαλλόμενα), Σχόλια εις τήν Άπο- κάλυψιν, ΒΕΠΕΣ 17, 148: «ού τό συμβεβηκός πάθος ονομάζεται Θεοϋ όργή καλούμενον, εξω ύπάρχον αύ­τοΰ, πλήν εις χρείαν κατατασσόμενον τοις δεομένοις, ω καί παραδίδονται ώς ανάξιοι Θεού, ίνα ποθήσουσι τόν Θεόν, ού καταπεφρονήκασιν, δτε ύπό τήν τοΰ χείρονος έξουσίαν γίνονται».
2.  Ίω. Χρυσοστόμου, Είςτήν Β' πρός Κορινθίους'Ομι­λία ΙΑ', PG 61,479-480.
3.  Ίω. Χρυσοστόμου, Εις τόν πλούσιον καί τόν Λάζαρον λόγος τρίτης, PG 48, 999: «Καί άπλώς πάσα κόλασις, άν μέν έπί άμαρτωλών γίνηται, ύποτέμνεται τό τής άμαρτίας φορτίον- άν δέ έπί δικαίων, φαιδροτέραν αύτών εργάζεται τήν ψυχήν, καί μέγιστον έκατέροις τό κέρδος άπό τής θλίψεως συμβαίνει» (PG 48, 1004).
Περιοδικό “Ο ΣΩΤΗΡ”
Δείτε σχετικά και:
http://aktines.blogspot.gr

Ἱκανοποίηση θείας δικαιοσύνης; Θ΄

ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΣΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ


Ἱκανοποίηση θείας δικαιοσύνης; Θ΄
Ή έννοια τής «όργής» τοΰ Θεοΰ εΐναι τό δεύτερο μεγάλο ζήτημα πού σχετίζεται μέ τή θεωρία τής ικανοποιήσε­ως τής θείας δικαιοσύνης, μάλιστα όχι τόσο ώς πρός τήν άνσέλμεια διατύπωσή της, άλλά τήν οξύτερη μορφή της, όπως αύτή διαμορφώθηκε άπό σημαν­τική μερίδα τοϋ Προτεσταντισμού.


Τό ζήτημα είναι ένδιαφέρον, διότι καϊ στούς Ορθόδοξους συγγραφείς, πού χρησιμοποιούν τήν ορολογία τής θε­ωρίας τής ικανοποιήσεως τής θείας δικαιοσύνης, συναντάμε καϊ συχνή καϊ έντονη μερικές φορές τήν άναφορά στήν «όργή» τοϋ Θεοϋ, άπό τήν όποία, όπως τονίζουν, μας λυτρώνει ό Χριστός διά τής Θυσίας Του.
Όσοι έπικρίνουν αύστηρά αύτόν τόν έπηρεασμό τών Ορθοδόξων ύποστηρίζουν ότι θεολογικώς είναι λάθος νά κά­νουμε λόγο γιά «όργή» τοϋ Θεοϋ. Πρω­τίστως διότι ό Θεός είναι άπαθής καϊ έπομένως Τοϋ είναι παντελώς ξένη κάθε έννοια πάθους. Άρα άποτελεΐ άτόπημα ή άπόδοση όργής σ' Αύτόν. Πολύ πε­ρισσότερο, λένε, είναι άπαράδεκτη ή άπόδοση όργής στόν Θεό, διότι Εκείνος εΐναι μόνο άγάπη καϊ άποτελεΐ βλασφη­μία τό νά Τοΰ άποδίδεται κάτι πού άπο­τελεΐ διαστροφή τών αισθημάτων Του. Ή παρουσία έπομένως αύτής τής δια­τυπώσεως στά κείμενα τών Ορθόδοξων συγγραφέων κρίνεται λανθασμένη και έπικρίνεται έντονα ώς άνεπίτρεπτος έπηρεασμός καϊ έκτροπή άπό τήν άλή­θεια τής Ορθοδοξίας.
Έχουν όμως έτσι άκριβώς τά πρά­γματα; Κατά τή γνώμη μας αύτή ή άντιμετώπιση τών Ορθόδοξων συγγραφέ­ων πού ομιλούν γιά «όργή» τοϋ Θεοΰ είναι ύπερβολική καϊ άδικη.
Ή άντίδραση τών έπικριτών δέν είναι άσφαλώς άνερμήνευτη. Γνωρίζοντας αύτοί τήν προτεσταντική κακοποίηση τής έννοιας, οδηγούνται έξ άντιδράσεως σέ παντελή άπόρριψη τής διατυπώ­σεως.
Όμως ή έννοια καϊ ή ορολογία περί «όργής» τοϋ Θεοϋ όχι μόνο δέν είναι όρθοδόξως άπόβλητη, άλλά καϊ έπιβεβλημένη, όταν αύτή θεωρείται καϊ χρη­σιμοποιείται σωστά.
Πρωτίστως είναι έπιβεβλημένη, διότι είναι καθαρά άγιογραφική έννοια. Αγιο­γραφική όχι μόνο τής Παλαιάς (όπου χρησιμοποιείται συχνότατα καϊ μέ υπερβολικά έντονες διατυπώσεις) άλλά και τής Καινής Διαθήκης.
Και στήν μέν Παλαιά Διαθήκη οί φρά­σεις τοϋ τύπου «ώργίσθη θυμώ Κύριος», «όργή θυμού Κυρίου» καί παρό­μοιες είναι συχνότατες. Μάλιστα εμφα­νίζεται ό Θεός νά οργίζεται τόσο πολύ, ώστε νά τιμωρεί αύστηρά καί σκληρά τήν άμαρτία, όπως έκανε μέ τόν Κατα­κλυσμό καί μέ τήν καταστροφή τών Σο­δόμων καί τών Γομόρων.
Και στήν Καινή Διαθήκη όμως έπίσης συχνά γίνεται άναφορά στήν «όργή» τοϋ Θεοϋ. Ό ίδιος ό Χριστός μας χρησι­μοποίησε τέτοιες έκφράσεις, όπως π.χ. στήν παραβολή τών Βασιλικών Γάμων (Ματθ. κβ' 7).
'Επιπλέον, ή έννοια τής «όργής» τοϋ Θεοϋ είναι διάσπαρτη καί στήν υμνο­λογία τής Εκκλησίας καί στά συγγράμ­ματα τών θεοφόρων Πατέρων. Γράφει π.χ. ό ιερός Χρυσόστομος: «Ώργίζετο ήμΐν ό Θεός, άπεστρεφόμεθα ήμεΤς τόν Θεόν, τόν φιλάνθρωπον Δεσπότην- μέσον έαυτόν έμβαλών ό Χριστός έκατέραν τήν φύσιν κατήλλαξε. Και πώς μέσον έαυτόν ένέβαλε; Τήν τιμωρίαν τήν όφειλομένην ήμΐν παρά τοϋ Πατρός αύτός ένεδέξατο, και τήν έκεΐθεν τιμω­ρίαν καί τά ένταϋθα ονείδη ύπέμεινε» (P.G. 50, 445).
Συνεπώς, άν κάτι είναι άπόβλητο, αύ­τό είναι ή λανθασμένη χρήση τής διατυ­πώσεως. Ή ορθή χρήση της και άκατηγόρητη είναι καί έπιβεβλημένη. Τήν όρθή δέ χρήση τής έννοιας τής όργής τήν ύποδεικνύουν έπακριβώς οί Πατέ­ρες τής 'Εκκλησίας. Λέει π.χ. ό άγιος Γρηγόριος ό Παλαμάς: «Όργήν δέ Θεού νοητέον τήν δικαίαν ήμών παρ' Αύτοϋ έγκατάλειψιν»· τήν όργή τοϋ Θεοϋ πρέ­πει νά τήν έννοοϋμε ώς δίκαιη έγκατάλειψή μας έκ μέρους τοΰ Θεοϋ. Γιατί δίκαιη;­ «Διά τήν ήμετέραν άμαρτίαν καί άπείθειαν», συμπληρώνει ό άγιος Γρη­γόριος. Ακριβέστατα τό διατυπώνει στό Εύαγγέλιο του ό εύαγγελιστής 'Ιωάννης: «Ό άπειθών τώ υΐώ ούκ όψεται ζωήν, άλλ' ή όργή τοΰ Θεοϋ μένει έπ' αύτόν» (Ιω. γ' 36). Τό ίδιο καί ό άπόστολος Παύλος: «Αποκαλύπτεται όργή Θεού άπ' ούρανοϋ έπί πάσαν άσέβειαν καί άδικίαν άνθρώπων» (Ρωμ. α' 18). Καί είναι πολλά άκόμη τά σχετικά κείμενα.
Συνεπώς ή χρήση τοϋ όρου «όργή τοϋ Θεοϋ» και τών σχετικών, όταν γί­νεται μέ παραδοσιακό τρόπο, όχι μόνο επιτρέπεται άλλά καί έπιβάλλεται. Ό παραδοσιακός δέ τρόπος είναι αύτός πού ύπέδειξε ό άγιος Γρηγόριος ό Παλαμάς: «ή δικαία ήμών παρά τοϋ Θεοϋ έγκατάλειψις».
Ό άγιος κάνει λόγο γιά δίκαιη εγκα­τάλειψη λόνψ τών αμαρτιών μας. Είναι έγκατάλειψη τήν όποια έμεΐς αισθανό­μαστε ώς όργή. Όμως καί αύτή ή έγκα­τάλειψη (όργή) είναι έκδήλωση τής άγάπης τοϋ Θεοϋ. 'Οργίζεται ό Θεός, δηλαδή έγκαταλείπει τόν άμαρτάνοντα άνθρωπο άπό άγάπη, γιά νά δοκιμά­σει αύτός τά τραγικά άποτελέσματα τής άμαρτίας καί νά συνέλθει ή νά συνετι­στούν οί άλλοι άπό τό κατάντημά του.
"Ετσι έξηγεΐται γιατί καί οί 'Ορθόδοξοι συγγραφείς πού χρησιμοποιούν τήν έννοια τής όργής τοϋ Θεοϋ, δέν παύ­ουν τήν 'ίδια ώρα νά περιγράφουν τήν άπειρη άγάπη τοϋ Θεοϋ, άγάπη πού Τόν παρεκίνησε νά γίνει άνθρωπος καί νά άνεβεΐ στό Σταυρό προσφέροντας ώς λύτρο γιά τή δικαίωση καί σωτηρία τοϋ άνθρώπου τό Αίμα Του.
Άλλά γιά τήν «όργή» τοΰ Θεού ώς έκδήλωση τής άγάπης Του θά κάνουμε εκτενέστερο λόγο στό έπόμενο άρθρο μας.
Περιοδικό “Ο ΣΩΤΗΡ”
Δείτε σχετικά και:
Περιοδικό “Ο ΣΩΤΗΡ”
http://aktines.blogspot.gr

Ἱκανοποίηση θείας δικαιοσύνης; Η΄

Δείτε σχετικά και:
ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΣΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ
Ἱκανοποίηση θείας δικαιοσύνης; Η΄


Κλείσαμε τό προηγούμενο άρθρο μας μέ τήν έπισήμανση ότι ή έντονα έπικριτική στάση σημερινών θεολόγων γιά τούς 'Ορθοδόξους συγγραφείς τών προη­γούμενων αιώνων πού χρησιμοποιούν άνσέλμεια ρολογία, σέ μεγάλο βαθμό οφείλεται στό ότι οί 'ίδιοι οί σημερινοί θε­ολόγοι έχουν διαστρέψει τήν έννοια τής άμαρτίας.
Τό σημαντικότερο στοιχείο αύτής τής διαστρεβλώσεως είναι ή κατά τις τελευ­ταίες δεκαετίες έπιχειρούμενη μεταβολή τής σημασίας τής άμαρτίας, ώστε αύτή νά άποβάλει κάθε στοιχείο ένοχής1.
Σύμφωνα μέ τήν άντίληψη αύτή, ή άμαρ- τία έρμηνεύεται μέ μία άπό τις άρχαιοελληνικές σημασίες τής λέξεως, ώς άστοχία δηλαδή και άποτυχία. Πραγματικά, στήν άρχαία έλληνική γλώσσα μιά σημασία τών λέξεων «άμαρτάνω» και «άμαρτία» είναι άστοχώ, άποτυγχάνω, και άντίστοιχα άστοχία, άποτυχία. Μέ βάση αύτή τήν έννοια αύτός πού άμαρτάνει δέν είναι ένοχος. Απλώς άστόχησε, άπέτυχε στόν στόχο του. Δέν έκανε κάτι κακό, θά ξα­ναπροσπαθήσει..., δέν χρειάζεται άρα νά μετανοήσει.
Μιά τέτοια θεώρηση τής άμαρτίας έρ­χεται σέ κατά μέτωπον άντίθεση πρός τή χριστιανική - άγιογραφική καϊ πατερική - άντίληψη τής άμαρτίας ώς ένοχής, ώς «έγκλήματος κατά τής άγάπης τοΰ Πα­τρός»2 και ώς προσβολής τοϋ προσώ­που Του3.
Κατά τήν Αγία Γραφή δηλαδή και τή δι­δασκαλία τών Πατέρων τής 'Εκκλησίας, «ή ούσία τής άμαρτίας συνίσταται όχι στήν κατάλυση ήθικών άρχών, άλλά στήν άποστασία άπό τήν αιώνια θεία ζωή»4. Αποστασία πού συντελείται μέ τήν παράβαση τοϋ νόμου τοϋ Θεού, όπως άκριβώς τήν ορίζει ό εύαγγελιστής 'Ιωάννης: «Ή άμαρτία έστίν ή άνομία» (Α' Ίω. γ' 4).
Ή ίδια ή πρώτη άμαρτία τοϋ άνθρώπου έτσι συντελέστηκε: Ό Αδάμ και ή Εϋα πα­ραβίασαν τή σαφή έντολή τοϋ Θεοϋ νά μή φάνε άπό τό δέντρο τής γνώσεως. Ή έννοια τής άποτυχίας έρχεται ώς άποτέ- λεσμα, δέν άποτελεί τήν ούσία τής άμαρ­τίας: «Έψεύσθη πάλαι Αδάμ και θεός έπιθυμήσας ού γέγονεν» (δοξαστικό τοϋ 'Εσπερινού τοϋ Εύαγγελισμοϋ). Τό ίδιο καϊ όλα τά άλλα - ό θάνατος, ό χωρισμός άπό τόν Θεό - όλα είναι άποτέλεσμα τής άμαρτίας. Ή ίδια όμως ή ούσία τής άμαρ­τίας είναι ή παράβαση τοϋ νόμου τοϋ Θεοϋ. Γι' αύτό και ή άμαρτία δέν λογαριά­ζεται, άν δέν ύπάρχει νόμος: «Άμαρτία ούκ έλλογείται μή όντος νόμου» (Ρωμ. ε' 13). Αύτή ή παράβαση στήν πραγματι­κότητα δέν είναι άπλώς μιά τυπική πα­ρεκτροπή άπό τήν έπιβεβλημένη τάξη. Είναι, όπως είπαμε, άποστασία άπό τόν Θεό, πού είναι ή ζωή- είναι προσβολή τοϋ ίδιου τοϋ Θεοϋ, ό Όποιος έδωσε τήν έντολή. Γι' αύτό και είναι ένοχη. Ή ένοχή είναι φυσικό άποτέλεσμα τής παραβά­σεως τοΰ νόμου τοϋ Θεοϋ καϊ κατά συν- έπειαν τής προσβολής τοΰ Νομοθέτου. Προσβολής άπό τήν πλευρά, βέβαια, τοΰ άνθρώπου, διότι ό ίδιος ό Θεός οϋτε προσβάλλεται οϋτε αισθάνεται προσβε­βλημένος.
Σ' όλη τήν πατερική γραμματεία δέν ύ- πάρχει παρά ένα μόνο κείμενο πού μιλάει γιά τήν άμαρτία ώς άποτυχία καί προσ­άγεται άπό έκείνους πού προωθούν μιά τέτοια άντίληψη. Πρόκειται γιά σχόλιο τοϋ άγίου Μαξίμου τοϋ Όμολογητοϋ στό Περί θείων ονομάτων τών Άρεοπαγιτικών, τό όποιο όμως άπό αύτούς πού τό έπικα- λοϋνται παρατίθεται κολοβό, μισό. Στήν πραγματικότητα καί ό άγιος Μάξιμος λέει άκριβώς τό 'ίδιο μέ τούς άλλους Πατέρες. Τό κείμενο τών Άρεοπαγιτικών πού σχολιάζει ό άγιος Μάξιμος είναι τό έξής: «Στέρησις άρα έστί τό κακόν καί έλλει- ψις καί άσθένεια καί άσυμμετρία καί άμαρτία». Καί πώς τό σχολιάζει;
Ή άμαρτία στό σημείο αύτό τών Άρεο­παγιτικών, έρμηνεύει ό άγιος, θεωρείται άποτυχία γιά τις περιπτώσεις έκεΐνες πού κάνουμε κάποιο κακό, νομίζοντας ότι κά­νουμε κάτι καλό: «Πράττομεν έσθ' ότε άγνοοϋντες τό κακόν, ό ήμΐν μέν νομίζε­ται καλόν, τή δέ άληθεία έστί κακόν».
Καί συνεχίζει: «Τό άμαρτία μή νομίσης τήν γενομένην έν ήμΐν, οίον μοιχείαν ή ά- δικίαν ή άλλο τι τοιούτον- άλλ' ό λέγει τοι­ούτον έστι- Τοϋ άγαθοϋ καί τής κατά φύσιν κινήσεως ήτοι τάξεως άποτυγχάνοντες, φερόμεθα εις τήν παρά φύσιν άλογον, καί παντελή, καί άνούσιον άνυπαρξίαν». Στό σημείο αύτό, διευκρινίζει ό άγιος Μά­ξιμος, μέ τή λέξη άμαρτία μή νομίσεις ότι έννοεΐ αύτήν πού γίνεται μέσα μας, όπως είναι ή μοιχεία, ή αδικία ή κάτι παρόμοιο- άλλά αύτό πού λέει είναι κάτι τέτοιο: "Οταν άποτυγχάνουμε νά ζήσουμε σύμφωνα μέ τή φύση μας, οδηγούμαστε σέ παρά φύ­σιν ζωώδη κατάσταση καί σέ πλήρη άνυπαρξία5. Συνεπώς, ή έννοια τής άμαρτίας ώς άποτυχίας ισχύει γιά λίγες μόνο περιπτώ­σεις, στις όποιες κάνουμε τό κακό νομί­ζοντας ότι αύτό είναι καλό.
Χριστιανικώς ή άμαρτία είναι αύτό πού έν μέρει σωστά τονίζει όΆνσελμος: προσ­βολή τοϋ ©εοϋ μέ τήν παράβαση τοϋ νό­μου Του. Όρθοδόξως δέ τό έννοοϋμε ώς προσβολή τοϋ Προσώπου τοϋ Θεοϋ, πε­ριφρόνηση τής άγάπης Του, άποκοπή άπό τή ζωή Του. Καί έτσι, ώς έπί τό πλεί­στον, γίνεται δεκτό άπό τούς'Ορθόδοξους συγγραφείς πού υιοθετούν τή σχετική άν- σέλμεια ορολογία, γι' αύτό καί, όπως ήδη άναφέραμε, τονίζουν μέ έπιμονή τή με­γάλη άγάπη τοϋ Θεοϋ, πού φανερώθηκε στόν ύψιστο βαθμό πάνω στόν Σταυρό.
Οί σημερινοί θεολόγοι, έρμηνεύοντας τήν έννοια τής άμαρτίας ώς άστοχία, πα- ραθεωροϋν τήν καταστροφική της ένέρ- γεια καί τή συνεπακόλουθη ένοχή, πα­ρερμηνεύοντας καί τά πατερικά κείμενα, κάτι πού δυστυχώς τό συναντάει κανείς καί σέ άξιολογότατες μελέτες καθηγητών τής Θεολογίας6. Ή άντίληψη τής άμαρτί­ας έκ μέρους άρκετών συγχρόνων θεολόγων ώς άπλής άστοχίας ύποβαθμίζει ή καί άκυρώνει κάποτε τόν λυτρωτικό χαρακτήρα τής θυσίας τοϋ Κυρίου, μέ τήν όποία πήρε 'Εκείνος τήν ένοχή μας καί μάς έσωσε.
………………………………….
[1] Χρήστου Γιανναρά, Ή έλξυθερία τοΰ ήθους, έκδ. Ίκαρος, 20113, σελ. 43-70.
2.  Άρχιμ. Σωφρονίου, 'Οψόμεθα τόν Θεόν καθώς έστι, έκδ. Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγ­γλίας 1992, σελ. 31.
3. Λρχιμ. Σωφρονίου, Ό άγιος Σιλουανός ό Άθωνί- της, έκδ. 'Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου, "Εσσεξ Αγ­γλίας 19984, σελ. 31.
4.  Άρχιμ. Σωφρονίου, Ό άγιος Σιλουανός ό Άθωνίτης..., σελ. 30.
5.  Κάτι αντίστοιχο συναντούμε καί στό Κατά Μανιχαί- ωι/(1,14) τοΰ Δαμασκηνού, δπου τονίζεται ότι τά ακού­σια λεγόμενα κακά επέρχονται παιδαγωγικώς ώς απο­τέλεσμα της άμαρτίας μέ τήν έννοια τής άποτυχίας: «Τά ακούσια λεγόμενα κακά διά τό ήμΐν δοκείν κακά είναι, διά τό άηδές καί διά τό παράβουλον ήμών καί διά τό άμαρτάνειν ήμας, τουτέστιν άποτυγχάνειν τοΰ δέοντος σκοπού, τώ πρός τήν ήδονήν λιχνω, δικαίψ λόγω ό Θεός επάγει παιδεύων πρός τό συμφέρον...».
6. Βλ. Δημητρίου Ί. Τσελεγγίδη, Ή Ικανοποίηση τής θείας δικαιοσύνης κατά τόν Άνσελμο Καντερβουρίας, Θεσσαλονίκη 1995, σελ. 102-103.
Περιοδικό “Ο ΣΩΤΗΡ”
http://aktines.blogspot.gr