Η ελπίς μου ο Θεός, καταφυγή μου ο Υιός, σκέπη μου το Πνεύμα το Άγιον, Τριάς Αγία Δόξα Σοι

Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2015

Ο ΙΕΡΟΕΞΕΤΑΣΤΗΣ 4 - «Ὁ ἄνθρωπος δὲν ζητάει τόσο τὸν Θεὸ ὅσο τὰ θαύματα»

ΤΑ ΤΡΙΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΠΡΟΦΗΤΕΥΕΤΑΙ ΟΛΗ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΟΣ –4


Ἀπόσπασμα [Δ´] ἀπὸ τὸ μυθιστόρημα τοῦ Φιοντόρ Ντοστογιέφσκυ
«Ἀδελφοὶ Καραμαζώφ»,
μετάφρ. Ἀρ. Ἀλεξάνδρου, ἐκδ. Γκοβόστη, χ. χρ. τόμ. 2,σελ. 109-111
                                Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»


Α´ Μέρος: ΤΑ ΤΡΙΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΠΡΟΦΗΤΕΥΕΤΑΙ ΟΛΗ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΟΣ –1  https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/03/22/τὰ-τρία-ἐρωτήματα-ποὺ-προφητεύεται1/


Β´ Μέρος: ΤΑ ΤΡΙΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΠΡΟΦΗΤΕΥΕΤΑΙ ΟΛΗ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΟΣ –2 («Κάντε μας σκλάβους, μὰ χορτάστε μας») https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/03/23/τὰ-τρία-ἐρωτήματα-ποὺ-προφητεύεται2/


Γ´ Μέρος: ΤΑ ΤΡΙΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΠΡΟΦΗΤΕΥΕΤΑΙ ΟΛΗ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΟΣ –3 («Ἡ πιὸ βασανιστικὴ φροντίδα γιὰ τὸν ἄνθρωπο εἶναι νὰ βρεῖ ὅσο μπορεῖ γρηγορότερα κάποιον ποὺ νὰ μπορεῖ νὰ τοῦ παραδώσει τὸ δῶρο τῆς ἐλευθερίας») https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/03/27/τὰ-τρία-ἐρωτήματα-ποὺ-προφητεύεται3/


Κι ὅμως τί Σοῦ εἶχε προσφερθεῖ! Ὑπάρχουν τρεῖς δυνάμεις στὸν κόσμο ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ νικήσουν καὶ νὰ ὑποτάξουν γιὰ πάντα τὴν συνείδηση αὐτῶν τῶν ἀδύναμων στασιαστῶν, κι αὐτὸ γιὰ τὴν δική τους τὴν εὐτυχία. 

 Αὐτὲς οἱ δυνάμεις εἶναι: Τὸ θαῦμα, τὸ μυστήριο καὶ τὸ κύρος. Ἐσὺ ἀπέρριψες καὶ τό ᾽να και τ᾽ ἄλλο καὶ τὸ τρίτο κι ἔδωσες μονάχος Σου τὸ παράδειγμα γιὰ νὰ κάνουν ὅλοι τὸ ἴδιο. Ὅταν τὸ τρομερὸ καὶ πάνσοφο πνεῦμα Σ᾽ ἔβαλε στὴν κορφὴ τοῦ ναοῦ καὶ Σοῦ εἶπε: «Εἰ υἱὸς εἶ τοῦ Θεοῦ, βάλε σεαυτὸν ἐντεῦθεν κάτω· γέγραπται γὰρ ὅτι τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ ἐντελεῖται περὶ σοῦ τοῦ διαφυλάξαι σε, καὶ ὅτι ἐπὶ χειρῶν ἀροῦσι σε, μήποτε προσκόψῃς πρὸς λίθον τὸν πόδα σου. Καὶ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς ὅτι εἴρηται, οὐκ ἐκπειράσεις Κύριον τὸν Θεόν σου». 

Μὰ Ἐσύ, ἀφοῦ ἄκουσες τὴν πρόταση, τὴν ἀπέρριψες, δὲν ὑπέκυψες στὸν πειρασμὸ καὶ δὲν ρίχτηκες στὸ κενό. Ὤ, φέρθηκες βέβαια περήφανα καὶ μεγαλόπρεπα, σὰ Θεός, μὰ οἱ ἄνθρωποι, αὐτὸ τὸ ἀδύναμο γένος τῶν στασιαστῶν, εἶναι τάχα θεοί; Ὤ, τὸ κατάλαβες τότε πὼς κι ἕνα βῆμα νά ᾽κανες, καὶ μία κίνηση νά ᾽κανες γιὰ νὰ πέσεις κάτω, θά ᾽ταν σὰ νά ᾽βαζες σὲ πειρασμὸ τὸν Κύριο καὶ θά ᾽χανες ὅλη Σου τὴν πίστη σ᾽ Αὐτὸν καὶ θὰ συντριβόσουν πάνω σ᾽ αὐτὴ τὴν γῆ, ποὺ ἦρθες νὰ σώσεις καὶ τὸ σοφὸ πνεῦμα, ποὺ Σὲ εἶχε βάλει σὲ πειρασμό, θὰ χαιρόταν. 

Μά, τὸ ξαναλέω, ὑπάρχουν ἆραγε πολλοὶ σὰν καὶ Σένα; Καὶ μπόρεσες τάχα ἔστω καὶ γιὰ μιὰ μονάχα στιγμὴ νὰ φανταστεῖς πὼς κι οἱ ἄνθρωποι θὰ μποροῦσαν νὰ νικήσουν ἕναν τέτοιο πειρασμό; Μήπως τάχα ἡ ἀνθρώπινη φύση εἶναι ἔτσι φτιαγμένη ποὺ ν᾽ ἀπορρίπτει τὸ θαῦμα ἀκόμα καὶ στὶς τέτοιες τρομερὲς στιγμὲς τῆς ζωῆς, καὶ τὶς στιγμὲς τῶν πιὸ τρομερῶν καὶ τῶν πιὸ βασικῶν ψυχικῶν προβλημάτων νὰ τὶς ἀντιμετωπίζει μονάχα μὲ τὴν ἐλεύθερη ἀπόφαση τῆς καρδιᾶς; Ὤ, τό ᾽ξερες πὼς ὁ ἆθλος σου θὰ μείνει γραμμένος στὰ βιβλία, θὰ φτάσει ὣς τὰ βάθη τῶν αἰώνων κι ὣς τὶς ἐσχατιὲς τῆς γῆς κι ἔλπιζες πὼς ὁ ἄνθρωπος ἀκολουθώντας τὸ παράδειγμά Σου θὰ μπορέσει νὰ πιστεύει στὸν Θεὸ χωρὶς νά ᾽χει ἀνάγκη ἀπὸ θαύματα. 

Μὰ δὲν ἤξερες πὼς μόλις ὁ ἄνθρωπος ἀρνηθεῖ τὸ θαῦμα, θ᾽ ἀρνηθεῖ παρευθὺς καὶ τὸν Θεό, γιατί ὁ ἄνθρωπος δὲν ζητάει τόσο τὸν Θεὸ ὅσο τὰ θαύματα. Κι ἐπειδὴ ὁ ἄνθρωπος δὲν ἔχει τὴν δύναμη νὰ μείνει δίχως θαύματα, θὰ δημιουργήσει γιὰ τὸν ἑαυτό του νέα θαύματα, δικά του πιά, καὶ θὰ προσκυνήσει τὶς μαγγανεῖες, τὰ ξόρκια τῶν τσαρλατάνων ἔστω κι ἂν εἶναι ἑκατὸ φορὲς στασιαστής, αἱρετικὸς καὶ ἄθεος. Δὲν κατέβηκες ἀπ᾽ τὸν σταυρό, ὅταν Σου φωνάζανε περιγελώντας καὶ λοιδορώντας Σε: «Κατέβα ἀπ᾽ τὸν σταυρὸ γιὰ νὰ πιστέψουμε πὼς εἶσαι Σύ». Δὲν κατέβηκες, γιατί καὶ πάλι δὲν θέλησες νὰ σκλαβώσεις τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸ θαῦμα καὶ λαχταρώντας τὴν ἐλεύθερη πίστη κι ὄχι αὐτὴν ποὺ γεννιέται ἀπὸ θαῦμα. 

Λαχταροῦσες τὴν ἐλεύθερη ἀγάπη κι ὄχι τοὺς δουλικοὺς ἐνθουσιασμοὺς τοῦ σκλάβου, τοῦ τρομοκρατημένου μπροστὰ σὲ μίαν ἰσχὺ ποὺ τὸν συντρίβει. Μὰ καὶ δῶ ἐκτίμησες τοὺς ἀνθρώπους τόσο ποὺ δὲν τ᾽ ἀξίζανε, γιατί φυσικὰ αὐτοὶ εἶναι δοῦλοι, ἂν καὶ πλάστηκαν ἐπαναστάτες. Κοίτα καὶ κρίνε μονάχος Σου. Νά, πέρασαν πιὰ δεκαπέντε αἰῶνες. Κοίταξέ τους: Ποιόν πῆγες ν᾽ ἀνυψώσεις ὣς τὸν ἑαυτό Σου; Παίρνω ὅρκο πὼς ὁ ἄνθρωπος πλάστηκε πιὸ ἀδύναμος καὶ πιὸ ταπεινός ἀπ᾽ ὅ,τι τὸν νόμισες! Μπορεῖ, μπορεῖ τάχα νὰ ἐπιτελέσει ὅ,τι καὶ Ἐσύ; Ἐκτιμώντας τον τόσο πολὺ φέρθηκες μαζί του σὰ νά ᾽παψες πιὰ νὰ τὸν συμπονεῖς, γιατί τοῦ ζήτησες πάρα πολλά. 

Καὶ ποιός; Ἐκεῖνος ποὺ τὸν ἀγάπησε περισσότερο κι ἀπ᾽ τὸν Ἑαυτό Του! Ἂν τὸν ἐκτιμοῦσες λιγότερο, θὰ τοῦ ζητοῦσες λιγότερα καὶ τότε θά ᾽δειχνες πὼς τὸν ἀγαπᾶς πιὸ πολύ, γιατί τὸ βάρος ποὺ θὰ τὸν ἔβαζες νὰ σηκώσει θά ᾽ταν μικρότερο. Αὐτὸς εἶναι ἀδύναμος καὶ τιποτένιος. Τί σημαίνει ἂν τώρα ἐπαναστατεῖ παντοῦ ἐνάντια στὴν ἐξουσία μας καὶ καυχιέται κιόλας γιατί εἶναι ἐπαναστάτης; Αὐτὸ εἶναι περηφάνια ἑνὸς παιδιοῦ, ἑνὸς σκολιαρόπαιδου. Εἶναι μικρὰ παιδιὰ ποὺ ξεσηκώθηκαν στὴν τάξη καὶ διώξανε τὸν δάσκαλό τους. Μὰ θά ᾽ρθει κι ἕνα τέλος στὸν παιδιάστικο ἐνθουσιασμό τους κι ὅλ᾽ αὐτὰ θὰ τοὺς κοστίσουν ἀκριβά. Θ᾽ ἀνατρέψουν τοὺς ναοὺς καὶ θὰ πλημυρίσουν μὲ αἷμα τὴ γῆ.  

Μὰ στὸ τέλος θ᾽ ἀντιληφθοῦν τ᾽ ἀνόητα παιδιὰ πὼς ἂν κι εἶναι στασιαστές, εἶναι ἀδύναμοι στασιαστὲς ποὺ δὲν μποροῦν νὰ βαστάξουν οὔτε τὴν δική τους ἀνταρσία. Μουσκεμένοι στ᾽ ἀνόητα δάκριά τους, θὰ παραδεχτοῦν στὸ τέλος πὼς Ἐκεῖνος ποὺ τοὺς ἔφτιαξε ἐπαναστάτες, τὸ δίχως ἄλλο θέλησε νὰ τοὺς περιγελάσει. Αὐτὸ θὰ τὸ ποῦνε μέσα στὴν ἀπόγνωσή τους κι ἡ λέξη αὐτὴ θά ᾽ναι μιὰ βλασφημία ποὺ θὰ τοὺς κάνει ἀκόμα πιὸ δυστυχισμένους, γιατί ἡ ἀνθρώπινη φύση δὲν ἀνέχεται τὴν βλασφημία καὶ στὸ τέλος θὰ ἐκδικηθεῖ ἡ ἴδια τὸν ἑαυτό της γι᾽ αὐτήν. Ἀνησυχία λοιπόν, ταραχή, δυστυχία, νὰ ποιὰ εἶναι ἡ τωρινὴ μοῖρα τῶν ἀνθρώπων ὕστερα ἀπ᾽ τὰ τόσα ποὺ ὑπέφερες γιὰ τὴν ἐλευθερία τους.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου