Έλπίς μου ὁ Πατήρ, καταφυγή μου ὁ Υἱός, Σκέπη μου τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον. Τριὰς Ἁγία, δόξα Σοι.

Δεῦτε ἀπὸ θέας Γυναῖκες εὐαγγελίστριαι, καὶ τῇ Σιὼν εἴπατε· Δέχου παρ΄ ἡμῶν Χαρᾶς Εὐαγγέλια, Τῆς Ἀναστάσεως Χριστοῦ. Τέρπου, χόρευε, καὶ ἀγάλλου Ἱερουσαλήμ, τὸν Βασιλέα Χριστόν, θεασαμένη ἐκ τοῦ μνήματος, ὡς Νυμφίον προερχόμενον.


Παρασκευή 9 Μαΐου 2014

"Τι έγραφε ο Χριστός στη γη";


Του Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς


Ο δε Ιησούς κάτω κύφας τω δακτύλω έγραφεν εις την γήν. (Ιωάν. η΄ 6).

Κάποτε ο πανάγαθος Κύριος καθόταν μπροστά στο ναό της Ιερουσαλήμ. Μιλούσε σε κάποιους ανθρώπους και η γλυκιά διδασκαλία Του έτρεφε τις πεινασμένες καρδιές. Γύρω Του σιγά σιγά μαζεύτηκε ένα μεγάλο πλήθος (βλ. Ιωάν. η' 2). Μιλούσε στους ανθρώπους ο Κύριος για την αιώνια μακαριότητα, για την ατελεύτητη χαρά που περιμένει τους δίκαιους στην αιώνια κατοικία, στους ουρανούς. Οι άνθρωποι χαίρονταν με τη διδασκαλία Του, με τα θεϊκά Του λόγια.

Η πίκρα πολλών απογοητευμένων ψυχών κι η έχθρα πολλών ανθρώπων που τους είχαν προσβάλει, έσβηναν όπως το χιόνι μόλις τ' αγγίξουν οι θερμές ακτίνες του ήλιου. Ποιος ξέρει πόσο θα κρατούσε η υπέροχη αυτή σκηνή ειρήνης κι αγάπης που έσμιγε τη γη με τον ουρανό, αν δεν την είχε διακόψει κάτι αναπάντεχο. Ο Μεσσίας αγαπά τους ανθρώπους και δεν κουράζεται ποτέ να τους διδάσκει. Και οι ευλαβείς πιστοί δεν κουράζονται ποτέ ν' ακούν την θαυμάσια θεραπευτική και σοφή διδασκαλία του.
Μα ξαφνικά έγινε κάτι φοβερό, μεσολάβησε μια ενέργεια εχθρική. Κι αιτία ήταν, ως συνήθως, οι γραμματείς κι οι φαρισαίοι.

Τι έκαναν εκείνοι; Μήπως είχαν συλλάβει τον αρχηγό κάποιας συμμορίας ληστών; Όχι, τίποτα τέτοιο. Έσερναν βίαια μια δυστυχισμένη αμαρτωλή γυναίκα που είχε συλληφθεί να μοιχεύει. Την έφερναν θριαμβευτικά λοιπόν με άγριες κι εκκωφαντικές κραυγές. Μόλις την παρουσίασαν μπροστά στο Χριστό, φώναξαν:
- Διδάσκαλε, αυτή η γυνή κατείληπται επ' αυτοφώρω μοιχευομένη· και εν τω νόμω ημών Μωυσής ενετείλατο τας τοιαύτας λιθάζειν. Συ ουν τί λέγεις;
Δάσκαλε, τη γυναίκα αυτή την πιάσαμε «έπ' αυτοφώρω» να διαπράττει την αμαρτία της μοιχείας. Κι ο Μωυσής λέει στο νόμο του πως τέτοιες γυναίκες πρέπει να τις λιθοβολούμε. Εσύ τί λες; (Ιωάν. η' 4-6).

Την υπόθεση την παρουσίασαν μ' αυτόν τον τρόπο αμαρτωλοί άνθρωποι που κατηγορούσαν τις αμαρτίες των άλλων, αλλά έκρυβαν με επιμέλεια τις δικές τους. Το πλήθος τρομοκρατήθηκε κι έκανε χώρο στους πρεσβύτερους. Μερικοί φοβήθηκαν πολύ κι έφυγαν. Ο Κύριος τούς μιλούσε για ζωή και μακαριότητα, ενώ αυτοί οι φωνακλάδες ούρλιαζαν για το θάνατο.

Θά 'ταν σκόπιμο να ρωτούσα: Γιατί όλοι αυτοί οι πρεσβύτεροι κι οι φύλακες του νόμου δε λιθοβόλησαν μόνοι τους την αμαρτωλή γυναίκα; Γιατί την έφεραν μπροστά στον Ιησού; Ο νόμος του Μωυσή τους έδινε το δικαίωμα να την λιθοβολήσουν. Κανένας δε θα βρισκόταν να προβάλει αντίρρηση, να τους κατηγορήσει. Ποιος διαμαρτύρεται στις μέρες μας όταν απαγγέλλεται η ποινή του θανάτου σε κάποιον εγκληματία; Γιατί οι Εβραίοι πρεσβύτεροι έφεραν την αμαρτωλή γυναίκα στον Κύριο;

Όχι, δεν περίμεναν οι πρεσβύτεροι να πετύχουν κάποια μετατροπή της ποινής ή ν' αποσπάσουν επιείκεια από μέρους Του. Κάθε άλλο μάλιστα. Την έφεραν μ' ένα προμελετημένο και μοχθηρό σχέδιο: να παγιδεύσουν τον Κύριο, να πει λόγια αντίθετα στο νόμο κι έπειτα να τον κατηγορήσουν.

Ήθελαν μ' ένα χτύπημα να τελειώνουν με δύο ζωές: μια της αμαρτωλής γυναίκας κι άλλη μια τού Χριστού.
«Συ ουν τί λέγεις;». Γιατί τον ρώτησαν αφού ο νόμος του Μωυσή ήταν σαφής; Ο ευαγγελιστής αποκαλύπτει το δόλο τους με τα εξής λόγια: «Τούτο δε ειπόν εκπειράζοντες αυτόν, ίνα σχώσι κατηγορίαν κατ' αυτού» (Λουκ. η' 6). Το είπαν αυτό για να τον βάλουν σε πειρασμό και να βρουν έπειτα αιτία να τον κατηγορήσουν.
Είχαν ξανασηκώσει μια φορά τα χέρια τους για να τον λιθοβολήσουν, αλλά τους ξέφυγε. Τώρα όμως πίστευαν πως βρήκαν μια ευκαιρία να πραγματοποιήσουν την επιθυμία τους. Και θα γινόταν αυτό εκεί μπροστά, στο ναό του Σολομώντα, όπου φυλάσσονταν οι πλάκες των εντολών στην Κιβωτό της Διαθήκης, μπροστά σ' ένα μεγάλο πλήθος ανθρώπων.

Θα γινόταν εκεί όπου Αυτός, ο Χριστός, θα 'πρεπε να πει κάτι αντίθετο στην εντολή του Μωυσή. Κι έτσι θα πετύχαιναν το στόχο τους. Θα λιθοβολούσαν μέχρι θανάτου τόσο το Χριστό όσο και την αμαρτωλή γυναίκα. Και βέβαια ήταν πολύ πιο πρόθυμοι να λιθοβολήσουν το Χριστό παρά την πόρνη, όπως αργότερα ζήτησαν με περισσό ζήλο από τον Πιλάτο να ελευθερώσει τον ληστή Βαραββά αντί για το Χριστό.

Όλοι όσοι παρευρίσκονταν στη σκηνή περίμεναν δύο πράγματα να γίνουν: είτε με την ευσπλαχνία Του ο Κύριος να ελευθερώσει την αμαρτωλή γυναίκα, παραβιάζοντας έτσι το νόμο, είτε να τηρήσει το νόμο και να τους πει: «Πράξετε όπως ορίζει ο νόμος». Έτσι όμως θα παρέβαινε τη δική Του εντολή για έλεος και καλοσύνη. Στην πρώτη περίπτωση θα τον καταδικάζανε σε θάνατο. Στη δεύτερη θα γινόταν ρεζίλι, άξιος χλευασμού και περιφρόνησης.

Με το που του έκαναν την ερώτηση «συ ουν τί λέγεις;» οι κατήγοροι, επικράτησε νεκρική σιγή. Σιγή ανάμεσα στο πλήθος που είχε συγκεντρωθεί και σιγή ανάμεσα στους κριτές της αμαρτωλής γυναίκας. Η σιγή είχε κόψει και την ανάσα στην ψυχή της αμαρτωλής γυναίκας. Μεγάλη σιγή επικρατεί στα μεγάλα τσίρκα όταν οι θηριοδαμαστές περιφέρουν τα λιοντάρια και τις τίγρεις και τους δίνουν εντολές να εκτελέσουν διάφορες κινήσεις, να λάβουν περίεργες για ζώα στάσεις και να παίζουν σύμφωνα με τις διαταγές τους.

Μπροστά μας όμως τώρα δεν έχουμε θηριοδαμαστές, αλλά τον δαμαστή των ανθρώπων. Κι αυτό είναι ένα καθήκον πολύ πιο δύσκολο από το προηγούμενο. Συχνά είναι πολύ πιο σκληρό να ημερέψεις εκείνους πού έχουν εξαγριωθεί λόγω της αμαρτίας, παρά να ημερέψεις εκείνους που είναι άγριοι από τη φύση τους. «Συ ουν τί λέγεις;», του είπαν πιεστικά γι' άλλη μια φορά με πρόσωπα που τα φλόγιζε η κακία.

Τότε ο νομοθέτης της αγάπης και της ευσέβειας έσκυψε κι άρχισε να γράφει ήρεμα με το χέρι Του στο έδαφος (βλ. Ιωάν. η' 6). Τί έγραφε ο Χριστός στο χώμα; Ο ευαγγελιστής κρατά σιγή εδώ, δε μας αναφέρει τι έγραφε ο Χριστός. Ήταν πολύ κακό κι αποτρόπαιο αυτό για να το γράψει στο βιβλίο της χαράς. Το αναφέρει η παράδοση όμως κι είναι κάτι τρομερό. Ο Χριστός έγραψε κάτι αναπάντεχο που θα ξάφνιαζε τους πρεσβύτερους, τους κατήγορους της αμαρτωλής γυναίκας. Με το δάχτυλό Του αποκάλυψε την κρυφή ανομία τους. Γιατί αυτοί οι διαπομπευτές των αμαρτιών των άλλων ήξεραν πολύ καλά να κρύβουν τα δικά τους κρίματα. Είναι όμως άσκοπο να προσπαθείς να κρύψεις κάτι από το μάτι που τα βλέπει όλα.

Σύμφωνα με την παράδοση λοιπόν, έγραψε ο Κύριος στο έδαφος:

Ο Μ(εσουλάμ) έκλεψε θησαυρό από το ναό.
Ο Α(σήρ) διέπραξε μοιχεία με τη γυναίκα του αδελφού του.
Ο Σ(αλούμ) έχει κάνει ψευδομαρτυρίες.
Ο Ε(λέντ) έχει δείρει τον πατέρα του.
Ο Α(μαρίς) είναι σοδομίτης.
Ο Ι(ωήλ) έχει προσκυνήσει τα είδωλα.

Αυτά έγραψε, τη μια πρόταση μετά την άλλη, το δάχτυλο του δίκαιου κριτή. Κι εκείνοι στους οποίους αναφέρονταν τα λόγια αυτά έσκυψαν και τα διάβασαν με ανέκφραστο τρόμο. Έτρεμαν από φόβο, δεν τολμούσαν να κοιτάξουν ο ένας τον άλλον στα μάτια. Ξέχασαν πια τελείως την αμαρτωλή γυναίκα. Το μόνο πού σκέφτονταν ήταν ο εαυτός τους, ο δικός τους θάνατος που είχε χαραχτεί στο χώμα. Ούτε μια γλώσσα δεν είχε τη δύναμη να κινηθεί, να ξανακάνει την ενοχλητική και πονηρή ερώτηση: «Συ ουν τι λέγεις;»

Ο Κύριος δεν είπε τίποτα. Αυτό που είναι τόσο βρώμικο, του πρέπει να γραφτεί στο βρώμικο χώμα. Ένας άλλος λόγος πού ο Κύριος έγραψε στο χώμα είναι ακόμα πιο δυνατός και πιο σπουδαίος. Αυτό που γράφεται στο χώμα σβήνει εύκολα. Ο Χριστός δεν ήθελε να μάθει ο καθένας τις αμαρτίες τους. Αν το ήθελε αυτό, θα τις είχε διακηρύξει μπροστά σε όλους. Και τότε όλοι θα τους κατηγορούσαν και θα τους λιθοβολούσαν μέχρι θανάτου, σύμφωνα με το νόμο.

Εκείνος όμως, ο άκακος αμνός του Θεού, δε ζήτησε εκδίκηση ή θάνατο για κείνους που του είχαν προετοιμάσει χιλιάδες θανάτους, που ήθελαν το δικό Του θάνατο περισσότερο απ' όσο ποθούσαν για τους ίδιους την αιώνια ζωή. Ο Κύριος ήθελε μόνο να τους διορθώσει, να τους μάθει πως πρέπει να σκέφτονται τον εαυτό τους, ν' ασχολούνται με τις δικές τους αμαρτίες. Ήθελε να τους υπενθυμίσει πως ενώ τους βάραινε το φορτίο των δικών τους αμαρτιών, δεν έπρεπε να κρίνουν τις αμαρτίες των άλλων. Αυτό μόνο ήθελε ο Κύριος. Κι όταν αυτό έγινε, το χώμα ισοπεδώθηκε πάλι κι όσα είχαν γραφτεί σβήστηκαν.

Μετά απ' αυτά ο Κύριος σηκώθηκε και τους είπε ήρεμα: «Ο αναμάρτητος υμών πρώτος λίθον βαλέτω επ' αυτήν» (Ιωάν. η' 7). Όποιος από σας είναι αναμάρτητος, ας της ρίξει την πρώτη πέτρα. Αυτό λειτούργησε σα να αφαίρεσε κάποιος τα όπλα των εχθρών κι ύστερα τους είπε: «Και τώρα πυροβολήστε!»
Οι πρώην αγέρωχοι δικαστές της αμαρτωλής γυναίκας έστεκαν τώρα αφοπλισμένοι, ένιωθαν αυτοί τώρα σαν ένοχοι μπροστά στον κριτή, άφωνοι, ακίνητοι, λες κι ήταν καρφωμένοι στη γη. Ο πανεύσπλαχνος Κύριος όμως έσκυψε πάλι κι έγραφε στη γη. Τι έγραψε αυτή τη φορά; Ίσως τις άλλες κρυφές αμαρτίες και ανομίες τους, ώστε για μακρό χρονικό διάστημα να μην ξανανοίξουν το στόμα τους.

«Ίσως και να 'γραφε τι λογιών άνθρωποι πρέπει να 'ναι οι πρεσβύτεροι και οι άρχοντες των λαών. Αυτό δεν μας ενδιαφέρει και τόσο πολύ εμάς τώρα. Εκείνο που είναι σπουδαίο, είναι πως με το γράψιμο στο χώμα πέτυχε τρεις στόχους: πρώτο, έδωσε τέλος και διάλυσε την καταιγίδα που του είχαν ετοιμάσει οι πρεσβύτεροι των Ιουδαίων· δεύτερο, ξύπνησε τη ναρκωμένη τους συνείδηση στις νεκρωμένες καρδιές τους, έστω και για λίγο· και τρίτο, γλίτωσε την αμαρτωλή γυναίκα από το θάνατο. Αυτό γίνεται φανερό από τα λόγια του ευαγγελίου: «οι δε ακούσαντες εξήρχοντο εις καθ' εις, αρξάμενοι από των πρεσβυτέρων, και κατελείφθη ο Ιησούς και η γυνή εν μέσω ούσα» (Ιωάν. η' 9).

Εκείνοι δε σαν άκουσαν τα λόγια Του άρχισαν να φεύγουν ο ένας μετά τον άλλον, με πρώτους τους πρεσβύτερους στην ηλικία. Στο τέλος έμεινε μόνος ο Ιησούς και η γυναίκα, που έστεκε όρθια ανάμεσα σε όλους.

Το προαύλιο του ναού ξαφνικά άδειασε. Δεν έμεινε κανένας, εκτός από τους δύο που οι πρεσβύτεροι τους είχαν καταδικάσει σε θάνατο, δηλαδή η αμαρτωλή γυναίκα κι ο αναμάρτητος Χριστός. Η γυναίκα έστεκε όρθια, ο Χριστός ήταν σκυφτός κι έγραφε στο έδαφος. Για λίγο επικράτησε απόλυτη σιγή. Μετά ο Κύριος ανασηκώθηκε, κοίταξε τριγύρω κι αφού δεν είδε κανέναν είπε στη γυναίκα: «Γύναι, που εισίν; ουδείς σε κατέκρινεν;». Που είναι οι κατήγοροί σου; Κανένας δεν σε κατέκρινε, δε ζητάει το λιθοβολισμό σου;

Ο Κύριος γνώριζε πως κανένας δεν την καταδίκαζε τώρα. Αλλά θέλησε με την ερώτησή Του να της εμπνεύσει εμπιστοσύνη, ώστε να μπορέσει ν' ακούσει και να κατανοήσει καλύτερα αυτά που θα της έλεγε στη συνέχεια. Λειτούργησε όπως ένας επιδέξιος γιατρός, που πρώτα δίνει κουράγιο στον άρρωστο κι ύστερα του χορηγεί τη θεραπεία. Ουδείς σε κατέκρινεν; Η γυναίκα κατόρθωσε να ξαναβρεί τη λαλιά της κι απάντησε: «ουδείς, Κύριε». Κανένας δεν με κατακρίνει πια, Κύριε. Τα λόγια αυτά τα πρόφερε ένα αξιολύπητο πλάσμα, που πριν από λίγο δεν έλπιζε να ξαναμιλήσει, ένα πλάσμα που ένιωθε μια ανάσα πραγματικής χαράς· ίσως για πρώτη φορά στη ζωή της.

Τελικά ο αγαθός Κύριος είπε στη γυναίκα: «Ουδέ εγώ σε κατακρίνω πορεύου και από του νυν μηκέτι αμάρτανε» (Ιωάν. η' 11). Ούτε εγώ σε κατακρίνω. Πήγαινε. Μόνο από τώρα και στο εξής μην αμαρτήσεις ξανά.

Όταν οι λύκοι χαρίζουν τη ζωή στα θύματά τους, τότε, όπως είναι φυσικό, ούτε ο βοσκός θέλει να πεθάνουν τα πρόβατα. Είναι σημαντικό όμως να βεβαιωθούμε πως η αθώωση που πρόσφερε ο Χριστός σημαίνει πολύ περισσότερα από την αθώωση που προσφέρουν οι άνθρωποι. Όταν οι άνθρωποι δεν σε κατακρίνουν για την αμαρτία σου, σημαίνει πως δεν ορίζουν κάποια τιμωρία για την αμαρτία, μα αφήνουν την αμαρτία πάνω σου. Όταν όμως δεν κρίνει ο Θεός, σημαίνει πως συγχωρεί την αμαρτία σου, σε απαλλάσσει απ' αυτήν, την απομακρύνει σαν πύον και καθαρίζει την πληγή της ψυχής σου.

Γι' αυτό και τα λόγια ουδέ εγώ σε κατακρίνω, είναι σα να λένε: «Οι αμαρτίες σου συγχωρούνται, κόρη. Πήγαινε και μην ξαναμαρτήσεις».

Τι ανέκφραστη χαρά! Η χαρά της αλήθειας! Ο Κύριος αποκάλυψε την αλήθεια σε κείνους που λογαριάζονταν χαμένοι, απολωλότα. Τί χαρά δικαιοσύνης! Ο Κύριος «εποίησε» δικαιοσύνη. Τί χαρά ελέους! Ο Κύριος έδειξε το έλεός Του. Τί χαρά της ζωής! Ο Κύριος διατήρησε τη ζωή. Αυτό είναι το ευαγγέλιο του Χριστού. Σημαίνει καλή αγγελία, ευχάριστη είδηση. Αυτά είναι τα καλά νέα, η διδασκαλία της χαράς. Αυτή είναι μια σελίδα από το Βιβλίο της Χαράς.

Πέμπτη 8 Μαΐου 2014

ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΕΝΟΣ ΚΑΝΟΝΙΟΒΟΛΙΣΜΟΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΚΑΝΟΝΩΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Πρωτοπρ. Ἰωάννης Φωτόπουλος

Ἀδελφοί μου ὀρθόδοξοι Χριστιανοί,
Χριστός Ἀνέστη!
Θά ἤθελα μέσα στήν πασχαλινή περίοδο, κατά τήν ὁποία δέν παύει ὁ ἐχθρός τοῦ ἀνθρωπίνου γένους νά βυσσοδομεῖ κατά τῆς Ἐκκλησίας μας νά σᾶς ἐνημερώσω γιά τά νέα ἀντορθόδοξα σχέδια τῆς Ἀκαδημίας Θεολογικῶν Σπουδῶν.
Οἱ ἐν Βόλῳ ἀνανεωτές μετά τόν καταιγισμό κακοδιδασκαλιῶν σχετικῶν μέ τήν  τῆς ὀρθόδοξη πίστη καί τήν Παράδοση, ἐπιδίδονται τελευταῖα στήν ἐκρίζωση τῶν ἱερῶν Κανόνων ἀπό τόν ἀμπελῶνα τοῦ Κυρίου, τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας.
Ἀδελφοί μου,
Πρέπει νά γνωρίζουμε καί πάντοτε νά θυμόμαστε ὅτι οἱ ἅγιοι καί θεοφόροι Πατέρες Πνεύματι Ἁγίῳ συνελθόντες στίς Οἰκουμενικές Συνόδους ὄχι μόνο διετράνωσαν τά ὀρθόδοξα δόγματα, ἀλλά καί ἐρρύθμισαν μέ τούς Ἱερούς Κανόνες ὁλόκληρη τή ζωή τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά καί τήν ἐν Χριστῷ ζωή τοῦ καθενός μας. Φροντίζοντας πατρικῶς γιά τήν μετά τοῦ Χριστοῦ ἕνωσή μας καί γνωρίζοντας τήν ἀσθένειά μας καί τίς πολλαπλές πτώσεις μας μᾶς ἄφησαν αὐτούς τούς ὁδοδεῖκτες, τούς Ἱ. Κανόνες ὡς παρακαταθήκη γιά νά μή χάνουμε ἤ γιά νά ξαναβρίσκουμε τήν Ὁδό, τήν Ἀλήθεια τή Ζωή, δηλ. τόν Χριστό.
Γι΄αὐτό οἱ Πατέρες δεχόμενοι σέ κάθε Οἰκουμενική Σύνοδο μέ χαρά τούς Κανόνες τῶν προγενεστέρων Συνόδων ὡς πλοῦτο τῆς Ἐκκλησίας, τούς ἐπικύρωσαν καί ἀπαγόρευσαν κάθε παραχάραξή τους, ἀθέτησή ἤ διαστροφή τους. Ἔτσι στόν Α΄ Κανόνα τῆς Ζ΄Οἰκουμ. Συνόδου διαβάζουμε τούς ἀκολούθους λόγους τῶν Πατέρων : «...ὅπως κάποιος πού βρίσκει πλούσια λάφυρα, ἔτσι καί ἐμεῖς ἀγαλλόμεθα καί μέ πολλή χαρά ἐναγκαλιζόμαστε τούς θείους Κανόνες...  ....Τό σύνολο τῶν Κανόνων τόσο τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ὅσο καί τῶν Τοπικῶν Συνόδων καί τῶν ἁγίων Πατέρων τό ἐπικυρώνουμε», ενῷ στό Β΄τῆς ΣΤ΄ διαβάζουμε :«σέ κανένα δέν ἐπιτρέπεται νά κάνει παραχάραξη τῶν Ἱ. Κανόνων, νά τούς ἀθετήσει ἤ νά βάλει ἄλλους στή θέση τους». Τέλος ἀπείλησαν μέ φρικτά ἐπιτίμια  ὁποιονδήποτε ἐγγίζει τόσο τό γράμμα ὅσο καί τό πνεῦμα τῶν Ἱ. Κανόνων.  
Ὅλοι ὅμως οἱ ἐμπλεκόμενοι στόν Οἰκουμενισμό βλέπουν τούς Ἱ. Κανόνες, αὐτό τό θεοΐδρυτο τεῖχος πού ἀσφαλίζει τούς πιστούς ἀπό κάθε ἔκπτωση στήν πίστη καί τήν ἐν Χριστῷ ζωή, ὡς ἐμπόδιο γιά τήν παγκοσμιοποίηση, τήν προώθηση ἑνός «παγκοσμίου ψυχισμοῦ»  καί τήν ἄμβλυνση τῆς δογματικῆς καί ἠθικῆς συνειδήσεως τῶν ἀνθρώπων.
Ἡ λεγόμενη Ἀκαδημία Θεολογικῶν Σπουδῶν, ἐμπροσθοφυλακή τῶν άντορθοδόξων πρωτοβουλιῶν, συστράτευσε σχεδόν ὅλα τά μέλη τοῦ Δ.Σ. της καί μέρος τοῦ οἰκουμενιστικοῦ δυναμικοῦ τῶν Θεολογικῶν Σχολῶν, τοῦ περιοδικοῦ «Σύναξη», τοῦ «Καιροῦ» καί ἄλλους ἐντός καί ἐκτός εἰσαγωγικῶν διανοουμένους γιά νά συμμετάσχουν σέ τετραήμερο διεθνές συνέδριο (8-11 Μαΐου) στό Συνεδριακό Κέντρο Θεσσαλίας μέ θέμα «Κανόνες τς κκλησίαςκαί σύγχρονες προκλήσεις».
Παραθέτουμε λίγα δικά μας σχόλια  στά ὅσα ἐγράφησαν στήν ἱστοσελίδα τῆς Ἀκαδημίας γιά νά ἀντιληφθοῦμε τί κακοποίηση τῶν Ἱερῶν Κανόνων θά ἀκολουθήσει.
Στό σημεῖο αὐτό θά ἤθελα λόγῳ τῆς σοβαρότητος τοῦ ζητήματος τήν αὐξημένη προσοχή σας.
Α΄Θέση τς καδημίαςπως κάθε πατερικόκείμενο που αποτελεί στοιχείο της εκκλησιαστικήςπαράδοσηςέτσι και ο κάθε κανόνας προέρχεται απόμια συγκεκριμένη εποχή και απηχείεκτός από τηδιαχρονική σωτηριώδη εμπειρία της Εκκλησίαςκαι τασυγχρονικά χαρακτηριστικά του τόπου και χρόνου διαμόρφωσής του.
Σχόλιο : Κάθε Ἱερός Κανόνας εἶναι ἕνα ὁποιοδήποτε πατερικό  κείμενο; Πλήρης σύγχυση τῶν μεταπατερικῶν σοφιστῶν!   κάθε Κανόνας ὡς συγγραφείς μέ τήν ἐπιστασία τοῦ Αγίου Πνεύματος ἔχει πρωταρχικά περιεχόμενο ἁγιοπνευματικό, ὅπως καί τά πατερικά κείμενα, ἀλλά ἐπιπλέον, λόγῳ τῆς φύσεώς του εἶναι ρυθμιστικοῦ χαρακτήρα καί χειστ συνείδηση τς κκλησίας καθολική καίποχρεωτική σχύ γιά κάθε συλλογική κφρασητς κκλησίας καί γιά κάθε μέλος της.  Ἀκόμη κι ἄν χωρεῖ οἰκονομία στήν ἐφαρμογή κάποιου Κανόνος, ἐφόσον αὐτός «ἀπηχεῖ τή διαχρονική ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας» ἡ διαχρονική ἀξία καί ἐφαρμογή του παραμένει ἀδιαμφισβήτητη καί ἀμετακίνητη.  Ὅσο γιά τάσυγχρονιστικά χαρακτηριστικάεἶναι εὔκολα ἀναγνωρίσιμα καί δέν ἐπηρεάζουν τό πνεῦμα καί τό μήνυμα τοῦ  Κανόνος.  Ὅταν ὁ κάθε πιστός, λαϊκός ἤ κληρικός καί κάθε τοπική Ἐκκλησία ἔχει βαθύ σεβασμό στόν κάθε Κανόνα, ὡς ἐμπνεόμενο ἀπό τήν θεία Χάρη, θά κατανοήσει μέ τήν βοήθεια αὐτῆς ταύτης τῆς Χάριτος τί ζητεῖ ὁ Χριστός μέσα ἀπό τόν συγκεκριμένο Κανόνα καί δέν θά θελήσει νά «διορθώσει» τόν Χριστό καί τούς θεράποντές του Ἁγίους Πατέρες.
Β΄Θέση:  Το κεντρικό ζήτημα που τίθεται για μια ακόμη φορά είναι εάν υπάρχει η δυνατότητα η Ορθόδοξη θεολογία, όσον αφορά ειδικά στην κανονική της παράδοση, να κατανοηθεί και να λειτουργήσει όχι μόνο ως «παραδοσιακή», μένοντας αμετακίνητα πιστή στο γράμμα μιας υποτιθέμενης «παράδοσης», αλλά και ως συναφειακή, υπερβαίνοντας τις συντεταγμένες ενός προ-νεωτερικού κοσμοειδώλου,το οποίο αποτελεί τελεσίδικα παρελθόν για τον χρόνο της Εκκλησίας.
Σχόλιο : Ζητοῦν ἐδῶ οἱ νεοεποχῆτες σοφιστές μιάν ἄλλη θεολογία πού θά ἀποτελεῖ  ἕνα μεταμοντέρνο ἐργαλεῖο κατεδαφιστικῶν ἀλλαγῶν μέσα στό χῶρο τῆς Ἐκκλησίας. Μιλοῦν μέ περιφρόνηση γιά τήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ὡς τώρα ἀποτελεῖ ἀσφαλῆ βάση ἑρμηνείας τῶν ἱ. Κανόνων, ὀνομάζοντάς την «ὑποτιθέμενη» καί βάζοντας τή λέξη παράδοση καί παραδοσιακή  σέ εἰσαγωγικά.
Ἐδῶ, ἀδελφοί μου, εἶναι φανερό το ἀντορθόδοξο πνεῦμα τῶν μετανεωτερικῶν παραδοσιομάχων, ἀφοῦ κατά τόν μέγα Βασίλειο  περιφρόνησητς Παραδόσεως, «τό παραιτεῖσθαι»,  γκυμονετόν κίνδυνο νά ζημιώσουμε «εἰς αὐτά τά καίρια τό Εὐαγγέλιον», δηλ. διατρέχουμε τόν κίνδυνο νάπομακρυνθομε πό τή σωτηρία.
Ἀσφυκτιοῦν μέσα στά στενά, κατ΄αὐτούς, πλαίσια τῆς Παραδόσεως καί στίς χωρο-χρονικές συντεταγμένες τῆς συγγραφῆς τῶν Κανόνων, πού δῆθεν δημιουργοῦν πρόβλημα στήν ἑρμηνεία τους, καί ζητοῦν «συναφειακή»  ἑρμηνεία τῶν Κανόνων.  Δέν μᾶς λένε ἐδῶ μέ ποιούς χώρους, ἀνθρώπους, θρησκεῖες, αἱρέσεις,  ἰδεολογίες, νοιώθουν ὅτι ἔχουν συνάφεια, δηλ. ἐπαφή καί συνείδηση ἐγγύτητος, ὥστε νά ἑρμηνεύσουν ἔτσι τούς Κανόνες καί νά ρίξουν γέφυρες ἐπικοινωνίας καί κοινωνίας μέ ὅλους καί μέ ὅλα.  Ἀπό τήν πρόσκληση πάντως στό Βόλο ποικιλωνύμων αἱρετικῶν, ἀπό τίς ἀπόψεις τῆς Ἀκαδημίας γιά τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν καί τήν ἐν γένει δράση της ἀντιλαμβάνεται κανείς τί εἴδους συναφειακή ἑρμηνεία τῶν Κανόνων φαντάζονται οἱ μεταπατερικοί ὀνειροπόλοι.
Ἄρα ἡ διακήρυξη τῶν ἁγίων Πατέρων περί μή παραχαράξεως καί ἀθετήσεως τῶν ἱ. Κανόνων ἀνήκει κατά τούς μετανεωτερικούς θεολογοῦντες σέ μιά προνεωτερική ἀντίληψη τήν ὁποία πρέπει νά ξεπεράσουμε.  Σκέπτονται καί λένε μέ ἄλλα λόγια ὅτι τά σύγχρονα κοσμοθεωριακά δεδομένα  καλοῦν τήν θεολογία και τήν παράδοση, τούς ἱ. Κανόνες ἐν προκειμένῳ σέ μιά  διαλεκτική σύνθεση. Στήν πραγματικότητα τό ἐπιδιωκόμενο εἶναι μιά μίξη ἀπαράδεκτη τῶν κανονικῶν ἐνταλμάτων τῶν Συνόδων μέ τίς καινούργιες ἰδέες ἀπόψεις καί νοοτροπίες.  Οἱ ἰδέες αὐτές γινόμενες ἀποδεκτές τελικά θά διαστρέψουν καί θά καταστρέψουν τόν ἀκριβό ἁγιοπνευματικό θησαυρό τῆς κανονικῆς παραδόσεως καί θά ὁδηγήσει τούς ὀρθοδόξους σέ σύγχυση καί ἀποστασία ἀπό τό Εὐαγγέλιο.
Ἀλλά μήπως καί ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος εἶναι «χθές καί σήμερον ὁ αὐτός καί είς τούς αἰῶνας» πρέπει καί Αὐτός ὡς ζήσας στό «προ-νεωτερικό κοσμοείδωλο» κατά τό ἀνθρώπινο, νά ἐνταχθεῖ στό σημερινό μετανεωτερικό κοσμοείδωλο καί νά ἑρμηνευθεῖ σύμφωνα μέ αὐτό; Μήπως τό ἴδιο πρέπει νά γίνει καί μέ τή διδασκαλία Του;
Σύμφωνα μ΄αὐτή τήν τοποθέτηση τῆς Ἀκαδημίας τό «προ-νεωτερικό κοσμοείδωλο» καί ἡ συνακόλουθη σήμερα βιουμένη Παράδοσις τῆς Ἐκκλησίας ταυτίζεται μέ τό παρελθόν, ὄχι βέβαια «γιά τό χρόνο τῆς Ἐκκλησίας», ὅπως διατείνονται οἱ μεταπατερικοί ἐρασιτέχνες τοῦ θεολογικοῦ λόγου, ἀλλά γιά τήν κατεδαφιστική τους προοπτική.
Γ΄ΘέσηΤίθεται, λοιπόν, το αγωνιώδες ερώτημα κατά πόσο, μέσα στο αναμφισβήτητο κύρος που τους περιβάλλει, οι κανόνες αυτοί διατηρούν την υπαρκτική δυναμική τους, για να ανταποκρίνονται στα αιτήματα του ολοένα και περισσότερο μεταβαλλόμενου κόσμου.
Μέ τά ἀνωτέρω οἱ κενολογοῦντες μεταπατερικοί ἰσχυρίζονται ὅτι ἀναγνωρίζουν ὡς ἀναμφισβήτητο τό κῦρος τῶν ἱ. Κανόνων. Κῦρος εδῶ σημαίνει τή σοβαρότητα καί βαρύτητα τοῦ  περιεχομένου τῶν ἱ. Κανόνων πού ἐπιβάλλει στή συνείδηση ὅλων ἕνα σεβασμό πρός αὐτούς, λόγῳ τῆς ἱστορικότητος καί τῆς παλαιότητός τους.
Κῦρος διαθέτουν ὅλα τά μνημεῖα, ὅλες οἱ ἱστορικές πηγές κλπ. καί κανείς ἐχέφρων δέν μπορεῖ νά τό ἀμφισβητήσει.
Ἀλλά τί γνώμη ἔχουν οἱ μεταπατερικοί ταχυδακτυλουργοί γιά τήν, ἐδῶ καί τώρα, «ὑπαρκτική δυναμική» τῶν Κανόνων, δηλ. γιά τή  δύναμη πού διαθέτει τό περιεχόμενό τους γιά νά συμβάλει καθοριστικά στήν κυβέρνηση  τῆς Ἐκκλησίας καί τήν κατά Θεόν ρύθμιση  τῆς ὑπάρξεως καί τῆς καθόλου ζωῆς τῶν Χριστιανῶν;
Ἀφοῦ πιστεύουν ὅτι οἱ Κανόνες καί ἡ παραδοσιακή ἑρμηνευτική τους ἀπηχοῦν τό παρελθόν, μέ τό ρητορικό τους ἐρώτημα σαφῶς ὑπονοοῦν ὅτι ἡ ὑπαρκτική δυνατότητα τῶν Κανόνων εἶναι...ἀνύπαρκτη γιατί δέν μποροῦν νά ἐνωτισθοῦν τά ...ἀγωνιώδη ἐρωτήματα τοῦ τρελλά, ἄναρχα καί ἀντίχριστα μεταβαλλόμενου κόσμου.
Ἀδελφοί μου χριστιανοί,
στό σημεῖο αὐτό χρειάζεται να τοποθετηθοῦμε σέ ὀρθόδοξη βάση γιά νά φανοῦν καί οἱ ἀληθινές προθέσεις τῶν ἀκαδημαϊκῶν τοῦ Βόλου.
Ὅσο κι ἄν μεταβάλλεται ὁ κόσμος λόγῳ τῶν τεχνολογικῶν ἐξελιξεων ἤ τῆς ἀλλαγῆς νοοτροπιῶν, ἰδεῶν καί πρακτικῶν ἡ Ἐκκλησία ἔχει τήν πολύτιμη θεολογία της δηλ. τήν εὐαγγελική διδασκαλία, ὅπως ἐξηγεῖται ἀπό τούς Ἁγίους Πατέρες καί τούς Ἱ. Κανόνες, ὡς ἀπάντηση.  
σο κι ν εναι ρευστή  πιστήμησο κι  ντά θη το κόσμου μεταβάλλονταινθρώπινη φύση δέν μεταβάλλεται καί ς κτούτου  ρθόδοξη περί νθρώπου διδασκαλία λλις  ρθόδοξη νθρωπολογία σέ λες τίςκφάνσεις τηςς θεόπνευστηπαραμένειμετακίνητηΤό διο συμβαίνει καί μέ τούς .Κανόνεςο ποοι χι αθαιρέτωςνομικς καίκαιρικςλλά παξ καί διαπαντός ρυθμίζουν θεοπνεύστως τά τς κκλησίας μέ βάση τήνρθόδοξη διδασκαλία. 
  • Μήπως ἔπαυσαν τά πάθη νά καταδυναστεύουν τόν ἄνθρωπο καί πρέπει νά καταργηθοῦν τά ὑπό τῶν Κανόνων προβλεπόμενα ἐπιτίμια γιά τά σαρκικά ἁμαρτήματα;
  • Μήπως ἐπειδή ἡ ἀχαλίνωτη σαρκολατρία κυριαρχεῖ στόν «μεταβαλλόμενο κόσμο», θά  καταργήσουμε τά κωλύματα ἱερωσύνης πού προβλέπουν οἱ ἱεροί Κανόνες;
  • Μήπως θά ἀνεχθοῦμε ὡς φυσιολογική τήν ὁμοφυλοφιλία, τίς ἐλεύθερες συμβιώσεις ;
  • Μήπως καί τίς λεσβίες παπαδίνες στά πλαίσια τῆς φεμινιστικῆς λαίλαπας; 
  • Μἠπως θά πρέπει νά καταργήσουμε ἤ νά μειώσουμε τίς προβλεπόμενες ὑπό τῶν Κανόνων νηστεῖες, ἐπειδή «κανείς δέν νηστεύει», ὅπως εἶπε ἀφελῶς κάποτε στό Σαμπεζύ ἕνας ταλαίπωρος ἐπίσκοπος;
  • Μήπως ἐπειδή οἱ μεγαλόσχημοι οἰκουμενιστές τρῶνε, πίνουν καί συμπροσεύχονται μέ τούς αἱρετικούς θά καταργήσουμε τήν προβλεπόμενη ὑπό τῶν Κανόνων ἀπαγόρευση τῶν συμπροσευχῶν;
Νομίζω, ἡ ἀπάντηση ὅλων μας ὡς ὀρθοδόξων εἶναι, «ὄχι, βέβαια!»
Ἀλλά δυστυχῶς οἱ μεταπατερικοί κατεδαφιστές δέν θέλουν νά ἀκολουθοῦν τήν ἐκκλησιαστική ἀλήθεια «σύν πᾶσι τῆς ἁγίοις». Ἔχουν τό ἴδιον θέλημα ὡς δόγμα τους καί τούς δικούς τους ἀνόμους σχεδιασμούς ὡς ἀνεκπλήρωτο ὄνειρο.  Φοβοῦμαι λοιπόν ὄχι ἀβάσιμα, ὅτι  μετά τό Συνέδριο «Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας καί σύγχρονες προκλήσεις» θά βρεθοῦμε μπροστά σέ σὐνολο προτεινομένων καινοτομιῶν ἀντιθέτων ὄχι μόνο μέ τό πνεῦμα καί τό γράμμα τῶν ἱερῶν Κανόνων, ἀλλά καί μέ τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία.
Ἡ ὑπερβολικά μεγάλη συστράτευση ὁμιλητῶν (27 εἰσηγητές), ἴσως καί ἐν ὄψει τῆς σχεδιαζομένης Πανορθοδόξου Συνόδου, ὀφείλεται  στή σημασία πού δίνουν ἄδηλα καί κρύφια κέντρα στή μελετωμένη παραχάραξη τῶν Ἱ. Κανόνων.  Πιθανόν  ἐπίσης νά ἐπιδιώκονται παρόμοιες συμμαζώξεις ὥστε οἱ συμμετέχοντες νά νοιώθουν ἀσφάλεια μαντρωμένοι στή νοοτροπία καί τούς στόχους  τοῦ ἰσοπεδωτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Ὁ καθένας πάντως γι΄ αὐτή καθ΄αὑτή τή συμμετοχή του στό Συνέδριο αὐτό καί τίς τυχόν ἀντορθόδοξες ἀπόψεις του διατηρεῖ ἀκέραιες τίς εὐθῦνες του ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Ἁγίας του Ἐκκλησίας.
Ὅσο γιά μᾶς ἀδελφοί μου,
Ὁ Χριστός πού μένει εἰς τόν αἰῶνα ἔχει δώσει διά τῆς Θείας Του Οἰκονομίας καί τοῦ κηρύγματός Του ἀμετακίνητες καί ἀσφαλεῖς βάσεις στήν πορεία τοῦ Σώματός Του. 
Οἱ ἱεροί Κανόνες εἷναι, ὅπως εἴπαμε, πολύτιμοι ὁδοδεῖκτες γιά τή ζωή τῆς Ἐκκλησίας καί τή ζωή ἑνός ἑκάστου ἡμῶν.
Δέν ἀθετοῦμε, δέν «διορθώνουμε», δέν καταργοῦμε ὅσα οἱ Ἅγιοι Πατέρες ἐθέσπισαν στίς Οἰκουμενικές Συνόδους εἴτε ἀφορᾶ τήν πίστη (Ὅροι) εἴτε ἀφορᾶ τή ζωή καί τό ἦθος τῆς Ἐκκλησίας (Ἱ. Κανόνες;
Ἄς μένουμε ἑδραῖοι στήν Ὀρθόδοξη Πίστη καί Παράδοσή μας καί ἄς παρακαλοῦμε τόν Κύριό μας νά φυλάττει ἀλώβητη τήν Μία Αγία Καθολική Ἐκκλησία Του,  ἀπό κάθε ἐπιβουλή καί πλάνη τῶν ὁρατῶν καί ἀοράτων ἐχθρῶν τοῦ Σταυροῦ.

 πηγή
http://trelogiannis.blogspot.gr 

«Μή φοβοῦ τό μικρόν ποίμνιον»! Μέ τόν Σταυρό στό χέρι ναί! Μέ σταυρωμένα χέρια, ΟΧΙ!



Ἀφιερωμένο 
στούς κλονισμένους τῇ πίστει ἀγωνιστές χριστιανούς,
ἀπό τίς προσωπικές προκλήσεις τους
καί ἀπό τίς προκλήσεις τῶν καιρῶν!

Ἡ πρόσκαιρη τούτη ζωή εἶναι ἕνα ταξίδι στό πέλαγος, ἄλλωτε ἥρεμο κι ἄλλωτε φουρτουνιασμένο, πού ἀναζητᾶ τό ἀπάνεμο λιμάνι τῆς κατάπαυσης ἀπό κάθε κίνδυνο.Τό λιμάνι γιά κάθε Χριστιανό εἶναι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί ἡ μακαρία αἰωνιότητά της.
Ἡ νηνεμία καί ὁ οὔριος ἄνεμος τῶν εὐνοϊκῶν καταστάσεων κάνοντας αὐτό τό ταξίδι, δέν εἶναι μιά μόνιμη κατάσταση. Ἀντίθετα, ἐναλλάσσονται μέ μπουρίνια καί τυφῶνες πειρασμῶν, δοκιμασιῶν καί θλίψεων πού ξεσηκώνονται κάθε λίγο, προκαλούμενα ἀπό τά πάθη μας, ἀπό τόν διάβολο μέ τά ὄργανά του κι ἀπό τίς μέριμνες τοῦ κόσμου. Ὅμως ὁ Κύριος μᾶς προετοίμασε: “Διά πολλῶν θλίψεων δεῖ ὑμᾶς εἰσελθεῖν εἰς τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ (Πραξ. 4,22). Ὁ "καλός καπετάνιος στήν φουρτοῦνα φαίνεται", λέει σοφά ὁ λαός μας. Ἄν δέν κυβερνήσουμε σωστά τήν ζωή μας, πῶς θά φτάσουμε στήν Βασιλεία;...

ΕΙΣ ΛΙΜΕΝΑ ΕΥΔΙΟΝ ΣΩΤΗΡΙΑΣ
Κι ὅπως λοιπόν ἕνα καράβι κλυδωνίζεται σάν καρυδότσουφλο στά λυσσασμένα κύματα, πολλές φορές θά δοκιμαστεῖ  ἡ πίστη  ὅλων μας λίγο ἤ πολύ καί εἴτε θά κλονιστεῖ καί θά βουλιάξει (μή γένοιτο!), εἴτε θά παλέψει ἀνδρείως μέ τά κύματα ὅσες φορές χρειαστεῖ καί θά βγεῖ νικήτρια! Τό καράβι μπορεῖ νά εἶναι ἡ προσωπική μας ζωή, μπορεῖ νά εἶναι ἡ Πατρίδα μας, μπορεῖ νά εἶναι ἡ Ἐκκλησία μας πού χτυπιέται ἀπ' τούς ἀόρατους καί ὁρατούς ἐχθρούς της, μπορεῖ νά εἶναι ὅλος ὁ κόσμος. Ὅλα αὐτά εἶναι κατά διαστήματα!

Σέ τοῦτες τίς προκλήσεις ὅποτε προκύπτουν, καλεῖται ὁ καθένας μας νά ἐπιστρατεύσει κάθε ρανίδα πίστεως, θάρρους, ἱκανότητας, ἀρετῆς κι ἀγάπης πού κρύβει στό θησαυροφυλάκιο τῆς ψυχῆς του. Καί μέσα ἀπό τό καμίνι τῶν προκλήσεων, θά φανεῖ ἄν εἶναι χρυσάφι ἤ μπακίρι, δόκιμος ἤ ἀδόκιμος παρά τῷ Θεῷ.

Ὅσο κυλοῦν τά χρόνια καί πλησιάζουμε στά χρόνια τοῦ Ἀντιχρίστου, ἡ Παγκόσμια Νέα Τάξη Πραγμάτων καί τά ὄργανά της, δυσχεραίνουν ὅλο καί πιό ἀσφυκτικά τήν καθημερινότητά μας καί μᾶς βομβαρδίζουν ἐξουδενωτικά μέ νέα κάθε φορά δυσάρεστα προβλήματα καί γρίφους πού ἐξυπηρετοῦν τά δαιμονικά σχέδιά τους. Ὁ ἀγῶνας δυσκολεύει καί μᾶς τόν δυσκολεύουν σκόπιμα, προκειμένου νά ἐξασφαλίσουν τῆν ἧττα μας καί ὁ Διάβολος νά τριβεῖ ἀπό χαρά τά ἀκάθαρτα κι ἀνθρωποκτόνα χέρια του. Ἄς μήν τοῦ δίνουμε αὐτήν τήν χαρά...

http://www.diakonima.gr/wp-content/uploads/2012/02/image561.png
Πολλοί φοβοῦνται αὐτόν τόν ἀδυσώπητο ἀγῶνα, ὅταν χρειαστεῖ μέ ἔργα νά παλέψουν στήν ἀρένα μέ τούς ἐπίγειους καί τούς ἐναέριους κοσμοκράτορες τοῦ αἰῶνος τούτου. Σέ αὐτές τίς δύσκολες στιγμές τῶν προκλήσεων, γίνεται ἄκρως ἀντιληπτό, πώς ἡ ζωή μας δέν εἶναι ἕνα παραμύθι, ἀλλά μία πραγματικότητα μέ τίς εὔκολες καί τίς δύσκολες πτυχές της. Καί οἱ ἐχθροί μας δέν εἶναι φανταστικοί, ἀλλά ὑπαρκτά ὑπαρκτότατα ὁρατά καί ἀόρατα ὄργανα τοῦ διαβόλου. Ἡ πάλη εἶναι ἀναπόφευκτη καί ἡ δειλία δέν χωρᾶ, διότι ἡ δειλία πάντα ὁδηγεῖ σέ ἧττα. Κατά τούς Ἁγίους Πατέρες, τό πνεῦμα τῆς δειλίας εἶναι δαιμονικό, γι' αὐτό καί εἶναι ἐξ ὁρισμοῦ καταδικασμένη νά χάσει. Ὁ ἀληθινός Χριστιανός, διακατέχεται ἀπό πνεῦμα δυνάμεως, θείας δυνάμεως, ὄχι δικῆς του, γι' αὐτό καί εἶναι ἕτοιμος νά δώσει ἀκόμα καί τήν ζωή του γιά τόν Θεό καί τήν πίστη του.

-Μά εἴμαστε λίγοι, θά ποῦν κάποιοι.
-Ἡ ἀπάντηση ἔρχεται ἁγιογραφικῶς:"ὅτι στενὴ ἡ πύλη καὶ τεθλιμμένη ἡ ὁδὸς ἡ ἀπάγουσα εἰς τὴν ζωήν, καὶ ὀλίγοι εἰσὶν οἱ εὑρίσκοντες αὐτήν" (Ματθ. 7, 14). Τό ὅτι εἶναι λίγοι αὐτοί πού θά ἀξιωθοῦν τῆς Οὐράνιας Βασιλείας, βλέπουμε πώς δέν ἀποτελεῖ ἐμπόδιο στήν σωτηρία τους, ὅπως πολύ ξεκάθαρα πιστοποιεῖται ἁγιογραφικῶς!
Ὁ ἀγῶνας τοῦ Χριστιανοῦ λοιπόν, δέν γίνεται μέ τήν ποσότητα, ἀλλά μέ τήν ποιότητα καί τό περιεχόμενό του, τοὐτέστιν ἄν ὑπακούει στίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ καί πάνω ἀπ' ὅλα γίνεται μέ τήν πίστη καί τήν ἀγάπη πρός τόν Θεό καί τόν συνάνθρωπο!

https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEjaFaJKVRBqlvyk7EsRaUtgK3gRC32JodyJKjwbo5yMKlQxguG9unuj4QZ7cRJzKSJpy5ThpfFghbyGwtzMMGmnn9p0nBoCXfc0LRGUnjvk3t9I6neOgOzIbvJzJiOV1brvW681CNwAt7E/s1600/pet%5B1%5D.jpgὉ Χριστιανός πού πολεμᾶ βαστᾶ δύο ζύγια. Στό ἕνα βάζει τούς ἐχθρούς του καί τούς πειρασμούς καί στό ἄλλο τόν Νικητή Χριστό καί τίς ἀρετές πού τοῦ χάρισε ὁ Θεός. Δέν περιμένει νά ἀποκτήσει στρατό ἀνθρώπων-θνητῶν συναγωνιστῶν, ἀλλά ἐπικαλεῖται τόν Δημιουργό τοῦ παντός, τήν Παναγία, τίς στρατιές τῶν Ἀγγέλων καί τῶν Ἁγίων! Κι αὐτό τό ζύγι ἐξ ὁρισμοῦ, εἶναι ἀπείρως ὑπέρβαρο καί βαρύτερο ἀπό τ' ἄλλο, καθώς κι ἀπό ὅλους τούς ἀνθρώπους πού πέρασαν καί θά περάσουν ποτέ ἀπό τήν γῆ κι ἀπ' ὅλους τούς δαίμονες μαζί μέ τόν Διάβολο κι ἀπ' ὄλους τούς πειρασμούς!

Ἄν μελετήσουμε τούς βίους τῶν Ἁγίων, θά δοῦμε πώς κατά συντριπτική πλειοψηφία, ἔδιναν προσωπικές μάχες, χωρίς ἐπίγειους "συμμάχους". Ἕνας ἐναντίον πολλῶν ἤ καί ὅλου τοῦ κόσμου! Οἱ κοσμικοί πολεμιστές πρῶτα ὀργανώνουν πολυπληθῆ στρατό κι ἔπειτα ρίχνονται στήν μάχη. Οἱ Χριστιανοί πολεμιστές ἀντίθετα, δέν κρατοῦν κομπιουτεράκι καταμέτρησης, χάριτι Θεοῦ γνωρίζουν πῶς νά πολεμοῦν ἀκόμη καί μόνοι τους παρ' ἀνθρώποις καί ἀρκοῦνται νά συστρατεύονται μέ τήν ὁμολογία πίστεως, τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, τήν Παναγία, τούς Ἁγίους καί τίς Ἐπουράνιες Δυνάμεις.



http://img.pathfinder.gr/clubs/images/31/274431/186.jpg
Ὁ Χριστός ἐνανθρωπῆσας ἦταν ἕνας καί οἱ μαθητές (πλήν τοῦ Ἰοῦδα) 11 ἀρχικά, ἀλλά ἄλλαξαν ὅλον τόν κόσμο. Μᾶς ἔδειξαν μέ τήν ζωή καί τόν θάνατό τους, πῶς πολεμᾶ ὁ στρατιώτης τοῦ Χριστοῦ! Ἡ μειοψηφία τους δέν ἀπετέλεσε  ἐμπόδιο στό σωτηριολογικό ἔργο τους. Ποιός ἔχει σύμμαχο τόν Θεό καί πτοεῖται ἀπό ἄνθρωπο;

"Εἰ ὁ Θεός μἐθ' ἠμῶν, οὐδείς καθ' ἡμῶν" (Ρωμ. 8, 32)!

Ἀλλοίμονο ἄν περιμένουμε πότε θά γίνουμε πολλοί ἀριθμητικά, γιά νά ἀγωνιστοῦμε ὑπέρ Πίστεως καί Πατρίδας!

"Μή φοβοῦ τό μικρόν ποίμνιον" (Λουκ. 12, 32)!



Μήν ξεχνᾶμε, ὅτι "οὗτοι ἐν ἅρμασι καὶ οὗτοι ἐν ἵπποις, ἡμεῖς δὲ ἐν ὀνόματι Κυρίου Θεοῦ ἡμῶν μεγαλυνθησόμεθα" (Ψαλ. 19,8).

http://elafosdorkas.files.wordpress.com/2011/09/4037020184_2121cf5796.jpg?w=640&h=480Ἡ ἰσχύς ἡμῶν τῶν Χριστιανῶν, δέν μετριέται μέ τούς περιορισμένους ἀριθμούς προσώπων, ἀλλά μέ τήν ἄπειρη Χάρη τοῦ Θεοῦ, πού περιμένει ἔστω καί μία ψυχή ἤ μία μικρή φιλότιμη χούφτα Χριστιανῶν, γιά νά ἐπέμβει θαυματουργικά, ἄν εἶναι τό θέλημά Του καί πρός τό συμφέρον τῆς σωτηρίας μας. Ὁ Ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εύγενικός, εἶναι ἕνα τρανταχτό παράδειγμα ὁμολογητοῦ, πού ἄν καί μονάδα, ἦταν φορέας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ἐξέφραζε ὅλο τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας, ἀνάμεσα σέ πληθώρα ἀποστατῶν καί μάλιστα ἐχθρικῶν ἀπέναντί του! Σέ αὐτόν τόν ἔνα χρωστᾶμε τήν διαφύλαξη τῆς Ἐκκλησίας μας σέ ἐκείνη τήν χρονική συγκυρία πού ἀγωνίστηκε.


https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhblclTZp24XfAsV1XDVcR9hmTWRQPTReF5m30aDlLwOSr1-ZpfgBmDhutEJYjTkLzFaeH5uHeu_26z-GhXAjk7teJ4VzediTlEuXVUs7Z-ZpewXkYtNsDZ7SHS8vNDzB5EO8-W0YkCgZA/s1600/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CE%B5%CF%85%CF%87%CE%B7+3.jpgΝαί, μακάρι νά εἴμασταν σωστοί ἄνθρωποι εὐάρεστοι τῷ Θεῷ οἱ περισσότεροι, γιά νά ἑνώνουμε τίς δυνάμεις μας σέ κάθε καλόν ἀγῶνα. Μεγάλο ποθούμενο εἶναι στά μύχια τῆς ψυχῆς κάθε Χριστιανοῦ, νά πιστέψουν πολλοί καί νά γίνουμε μία μεγάλη κοινωνία. Δυστυχῶς ὅμως, φαίνεται ὅτι ἀποτύχαμε πρός τό παρόν νά εὐχαριστήσουμε τόν Κύριο, μέ τήν χλιαρή χριστιανική ζωή καί πίστη μας καί μᾶλλον κυκλοφοροῦμε ὡς μεμονωμένα καρκινικά κύτταρα μέσα στό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας πού μᾶς ἀνέχεται. Καί ὄχι μόνον δέν προσελκύουμε κι ἄλλες ψυχές πρός τόν Θεό, ἀλλά κινδυνεύουν καί αὐτές οἱ δικές μας!  Ἀντιλαμβανόμενοι ὅμως τήν ἁμαρτωλότητά μας, τήν ἀμετανοησία μας καί τήν πικρή ἀποστασία μας ἀπό τόν Γλυκύτατο Ἰησοῦ, ἄς κάνουμε ἔστω καί τήν ὕστατη στιγμή, ὅ,τι ἔχει δυνατότητα ὁ καθένας μέ φρόνημα ταπεινό καί ἐλπίζοντας στό ἄπειρο ἔλεος τοῦ Κυρίου ἡμῶν, σέ κάθε πρόκληση τῶν καιρῶν.

"Ἄνευ ἐμοῦ οῦ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν", εἶπε ὁ Κύριος. Κι ἐμεῖς λοιπόν, σέ κάθε ἀγῶνα θά πηγαίνουμε γιά τόν Κύριο, μέ τόν Κύριο κι Αὐτός θά ταχτοποιήσει τά πάντα!
Ἄς μήν δειλιοῦμε λοιπόν. Ἔχουμε Ζῶντα, Ἀναστάντα κι Ἐνεργοῦντα Θεό!
«Ζητεῖτε πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν» (Ματθ. 6, 33).
Ἀμήν!

ΤΕΛΟΣ ΚΑΙ Τῼ ΘΕῼ ΔΟΞᾼ 


 http://3.bp.blogspot.com/-sHPnzHOHjp0/UzxhnMZ4oyI/AAAAAAAAehY/saAyfypmTQQ/s1600/tumblr_m52x0yLVkx1qet0epo1_1280.jpg


Τετάρτη 7 Μαΐου 2014

Η σιωπηλή προσευχητική υπέρβαση της “Κοινωνίας του Θεάματος”

 

Δημητρίου Π. Λυκούδη, Θεολόγου – Φιλολόγου,
Υπ. Δρος Παν/μίου Αθηνών
Η φράση του Perniola στο τελευταίο τέταρτο του 20ου αιώνα ότι «η φαινομενικότητα κινδυνεύει να επεκταθεί τόσο ώστε να καλύψει το ¨Είνα騻[1], συνετάραξε τα δεδομένα της φαινομενικής πραγματικότητας της ¨Κοινωνίας του Θεάματος¨. OPerniola εστιάζει τις παρατηρήσεις του γύρω από την έννοια
 
του «ομοιοματικού φαινομένου»[2], υποστηρίζοντας ότι το τελευταίο, επειδή δεν εντάσσεται στο ίδιο το ¨Είναι¨, βρίσκεται σε μια αέναη πορεία και αναζήτηση ανάμεσα στο ¨Είναι¨ και στο ¨τίποτα¨[3]. Ο άνθρωπος αδυνατεί να παρακολουθήσει αυτή την επέκταση της φαινομενικότητας, γιατί ταυτόχρονα αποδεικνύεται ότι αδυνατεί πρωτίστως να αντιληφθεί την ψευδεπίφαση του φαινομένου, την έντεχνη «απόκρυψη του γεγονότος ότι η φαινομενικότητα έχει αποκρύψει το ¨Είναι¨, είναι με άλλα λόγια απόκρυψη μιας απόκρυψης»[4].
Χωρίς υπερβολή, η επέκταση της φαινομενικότητας καταργεί την ίδια την κριτική ικανότητα του ανθρώπου, τη δυνατότητα της διάκρισης και θέασης της επίπλαστης παρουσίας της. Κατά συνέπεια, το φαινόμενο «δοξάζεται ως ¨Είνα騻[5], το ομοίωμα λαμβάνει τη θέση του πρωτοτύπου, το φαινομενικό προωθείται ως πραγματικό και παράλληλα αυτοδεσμεύει και αυτοκαταργεί τη δυνατότητα θέασης και βιωματικής σύμπραξης στην αποκαλυπτική έκφανσή του. 
Ο Perniola τονίζει χαρακτηριστικά: «Το ομοίωμα δεν είναι ούτε αγία εικόνα, ούτε όραμα. Δεν έχει μία σχέση ταυτότητας με το πρωτότυπο, με το πρότυπο, ούτε συνεπάγεται τη συντριβή όλων των επιφάσεων και την αποκάλυψη μιας καθαρής ουσιαστικής αλήθειας. Το ομοίωμα είναι μια εικόνα χωρίς πρωτότυπο, εικόνα κάποιου πράγματος που δεν υπάρχει. Εικονολάτρες και εικονοπλάστες το θεωρούν σχεδόν συνώνυμο του ειδώλου και ως τέτοιο ¨prope nixil¨ σχεδόν τίποτε»[6]. 
Παρουσιάζει δηλαδή, όχι την αλήθεια καθεαυτή, αλλά ¨ομοίωμα¨ της αλήθειας ή καλύτερα τη ¨φαινομενική¨ αλήθεια χωρίς οντολογικό περιεχόμενο. Με άλλα λόγια, το θέαμα υπάρχει ως καθαρή εξωτερικότητα και ταυτόχρονα αναδύεται ως βαρύνουσα αλήθεια, που όμως δεν περιλαμβάνει ¨υπόσταση¨, αλλά περιορίζεται στην κάλπικη έκδοση της φαινομενικότητας της αλήθειας. Έτσι, αμαυρώνεται ή και εξαλείφεται παντελώς η ανθρώπινη δυνατότητα της διάκρισης ανάμεσα στο αναγκαίο και στο περιττό, στο αληθινό και στο ψεύτικο, στο φανταστικό και πραγματικό. 
Το θέαμα καλλιεργείται στους κόλπους και αρμούς μιας κοινωνίας, η οποία, όχι μόνο αναζητά να χαράξει και να οριοθετήσει τον προσδιορισμό της, αλλά και ¨αναπαύεται¨ εφησυχασμένη σε μια συνειδητά φανταστική διάσταση της φαινομενικής πραγματικότητας. Αυτό είναι και το πραγματικό περιεχόμενο της ¨Θεαματικής Κοινωνίας¨. Προωθεί την προβολή ενός κάλπικου φαινομένου, ένα αλλότριο και οξύμωρο προς το πρότυπο και αρχέγονό του και μέσω αυτού ή καλύτερα εξαιτίας αυτού, εξαιτίας δηλαδή της παρωχημένης, όπως παρουσιάζεται, πραγματικότητάς του εδραιώνει την κυριαρχία του ¨θεάματος¨ στη σημερινή πραγματικότητα.

Και συνεχίζει ο Perniola: «Το θέαμα της εποχής είναι μια σκηνοθεσία στερημένη από οντολογική αξία […] Σε αντίθεση, το προφητικό όραμα είναι ουσιαστικά εσχατολογικό και μεσσιανικό. Διεκδικεί το επικείμενο ενός ¨ δέοντος γενέσθαι¨, που φωτίζει και αποκαλύπτει το υπέρτατο πεπρωμένο της ανθρωπότητας και αναγγέλλει την έλευση μιας έσχατης εποχής σωτηρίας και την εγκαθίδρυση του βασιλείου του Θεού στη γη»[7]. Υποστηρίζει δηλαδή, ότι το θέαμα επειδή αυτούσιο αδυνατεί να θεαθεί και να κατανοήσει τη δυνατότητα μεταφυσικής αναγωγής και προσέγγισης Θείου και ανθρώπινου, την αυτοκαταργεί. Έτσι, στα πλαίσια της ¨Θεαματικής Κοινωνίας¨, τέχνη, πολιτιστική παράδοση, συμφέρον, χρήσιμο, απαραίτητο, αναγκαίο, περιττό, αλληλοσυγχωνεύονται και οδηγούν στο μηδενισμό, παραμερίζοντας κριτήρια, ηθικούς φραγμούς και λειτουργική λογική. ¨Φετιχισμός¨ και ¨ναρκισσισμός ¨ αποποιούνται τον αυτοπροσδιορισμό τους και τη σημασιολογία τους και καταντούν ισοδύναμοι στα φαινομενικά πλαίσια της ιδιοπροσωπίας τους.
Γίνεται λοιπόν κατανοητό, ότι η ¨Θεαματική Κοινωνία¨ στην προσπάθειά της να εδραιωθεί και να διατηρηθεί ως κοινωνία ¨θεαματική¨, εισήγαγε το ομοίωμα – είδωλο του φαινομένου και το αντικατέστησε στη θέση του πραγματικού. Η αδυναμία της να οδηγηθεί στο αρχέτυπο και στην ¨ουσία¨ των όντων καλύφθηκε με τη σχάση και τη διάσταση που επέφερε μεταξύ του ανθρώπου και του εαυτού του. 
Όμως, αυτή η σχάση δεν είναι οντολογική. Πρόκειται για διακοπή της σύμπραξης του ανθρώπου με το ψευδοείδωλό του, με την κάλπικη δηλαδή ¨ταυτότητα¨ του εαυτού του, που το θέαμα μέσω της διαφήμισης προωθεί. Η διακοπή της κοινωνίας του υποκειμένου με τη συνείδησή του δεν αποτελεί διάσταση ουσίας, καθώς το ίδιο το υποκείμενο εδράζεται με ασφαλώς αλλοτριωμένη λειτουργική διάκριση στο χώρο του ¨Θεάματος¨, στη χώρα της φαινομενικής αλήθειας και της επίπλαστης πραγματικότητας.
Όμως, το αίτημα του σύγχρονου ανθρώπου «δεν είναι η ύπαρξη, αλλά η συνύπαρξη, όχι απλώς η ατομική επιβίωση, αλλά η κοινωνική συμβίωση»[8]. «Άν δεν υπάρξει η οντολογική προϋπόθεση μιας ¨πνευματικής ετερότητας¨ μέσα σ΄ έναν ολοκληρωμένο κόσμο, οι ιδεολογίες ήδη θα βρουν μέσα στο πλαίσιο τους διαλεκτικούς όρους της αλλοτρίωσης. Θα προσπαθούν από την αρνητικότητα να γεννήσουν μια θετικότητα. Αλλά θα το επιχειρούν ήδη μέσα στα όρια της ξεπεσμένης πτώσης. Και έτσι, το θέαμα, ως ύψιστη ¨αρνητική ετερότητα¨, θα εξακολουθεί να παραμένει»[9].

Η υπέρβαση της ¨πραγματικότητας¨ της κοινωνίας του θεάματος έγκειται στην προσευχή ως ουσιαστική προσέγγιση και κοινωνία με το Υπερβατικό, ως οντολογική μέθεξη στην πραγματικότητα, που δεν είναι άλλη από τη Σάρκωση. Η μέθεξη του ανθρώπου στην Κοινωνία του Σώματος του Χριστού ενέχει και την πραγματική λύτρωση[10], καθώς η αγιοπνευματική προσευχή «όχι μόνο δεν ακυρώνει την πνευματική υπόσταση του προσώπου, αλλά και μεταβάλλει την ίδια τη χωροχρονική διάσταση της ύλης σε ¨κοινωνία¨ των δύο θεμελιωδών στοιχείων: της θείας ενέργειας και της ανθρώπινης συνείδησης»[11]. 
Η προσευχή, ως θεωρία της θέας και δόξας του Θεού υπερβαίνει κάθε ψεύτικη έκφανση και έκδοση του ¨κοσμικού θεάματος¨. Είναι ουσιαστική και πραγματικά αληθινή αναγωγή προς το πρωτότυπο γιατί είναι Χριστολογική και κατά συνέπεια Τριαδολογική και καθιστά τον άνθρωπο εξαγιασμένη και ανεπανάληπτη προσωπικότητα.
Είναι γεγονός ότι η ¨Θεαματική Κοινωνία¨ αποδείχθηκε ανίκανη να κατανοήσει τις ύψιστες αλληγορίες και τις συμβολικές εκφράσεις των γεγονότων. Παρέμεινε εγκλωβισμένη στη μίμηση της εξωτερικότητας[12], στηριζόμενη στην εικονοκεντρική σκέψη και οδήγησε στη διάλυση της πνευματικής ταυτότητας του προσώπου[13]. 
Ο άνθρωπος αυτοδεσμευμένος στην κίβδηλη μίμηση του εαυτού του, απορρίπτει το ¨λογοκεντρικό¨ κριτήριο διαβίωσης και «δια της μαζικής διαφυγής» οδηγείται στην ομοιομορφοποίηση και ομαδοποίηση[14], χωρίς αναφορά σε αξίες και ιδανικά, σε πνευματικές αρχές και ανθρωπολογικούς ενδοιασμούς. «Το θέαμα είναι έτσι, η έσχατη και πιο πλήρης ¨αποπλάνηση¨. ¨Επιφάνεια¨ και ¨φαινόμενο¨ είναι τα δύο κυρίαρχα σημεία του. 
Η ¨επιφάνεια¨ σημαίνει στο βάθος της, την ¨εξαϋλωμένη οντολογία¨, την πρωτοκαθεδρία του ¨φαίνεσθαι¨ έναντι του ¨είναι¨. Το ¨φαίνεσθαι¨ απολυτοποιείται ως ¨είναι¨ και αποπλανά το υποκείμενο, το οποίο όμως θέλει κατά βάθος ν΄ αποπλανηθεί. Πρόκειται για μια ¨οντολογική λευχαιμία¨, για ένα ¨ξέπλυμα¨ του ίδιου του όντος από το υπερβατικό νόημά του»[15]. 
Έτσι, η κοινωνία του θεάματος χωρίζει το πρόσωπο από την ψευδοταυτότητά του και ακολούθως από την κοινωνία, αλλοτριώνοντας την ιδιοπροσωπία του και επιφέροντας καίριο πλήγμα στη δυνατότητα της επανόδου της λογοκεντρικής διάκρισης, καθώς επενδύει και συνεχώς προκαλεί χάσμα μεταξύ υποκειμενικού και αντικειμενικού κόσμου.

Σε αντίθεση, στην Ορθόδοξη Θεολογία μέσω της αγιοπνευματικής προσευχής, ο άνθρωπος οδηγείται στην ενότητα , στη «συμφιλίωση»[16] με τους συνανθρώπους του και με την κτίση ολόκληρη, καθώς η ένταξή του στο Σώμα του Χριστού συνεπάγεται την «χαρισματική μετοχή του στον ίδιο τον Χριστό, εξαιτίας της ενανθρωπίσεώς Του»[17]. 
Η προσευχή ως προσέγγιση του Θείου δύναται να οδηγήσει τον άνθρωπο στη ¨Θεωρία ¨ του Θεού. Βέβαια, το φως που θεωρείται από τον θεωρητικό κατά την θεωρία, θεωρείται κατά τρόπο ενυπόστατο, καθώς «η θεωρία και το πάθος της λαμπρότητας του Θεού είναι η θεωρία της άκτιστης ενέργειάς Του, μια και η ουσία Του είναι απρόσιτη και αμέθεκτη»[18]. 

Παρ΄όλα αυτά, ας γίνει κατανοητό ότι η θεωρία δεν είναι μόνο αφαίρεση και αποφατική κατάσταση, αλλά και επιπλέον ένωση με την Παναγία Τριάδα και επομένως και εκθέωση. Άλλωστε, ως τονίσαμε, η προσευχητική διάσταση περιθωριοποιεί τα επιφαινόμενα και αναζητά το βάθος του ανθρωπίνου προσώπου, στοχεύει στην ουσία των όντων χωρίς να παραγράφει τη μεταφυσική αναγωγή τους. 
Δεν διεκδικεί τα πρωτεία στη μίμηση, ούτε προτάσσει τον εικονοκεντρικό – εγωκεντρικό νομιναλισμό. 
Αντίθετα, αναπαύεται στην ησυχία και στη σιωπηλή αγιότητα.
Να λοιπόν γιατί η προσευχή αποτελει σιωπηλή υπέρβαση της ¨Θεαματικής Κοινωνίας¨. 
Γιατί μακριά από επίπλαστες και ανούσιες φαινομενικότητες της πραγματικότητας, μπορεί και αφουγκράζεται την ουσία των όντων, την ουσιαστική δηλαδή πραγμάτωση της μαρτυριακής και βιωματικής παρουσίας του ανθρώπου στον κόσμο. Έχει με άλλα λόγια τη δυνατότητα να ¨μεταμορφώνει¨ την ανθρώπινη ύπαρξη με μυσταγωγικό – ουράνιο τρόπο και να την οδηγεί στην χαρισματική ταύτιση συνείδησης και υποκειμένου, προς αγιασμό του προσευχόμενου και απώτερο φωτισμό της συμπαντικής κτίσης. Γι΄ αυτό η προσευχή βιώνεται σιωπηλά και αθόρυβα, ακριβώς γιατί εστιάζει και κοινωνεί το φως της Αποκαλυπτικής δόξας του Λυτρωτού Κυρίου Ιησού Χριστού. Γι΄αυτό και τελικά αποτελεί υπέρβαση της θεαματικής κοινωνίας, διότι έχει την αγιοπνευματική χάρη και δωρεά να «κατεβάζει τον Ουρανό στη γη».

Παραπομπές:
1. Perniola Mario, Η Κοινωνία των Ομοιωμάτων, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1991, σελ. 69. Σχετικά με την ¨Κοινωνία του θεάματος¨ βλ., Debord Guy, Η Κοινωνία του θεάματος, Διεθνής Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2000, Postman N., Amousing Ourselves to Death, Discoursein the Age of the Show Business, Penguin Books, NewYork 1985.
2.Γαϊτάνη Βασιλείου, Homo mediator and homo theologicus, Γρηγόρη, Αθήνα 2008, σελ. 281.
3. Αυτόθι, σελ. 281.
4. Αυτόθι, σελ. 282.
5. Αυτόθι, σελ. 282.
6. Perniola M., Η Κοινωνία των Ομοιωμάτων, σελ. 130.
7. Αυτόθι, σελ. 126.
8.Μπέγζου Μάριου, Φαινομενολογία της Θρησκείας, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1995, σελ. 239.
9.Γαϊτάνη Β., Η Ετερότητα της Επικοινωνίας, Η δυνατότητα μιας Ορθόδοξης Επικοινωνίας σε αλλοτριωμένους καιρούς, Αθήνα 2004, σελ. 8.
10. Πρβλ., Του Ιδίου, Το κείμενο του Zean Baudrillard  «The procession of Simulacra» και η ερμηνεία των διαστάσεων της Υπερπραγματικότητας, Αθήνα 2008, σελ. 76.
11.Του Ιδίου, Η θεώρηση της «Παγκοσμιοποίησης»(Globalisierung) στον επικοινωνιολόγο Ulrich Beck και η υπέρβαση της «Επικοινωνιακής Θεολογίας», Αθῆναι 2002, σελ. 653.12
12. Πρβλ., Του Ιδίου, Homo mediator and homo theologicus, σελ. 348.
13. Αυτόθι, σελ. 343.
14. Αυτόθι, σελ. 345.
15. Γαϊτάνη Β., Το κείμενο του Zean Baudrillard  «The procession of Simulacra» και η ερμηνεία των διαστάσεων της Υπερπραγματικότητας, σελ. 67.
16. Γιαννουλάτου Αναστασίου(Αρχιεπ. Τιράνων και πάσης Αλβανίας), Παγκοσμιότητα και Ορθοδοξία, Ακρίτας, Αθήνα 2005, σελ. 51.
17. Γαϊτάνη Β., Από την Επικοινωνία στην Κοινωνία, Σύγχρονες θεωρίες Επικοινωνίας και Ορθόδοξος Επικοινωνιακή Θεολογία, Γρηγόρη, Αθήνα 2008, σελ. 275.
18. Καρανικόλα Παντελεήμονος(Πρ. Μητροπολίτου Κορινθίας), Μυστική Θεωρία, στο περιοδικό ¨Χριστιανικόν Συμπόσιον¨, τόμος Δ΄, Εστία, Αθήνα 1970, σελ. 25.

Αββάς Ιουστίνος Πόποβιτς


Αββάς Ιουστίνος Πόποβιτς

Σύντομη βιογραφία και Θεόσοφες διδαχές
Ό όσιος και θεοφόρος πατήρ Ιουστίνος γεννήθη­κε στις 25 Μαρτίου του 1894, ξημερώματα του Ευαγ­γελισμού στην πόλη Βράνιε της νοτίου Σερβίας. Ό πατέρας του ονομαζόταν Σπυρίδων και ή μητέρα του Αναστασία. Κατά την βάπτιση έλαβε το όνομα Ευάγ­γελος. Ή οικογένεια του πατέρα του ήταν εκ παραδό­σεως ιερατική και είχε δώσει στην ορθόδοξη Εκκλη­σία τουλάχιστον επτά ιερωμένους. Αυτό εξάλλου φα­νερώνει και το επώνυμο Πόποβιτς = Παπαδόπουλος. Από μικρό παιδάκι ακόμα, συχνά επισκεπτόταν με τούς γονείς του τον άγιο Πρόχορο τον Θαυματουργό στην κοντινή Μονή Πτσίνσκι όπου και είδε με τα μά­τια του την θεραπεία της μητέρας του από βαριά α­σθένεια.

Μια δεύτερη πηγή ευλάβειας για τον μικρό Ευάγ­γελο ήταν ή τακτική ανάγνωση του Ευαγγελίου από τα δεκατέσσερα του χρόνια μα και ή ασκητική βίωση του μέχρι το τέλος της ζωής του.

Τρίτη πηγή θείας έμπνευσης έγινε για τον μικρό Πόποβιτς η ανάγνωση των Συναξαριών και αργότερα των έργων των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας. Έλεγε ό ίδιος χαρακτηριστικά: «η Ορθοδοξία δεν είναι βιβλιοθήκη, την οποία μπορείς να μελετήσεις, αλλά βίωμα το όποιο καλείσαι να ζήσεις. Ή Ορθοδοξία εί­ναι πρώτιστα βιοτή και μάλιστα Όσια Βιοτή και ύστερα διδαχή και μάλιστα διδαχή ζωής, χάριτος, η ο­ποία δεν έχει τίποτε από την νέκρα του σχολαστικι­σμού και τον ορθολογισμό του προτεσταντισμού. Ή Ορθοδοξία έχει την δική της μεθοδολογία και παιδα­γωγική, τους Βίους των Αγίων».

Από την φύση του φιλόσοφος και διψασμένος για την θεία μα και την ανθρώπινη γνώση, ό μικρός Ευάγγελος εγγράφεται στα 1905 στην Εκκλησιαστική Σχολή του Αγίου Σάββα στο Βελιγράδι όπου αξιώθη­κε να έχει ως δάσκαλο του τον φωτισμένο άγιο Νικό­λαο Βελιμίροβιτς. Τελείωσε την Σχολή στα 1914 μα τον πρόλαβε ό Α' Παγκόσμιος Πόλεμος και στρατεύ­τηκε ως νοσοκόμος. Ακολουθώντας την τύχη του σέρβικου στρατού, πήρε το δρόμο της εξορίας μέσα από τα βουνά της Αλβανίας προς την Κέρκυρα. Καθ' όδόν ένοιωσε πλέον έτοιμος να αφιερώσει την ζωή του στο Χριστό και με την ευλογία του Μητροπολί­του Βελιγραδίου Δημητρίου έλαβε στην Σκόδρα το μοναχικό σχήμα την 1η Ιανουαρίου του 1916 και πή­ρε το όνομα του αγίου μάρτυρος και φιλοσόφου Ιουστίνου.

Από την Κέρκυρα, μετά από ενέργειες του Μη­τροπολίτου Δημητρίου, φεύγει με μια ομάδα φωτισμέ­νων θεολόγων για θεολογικές σπουδές στην Αγία Πε­τρούπολη. Σύντομα όμως, λόγω των πολιτικών εξελί­ξεων στην Ρωσία, αναγκάστηκε να την εγκαταλείψει και να μεταβεί στην Οξφόρδη. Εκεί έμεινε δύο χρό­νια ετοιμάζοντας την διδακτορική του εργασία με θέ­μα «Ή θρησκεία και ή φιλοσοφία του Ντοστογιέβσκι». Η εμμονή του στην κριτική του δυτικού Χριστιανισμού και στην υπεράσπιση του Ντοστογιέβσκι του κόστισε την απόρριψη της διατριβής. Έτσι στα 1919, όταν, μετά το τέλος του πολέμου, γύρισε στην πατρίδα του τοποθετήθηκε ως καθηγητής θεολογίας στο Σρέμσκι Κάρλοβτσι. Σύντομα μεταβαίνει στην Α­θήνα για να λαβή τελικά εκεί το διδακτορικό του δί­πλωμα στην Πατρολογία στα 1926 με θέμα «Το πρό­βλημα του προσώπου και της γνώσεως στον Άγιο Μακάριο τον Αιγύπτιο». Γνώριζε πολύ καλά την παλαιοσλαβική, την αρχαιοελληνική, την λατινική, την ρωσική, την νεοελληνική, την αγγλική, την γερμανι­κή και την γαλλική.

Στα επόμενα έτη εργάστηκε στις Εκκλησιαστικές Σχολές του Καρλοβικίου, της Πριζρένης και του Μο­ναστηρίου (Βίτολα). Στα 1930-31 ή Σερβική Εκκλη­σία τον έστειλε μαζί με τον Μητροπολίτη Ιωσήφ σε ιεραποστολική αποστολή στην Τσεχοσλοβακία. Εκεί εργάστηκαν επί ένα χρόνο στην διαφώτιση και οργά­νωση των ενοριών και του μοναχικού βίου των ορθο­δόξων Σλοβάκων στα Καρπάθια οι όποιοι επέστρεφαν και πάλι στην Ορθοδοξία από την Ουνία. Ενώ ακόμη βρισκόταν εκεί, εξελέγη το 1931 επίσκοπος της νεο­συσταθείσης Επισκοπής Καρπαθίας αλλά από ταπεί­νωση δεν δέχτηκε την θέση εκείνη.

Στην διάρκεια της γερμανικής κατοχής βρέθηκε σε διάφορες μονές και σταδιακά στο Βελιγράδι, μοι­ραζόμενος την τύχη του λαού του. Με την εγκαθίδρυ­ση της νέας κομμουνιστικής εξουσίας στην Γιου­γκοσλαβία το 1945, ό πατήρ Ιουστίνος εξεδιώχθη από το Πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου μαζί με άλλους 200 καθηγητές. Σύντομα συνελήφθη στην μονή Σούκοβο του Πίροτ στη νότια Σερβία (1946) και φυλακί­στηκε. Λίγο έλειψε να εκτελεστεί από το καθεστώς ως «εχθρός του λαού», αλλά σώθηκε την τελευταία στιγ­μή όταν ό Πατριάρχης Γαβριήλ κατά την επιστροφή του από το  Άουσβιτς απήτησε την αποφυλάκιση του.

Διωγμένος από το Πανεπιστήμιο και δίχως κά­ποια σύνταξη, στερημένος από τα ανθρώπινα, θρη­σκευτικά και πολιτικά του δικαιώματα, ό πατήρ Ιουστίνος έζησε ουσιαστικά έγκλειστος στην μικρή γυ­ναικεία μονή των Αρχαγγέλων στο Τσέλιε του Βάλιεβο. Ακόμη και εκεί όμως οι πολιτικές αρχές δεν τον άφηναν ήσυχο. Πέρα από την συνεχή και ασφυκτική παρακολούθηση, συχνές ήταν και οι ανακρίσεις στην πολιτική διοίκηση του Βάλιεβο. Σε περιόδους δε κρι­σίμων συνεδριάσεων της Ιεράς Συνόδου στο Βελιγρά­δι, του απαγορευόταν οποιαδήποτε έξοδος από την μονή επί μήνες από τον φόβο τυχόν επιρροής του στους επισκόπους. Παρά τις δύσκολες αυτές και οδυ­νηρές συνθήκες ό πατήρ Ιουστίνος προσευχόταν αδιάλειπτα, επικοινωνούσε με όσους είχαν το θάρρος να τον επισκέπτονται, συνέχιζε το ιεραποστολικό του έργο και έγραφε συνεχώς δίχως να σταματήσει την παράλληλη μελέτη των προσφιλών του Αγίων Πατέ­ρων και των Συναξαριών.

Λειτουργούσε καθημερινά, νήστευε πλήρως όλες τις Παρασκευές του έτους καθώς και την Α' Εβδομά­δα των Νηστειών και την εβδομάδα των Παθών ενώ έ­κανε και άλλες νηστείες εκτός από τις διατεταγμένες της Εκκλησίας. Ακολουθώντας πιστά το μακραίωνο μοναστικό τυπικό, τελούσε όλες τις ακολουθίες του νυχθημέρου. Εκατοντάδες ήταν τα ονόματα πού μνη­μόνευε στην Θεία Λειτουργία, ονόματα πού του έδι­ναν είτε προφορικά είτε μέσω επιστολών.
Παρά τον αυστηρό περιορισμό του από τις πολιτι­κές αρχές, ή φήμη του εξαπλώθηκε γρήγορα και πέ­ρασε τα σύνορα της Σερβίας. Έτσι, τον επισκέπτο­νταν όχι μονάχα Σέρβοι από διάφορες περιοχές της χώρας αλλά και πολλοί Έλληνες. Εκοιμήθη εν Κυρίω στις 25 Μαρτίου 1979, ανήμερα του Ευαγγελισμού μα και ήμερα της γεννήσεως του.

Ό πατήρ Ιουστίνος, αφού εντρύφησε εμπειρικά στα έργα των Πατέρων της Εκκλησίας, καρποφόρησε αυτή του την μελέτη και στα δικά του συγγράμματα ό­που εύκολα διαφαίνεται το θεολογικό βάθος μα και το συγγραφικό του τάλαντο. Δύο είναι τα κεντρικά χαρα­κτηριστικά τού όλου συγγραφικού του μόχθου, τα ό­ποια συναντώνται σε όλα του τα έργα, από το πιο σύ­ντομο μέχρι και το πιο εκτενές, και από το πιο βαθύ μέχρι και το πιο εκλαϊκευμένο. Το πρώτο είναι ή αγά­πη του για το πρόσωπο του «Θεανθρώπου Χριστού». Ίσως αυτή να είναι ή πιο συχνή έκφραση μέσα στο έργο του. Γύρω από τον Θεάνθρωπο στρέφονται τα πάντα, από Αυτόν πηγάζουν όλα και σε Αυτόν απολή­γουν, ενδοχρονικά μα και εσχατολογικά. Το δεύτερο εξίσου σπουδαίο είναι ή μέριμνα του στο να μην απο­κλίνει από την αλάνθαστη γραμμή των θεοφόρων Πα­τέρων της Ορθοδόξου Ανατολής. Ό υπερπλήρης αγάπης πατήρ Ιουστίνος είναι συνάμα και διαχρονικά ό ανυποχώρητος εις τα της πίστεως και ζηλωτής της εκκλησιαστικής τάξεως θεολόγος.

Ήδη την περίοδο 1932-35 συνέγραψε το δίτομο έργο «Ορθόδοξος φιλοσοφία της Αληθείας», την γνωστή Δογματική του, το όποιο τού χάρισε την έδρα της Δογματικής στην Θεολογική Σχολή τού Πανεπι­στημίου τού Βελιγραδίου. Τον τρίτο τόμο εξέδωσε λί­γο πριν από την κοίμηση του, το 1978. Από πολλούς συγχρόνους ερευνητές θεωρείται ως ή πληρέστερη ορθόδοξη Δογματική και έχει ήδη μεταφραστεί στην γαλλική ενώ μεταφράζεται στην αγγλική και στην ελ­ληνική.

Άλλο μνημειώδες έργο του είναι οι Βίοι των Α­γίων σε 12 τόμους και ή Ερμηνεία της Καινής Διαθή­κης σε 7 τόμους. Ή μονή του Τσέλιε έχει ήδη ξεκινή­σει την έκδοση των απάντων του τα όποια υπολογίζο­νται σε σαράντα τόμους από τούς οποίους έχουν κυ­κλοφορήσει περί τούς τριάντα. Με αφορμή την συμ­πλήρωση τριακονταετίας από την εις Κύριον εκδημία του, μεταφέρουμε στο παρόν πόνημα μία συνοπτικό­τατη εκλογή από το τεράστιο συγγραφικό του πλούτο ως ευκαιρία γνωριμίας των φιλαγίων αναγνωστών με μια μεγάλη μορφή ενός συγχρόνου ομολογητού και διδασκάλου της μαχόμενης Ορθοδοξίας.


Ή Ιερά Μονή του Τσέλιε

Ή Ιερά Μονή του Τσέλιε βρίσκεται σε απόσταση 6 χιλιομέτρων νοτιοδυτικά της πόλης του Βάλιεβο, στις όχθες του πόταμου Γράδατς. Το μοναστήρι είναι χτισμένο μέσα σε ένα ορεινό, γραφικό και καταπράσι­νο τοπίο, μέσα σε μία μικρή κοιλάδα στα όρια του χωρίου Λέλιτς το όποιο είναι και ή γενέτειρα τού με­γάλου συγχρόνου άγιου της Σερβικής Ορθοδόξου Εκ­κλησίας Νικολάου Βελιμίροβιτς. Ή γύρω περιοχή με τα πολλά βουνά και τις μικρές κοιλάδες κάνουν το μοναστήρι αθέατο και ό επισκέπτης πρέπει να μπει στη μικρή κοιλάδα για να το αντικρίσει.

Ή ακριβής χρονολογία κτίσεως της μονής δεν είναι γνωστή. Σύμφωνα με τα υπάρχοντα ιστορικά στοι­χεία ή ίδρυση της μονής ανάγεται στους μεσαιωνι­κούς χρόνους, ενώ ιδιαίτερη παράδοση το θέλει ως κτίσμα του βασιλέως Δραγούτιν (1282-1316). Κατά την μακρά και σκοτεινή τουρκική σκλαβιά κάηκε, γκρεμίστηκε και ανακαινίστηκε αρκετές φορές. Οι προεστοί της μονής προσέφεραν πολλά στους αγώνες του σέρβικου έθνους κατά των κατακτητών και αλλο­θρήσκων. Κατά τον 19ο αι. ιδρύεται στη μονή Δημο­τικό Σχολείο, από τα πρώτα πού λειτούργησαν στην ελεύθερη Σερβία. Στο σχολείο αυτό έμαθε τα πρώτα του γράμματα και ό άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς. Στα 1837 ή μονή μετατράπηκε σε ενοριακό ναό και έ­τσι παρέμεινε ως το 1928 όταν με απόφαση της Σερβι­κής Ιεράς Συνόδου μετατράπηκε σε γυναικεία μονή.

Το καθολικό της μονής τιμά τη Σύναξη των Αρ­χαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ. Πρόκειται για βασι­λική μετά τρούλου. Ό τρούλος είναι εννεάπλευρος προς τιμήν των εννέα αγγελικών ταγμάτων. Ή μονή βρίσκεται στη διοικητική δικαιοδοσία της μητροπό­λεως Σάμπατς και Βάλιεβο. Ό μεγαλύτερος θησαυρός πού ή μονή φυλάσσει και προσφέρει προς προσκύνη­ση, ευλογία και παρηγοριά των δεκάδων προσκυνη­τών είναι ο απέριττος τάφος του οσίου αββά Ιουστίνου Πόποβιτς ό όποιος εγκαταβίωσε στη μονή επί 28 συνεχόμενα έτη μέχρι της κοιμήσεως του το 1979.

Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη"

ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΑΣΚΗΤΙΚΑ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ


ΕΚΛΟΓΑΙ ΑΠΟ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ

ΕΚΛΟΓΑΙ ΑΠΟ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ
http://www.impantokratoros.gr/77310613.el.aspx