Έλπίς μου ὁ Πατήρ, καταφυγή μου ὁ Υἱός, Σκέπη μου τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον. Τριὰς Ἁγία, δόξα Σοι.

Δεῦτε ἀπὸ θέας Γυναῖκες εὐαγγελίστριαι, καὶ τῇ Σιὼν εἴπατε· Δέχου παρ΄ ἡμῶν Χαρᾶς Εὐαγγέλια, Τῆς Ἀναστάσεως Χριστοῦ. Τέρπου, χόρευε, καὶ ἀγάλλου Ἱερουσαλήμ, τὸν Βασιλέα Χριστόν, θεασαμένη ἐκ τοῦ μνήματος, ὡς Νυμφίον προερχόμενον.


Τετάρτη 23 Φεβρουαρίου 2011

Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου. Λόγοι Β΄ Κεφάλαιο 5ον. 1) «Αυτός πού δίνει δέχεται θεϊκή χαρά» 2) «Ό φιλάργυρος μαζεύει, γιά νά τά βρουν οι άλλοι»


Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου. Λόγοι Β΄ Κεφάλαιο 5ον.

1) «Αυτός πού δίνει δέχεται θεϊκή χαρά» 

2) «Ό φιλάργυρος μαζεύει, γιά νά τά βρουν οι άλλοι»

Λόγοι Β΄
ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ
"ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ"
ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Το δόσιμο έχει θείο οξυγόνο

«Αυτός πού δίνει δέχεται θεϊκή χαρά» 

Δυο χαρές υπάρχουν στον άνθρωπο. Μία χαρά, όταν παίρνη, καί μία χαρά, όταν δίνη. Δέν συγκρίνεται ή χαρά πού νιώθει κανείς, όταν δίνη, με την χαρά πού νιώθει, όταν παίρνη.
Ό άνθρωπος, γιά νά καταλάβη αν προχωράει σωστά πνευματικά, πρέπει νά εξέταση κατ’αρχάς αν χαίρεται, όταν δίνη καί όχι όταν παίρνη· αν νιώθει στενοχώρια, όταν του δίνουν, καί χαρά, όταν δίνη. Ύστερα, άν εργάζεται σωστά πνευματικά, όταν κάνη κανένα καλό, δέν το θυμάται ποτέ, άλλα δέν ξεχνάη ποτέ καί το παραμικρό καλό πού του κάνουν.
Δέν μπορεί νά κλείσει μάτι άπό την παραμικρή ευεργεσία τών άλλων. Μπορεί αυτός νά έχη δώσει ένα αμπέλι στον άλλον καί νά το έχη ξεχάσει.
Άν όμως ό άλλος τοϋ δώση ένα τσαμπί σταφύλι από το αμπέλι πού εκείνος του χάρισε, δεν μπορεί νά το ξεχάση ποτέ. Ή μπορεί νά έχη δώσει σε κάποιον πολλές ξυλόγλυπτες εικόνες καί νά μήν το Θυμάται. Άν εκείνος του δώση μιά είκονίτσα πλαστικοποιημένη, αυτός συγκινείται από τήν είκονίτσα αύτη, παρόλο πού είναι μικρής αξίας, καί από ευγνωμοσύνη σκέφτεται πώς νά το άνταποδώση.
Ακόμη καί ολόκληρη Εκκλησία μπορεί νά δώση, καί το οικόπεδο, καί νά το ξεχάση. Δηλαδή ή σωστή πνευματική πορεία είναι νά ξεχνάη κανείς τά καλά πού κάνει καί νά Θυμάται τά καλά πού του κάνουν οί άλλοι.
Όταν φθάση σ' αυτήν τήν κατάσταση ό άνθρωπος, τότε είναι άνθρωπος· άνθρωπος του Θεού. Άν όμως συνέχεια ξεχνάη τις καλωσύνες πού του έκαναν οί άλλοι καί θυμάται τις καλωσύνες πού έκανε αυτός, αυτή είναι αντίθετη εργασία από αυτήν πού ζητάει ό Χριστός.
Άλλα καί όταν σκέφτεται «εσύ μου έδωσες τόσο καί εγώ σου έδωσα τόσο», αυτό πάλι είναι
μπακαλίστικο πράγμα. Έγώ κοιτάω νά δώσω σ' αυτόν πού έχει μεγαλύτερη ανάγκη.
Δεν υπολογίζω μπακαλίστικα: ό τάδε μου έδωσε αυτά τά βιβλία καί έγώ τώρα σ' αυτόν χρωστάω τόσα, οπότε πρέπει νά του τά δώσω, γιά νά εξοφλήσω.
Ή, άν ό άλλος δεν μου έδωσε, δεν θά του δώσω καί έγώ τίποτε. Καί αυτό είναι μιά ανθρώπινη δικαιοσύνη.
Αυτός πού παίρνει κάτι, δέχεται ανθρώπινη χαρά. Αυτός πού δίνει, δέχεται θεϊκή χαρά. Τήν θεϊκή χαρά μέ τό δόσιμο τήν παίρνουμε. Μου δίνει λ.χ. κάποιος ένα βιβλίο.
Αυτός τώρα χαίρεται πνευματικά, θεϊκά, καί έγώ πού πήρα τό βιβλίο χαίρομαι ανθρώπινα. Όταν καί έγώ δώσω τό βιβλίο, θά χαρώ καί έγώ θεϊκά, καί ό άλλος πού θά τό πάρη θά χαρή ανθρώπινα. Οταν καί εκείνος τό δώση, θά χαρή καί αυτός θεϊκά, καί εκείνος πού θά τό πάρη θά χαρή ανθρώπινα. Άν όμως καί αυτός τό δώση, τότε θά χαρή καί θεϊκά κ.ο.κ.
Βλέπετε πώς μέ ένα πράγμα μπορούν πολλοί άνθρωποι νά χαρούν καί ανθρώπινα καί θεϊκά;
Νά μάθη κανείς να χαίρεται με τό να δίνη. Όταν χαίρεται με τό νά δίνη, είναι τοποθετημένος σωστά, είναι δικτυωμένος με τον Χριστό· έχει την θεία Χάρη.
Οταν δίνη ή προσφέρη κάτι, ή χαρά πού νιώθει έχει θειο οξυγόνο. Οταν χαίρεται με τό νά λαμβάνη ή νά θυσιάζωνται οι άλλοι γι' αυτόν, αύτη ή χαρά έχει μπόχα, ασφυξία.
Τέτοιοι άνθρωποι πού δίνονται, χωρίς νά υπολογίζουν τον εαυτό τους, θά μας κρίνουν μεθαύριο. Τί χαρά νιώθουν αυτοί οι άνθρωποι!
Αυτούς τους προστατεύει ο Χριστός. Αλλά οι περισσότεροι άνθρωποι χαίρονται με τό νά παίρνουν καί στερούνται την θεϊκή χαρά, γι' αυτό είναι βασανισμένοι.
Ό Χριστός συγκινείται, όταν αγαπάμε τον πλησίον μας πιο πολύ από τον εαυτό μας, καί μάς γεμίζει με θεία ευφροσύνη. Βλέπεις, Εκείνος δεν περιορίσθηκε στο «αγαπήσεις τον πλησίον σου ώς σεαυτόν»[1], άλλα θυσιάσθηκε γιά τον άνθρωπο.

«Ό φιλάργυρος μαζεύει, γιά νά τά βρουν οι άλλοι»

- Γέροντα, είναι δυό αδελφάκια· τό μικρό δίνει, ενώ τό μεγάλο δεν δίνει.
- Νά μάθουν οι γονείς καί στο μεγάλο νά γλυκαίνεται άπό τό νά δίνη. Αν τό μεγάλο δούλεψη πάνω σ' αυτό, θά εχη μεγαλύτερο μισθό άπό τό μικρό πού άπό την φύση του δίνει, καί θά γίνη καλύτερο.
- Γέροντα, πώς θά απαλλαγή κανείς άπό την στενότητα της καρδιάς, άπό την δυσκολία πού έχει νά δίνη;
-Τί, είσαι τσιγγούνα; Θά σε πετάξω εξω! Καί στην διακονία, λ.χ. όταν είσαι στο άρχονταρίκι, νά πάρης μιά γενική ευλογία, γιά νά μπορής νά δίνης. Βλέπεις καί ό Θεός πόσο άφθονα δίνει σε όλους τις ευλογίες Του; Αν δεν συνηθίση νά δίνη κανείς, μαθαίνει στην τσιγγουνιά καί δυσκολεύεται μετά νά δώση.
Ό φιλάργυρος είναι «κουμπαράς»· μαζεύει αυτός, γιά νά τά βρουν οί άλλοι. Χάνει έτσι τήν χαρά τού δοσίματος καί τήν θεία ανταπόδοση. Λέω σε έναν πλούσιο μιά φορά: «Τί τά μαζεύεις; Υποχρεώσεις δεν έχεις. Τί θά τά κάνης;». «Έδώ θά μείνουν, μου λέει, όταν πεθάνω». «Έγώ σού δίνω ευλογία, τού λέω, νά τά πάρης επάνω όλα!». «Έδώ θά μείνουν, ξαναλέει. Άμα πεθάνω, άς τά πάρουν οί άλλοι». «Έμ, έδώ θά μείνουν, τού λέω.
Ό σκοπός είναι νά τά δώσης με τά ίδια σου τά χέρια τώρα πού ζής!». Δεν υπάρχει πιο ανόητος άνθρωπος από τον πλεονέκτη, πού μαζεύει συνέχεια καί ζή συνέχεια μέ στέρηση καί τελικά αγοράζει τήν κόλαση μέ τις συγκεντρωμένες του οικονομίες. Το έχει τελείως χαμένο, γιατί δεν δίνει καί χάνεται μέ υλικά πράγματα, οπότε χάνει τον Χριστό.
Τον τσιγγούνη τον κοροϊδεύουν καί οί άλλοι. Ήταν ένας πολύ πλούσιος κτηματίας· είχε χωράφια σέ μιά επαρχία, είχε καί στην Αθήνα διαμερίσματα, άλλα ήταν πολύ τσιγγούνης.
Μιά φορά έφτιαξε μιά χύτρα φασολάδα τελείως νερουλή, γιά νά φάνε οί εργάτες πού δούλευαν στά χωράφια του. Παλιά δούλευαν οί καημένοι άπό το πρωί, πριν βγή ό ήλιος, μέχρι νά βασιλέψη. Το μεσημέρι πού σταμάτησαν λίγο, γιά νά ξεκουρασθούν, άδειασε το αφεντικό μέσα σέ έναν ταβά τήν φασολάδα καί φώναξε τους εργάτες νά φάνε.
Κάθησαν γύρω-γύρω οί καημένοι οί εργάτες καί άρχισαν νά τρώνε· πότε έπιαναν μέ το κουτάλι άπό κανένα φασόλι, πότε μόνον ζουμί! Ένας εργάτης ήταν πολύ πειραχτήρι. Αφήνει το κουτάλι του καί πάει παραπέρα.
Βγάζει τις αρβύλες του, τις κάλτσες του καί προχωράει νά μπή μέσα στον ταβά. «Τί κάνεις;», τού λένε οί άλλοι. «Λέω νά μπώ μέσα, μήπως πιάσω κανένα φασόλι!», τους λέει.
Τόσο τσιγγούνης ήταν εκείνος ό ταλαίπωρος. Γι' αυτό, χίλιες φορές νά τόν κυριέψη ή σπατάλη τόν άνθρωπο παρά ή τσιγγουνιά.
- Ή τσιγγουνιά είναι αρρώστια, Γέροντα.
- Πολύ μεγάλη αρρώστια! Άμα κυριέψη τόν άνθρωπο ή τσιγγουνιά, μεγαλύτερη αρρώστια δεν υπάρχει. Ή οικονομία καλή είναι, άλλα νά προσέξη κανείς νά μήν τόν κυριέψη σιγά-σιγά ό πειρασμός μέ τήν τσιγγουνιά.
- Μερικοί, Γέροντα, από τήν τσιγγουνιά μένουν νηστικοί.
- Μόνον νηστικοί; Ήταν ένας έμπορος πλούσιος πού είχε ένα μεγάλο εμπορικό καί έκοβε μέ τόν σουγιά στά τρία εκείνα τά σπίρτα τά πλακέ!
Μιά άλλη πολύ πλούσια είχε ένα θειαφοκέρι· κρατούσε κάρβουνα καί έπαιρνε μέ τό θειαφοκέρι από τά κάρβουνα νά άνάψη τήν φωτιά, γιά νά μήν ξοδέψη κανένα σπίρτο. Καί είχε σπίτια, κτήματα, μεγάλη περιουσία.
Δέν λέω νά είναι κανείς σπάταλος, αλλά τουλάχιστον, όταν κάποιος είναι σπάταλος, αν τού ζήτησης κάτι, εύκολα θά σού τό δώση. Αν είναι τσιγγούνης, θά λυπάται νά σού τό δώση.
Ήταν μιά φορά δυο νοικοκυρές καί συζητούσαν στην γειτονιά γιά σαλάτες, γιά ξίδια καί πάνω στην συζήτηση είπε ή μία: «'Έχω πολύ καλό ξίδι».
Μιά φορά χρειάσθηκε ή άλλη ή φουκαριάρα λίγο ξίδι καί πήγε νά τής ζητήση. «Ακου εδώ, της λέει εκείνη, εγώ, αν τό έδινα, δέν θά είχα ξίδι επτά χρόνων!».
Καλά είναι νά κάνη οικονομία κανείς καί νά δίνη. Οικονόμος δέν θά πή τσιγγούνης. Ό πατέρας μου χρήματα δέν κρατούσε. Στά Φάρασα δέν είχαν ξενοδοχείο- τό σπίτι μας ήταν σάν ξενοδοχείο.
Όποιος ερχόταν στό χωριό, στον πρόεδρο θά πήγαινε νά μείνη. Θά έτρωγε, θά τού έπλεναν τά πόδια, θά τού έδιναν καί κάλτσες καθαρές.
Τώρα, βλέπω ότι καί σέ μερικά προσκυνήματα έχουν αποθήκες ολόκληρες μέ κανδήλια καί δέν λένε: «Έχουμε, μή μας δίνετε άλλα». Αυτά ούτε μπορούν νά τά χρήσιμοποιήσουν οΰτε να τά πουλήσουν, άλλα οΰτε και τα δίνουν.
Οταν άρχίση να μαζεύη κανείς, δένεται καί δεν μπορεί να δώση. Αν όμως άρχίση να μη μαζεύη πράγματα και τά δίνη, τότε Θά μαζευτή ή καρδιά στον Χριστό, χωρίς νά το καταλάβη.
Μιά χήρα νά μην εχη χρήματα νά άγοράση έναν πήχυ ύφασμα νά ντύση τά παιδιά της, καί εγώ νά μαζεύω!
Πώς νά τό ανεχθώ αυτό; Στο Καλύβι δεν έχω ούτε πιάτα ούτε κατσαρόλια· τενεκεδάκια έχω.
Προτιμώ ένα πεντακοσάρικο νά τό δώσω σε έναν φοιτητή, νά πάη από τό ένα μοναστήρι στο άλλο, παρά νά πάρω κάτι γιά μένα. Αν δεν μαζεύης, έχεις ευλογία άπό τον Θεό. Οταν δίνης ευλογία, παίρνεις ευλογία. Ή ευλογία γεννάει ευλογία.

1. Λευϊτ. 19,18· Ματθ. 22, 39· Μάρκ. 12, 31 καί Λουκ, 10,27.

Απόσπασμα από τις σελίδες  158 -163 του βιβλίου:



        ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
                              ΛΟΓΟΙ  Β΄              
              ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ
                  ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ
       «ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ»
                  ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου