Έλπίς μου ὁ Πατήρ, καταφυγή μου ὁ Υἱός, Σκέπη μου τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον. Τριὰς Ἁγία, δόξα Σοι.

Δεῦτε ἀπὸ θέας Γυναῖκες εὐαγγελίστριαι, καὶ τῇ Σιὼν εἴπατε· Δέχου παρ΄ ἡμῶν Χαρᾶς Εὐαγγέλια, Τῆς Ἀναστάσεως Χριστοῦ. Τέρπου, χόρευε, καὶ ἀγάλλου Ἱερουσαλήμ, τὸν Βασιλέα Χριστόν, θεασαμένη ἐκ τοῦ μνήματος, ὡς Νυμφίον προερχόμενον.


Τετάρτη 4 Ιουνίου 2014

Η υπόσταση της Εκκλησίας, του Γέροντα Ιωσήφ Βατοπαιδινού


Η αδράνεια και αδιαφορία των καιρών μας που επικρατούν, μας αποκαρδιώνουν, διότι τα ενδιαφέροντα του κόσμου όλο και περισσότερο περιορίζονται γύρω από το  ψυχρό ατομισμό και την εμπαθή ιδιοτέλεια. Σε  μια  τέτοιου είδους ιδιοτέλεια για ποιά  αιωνιότητα και αθανασία να μιλήσει κάποιος; Οι σιδηροδέσμιοι οπαδοὶ της υλοφροσύνης και ματαιότητας αντιμετωπίζουν με  πολλή υποψία καθετί αιώνιο. Σκληρά εγκλωβισμένοι στα δεσμά του χρόνου και  του χώρου δεν αντέχουν σε παραλληλισμούς, ή ίσως από την αδράνεια που τους αιχμαλωτίζει δεν μπορούν να ασχοληθούν με κάτι το υπερχρονικό, το  υπερτοπικό, με κάτι που είναι αιώνιο. Τέτοιες  σκέψεις τις θεωρούν ως ξένη εισβολή και  επίθεση και απειλούν με πόλεμο. Ο ουμανιστής πολλές φορές θεωρεί μια  τέτοια επίθεση ως βία κατά της ελευθερίας του και  τη χαρακτηρίζει ως ασυγχώρητο θράσος.
 
Βυθισμένος ολόκληρος στην ύλη, αφού με  τη  δύναμη της βαρύτητας είναι δεμένος στο χώρο και το χρόνο, με το πνεύμα του αποκομμένο από την έννοια της αιωνιότητας, δεν  προτιμά τις θεωρίες γι’ αυτό το θέμα ως δύσκολες. Φοβάται  το χάσμα μεταξύ χρόνου και αιωνιότητας, θεωρώντας το ως αγεφύρωτο, αφού του λείπουν η αναγκαία ικανότητα και δύναμη για να το κοιτάξει. Όλα αυτά προκαλεί ο ακοίμητος και αδιάλλακτος εχθρός του ανθρώπου, ο θάνατος, ο οποίος μεταμορφώνει τα πάντα στα  δικά του φθαρμένα και πρόσκαιρα επιτελεία και ειρωνεύεται καθετί το αιώνιο και διαρκές. Ο ενδοκοσμικός ουμανιστής ερμηνεύει με τα θνητά του αισθητήρια τον  θνητό άνθρωπο και  ειρωνεύεται την  έννοια της αθανασίας.
Η αίσθηση της αθανασίας στον άνθρωπο δεν είναι εξωτερική μάθηση ή επιβολή αλλά εσωτερική κατάσταση και πρέπει κατά κάποιον τρόπο ο άνθρωπος να πάσχει την αθανασία συμμετέχοντας στην αυτοαθανασία του Κυρίου του, του οποίου τα ίχνη ακολουθεί. Για  να είναι δε πάλιν αιώνιος, πρέπει με το κέντρο της αυτοσυνειδησίας του να γνωρίζει καλά τον εαυτό του αιώνιο, διότι το κέντρο του στόχου και ενδιαφέροντός του, ο Χριστός, είναι ο μόνος αιώνιος και αθάνατος. Χωρίς  αυτά και η αθανασία και η αιωνιότητα είναι κανόνες εξωτερικοί χωρίς νόημα. Οι  προηγούμενες  γενεές ίσως  έτσι  να ένοιωθαν. Στη  δική μας γενεά έχει ατροφήσει ανησυχητικά, όπως μας πληροφορεί η μυστηριώδης δομή της ανθρώπινης υπάρξεως.
Εκείνο που ενδιαφέρει πραγματικά είναι το πως να αναζωπυρώσει κάποιος μέσα του αυτό το αίσθημα το οποίον είναι σβησμένο και να ανορθώσει την θολωμένη επίγνωση. Τα μέσα και οι φιλοσοφίες των ανθρώπων, δεν είναι ικανά να  το πραγματοποιήσουν, παρά μόνο ο Θεός, ο οποίος τον  αθάνατο εαυτό του ενσάρκωσε μέσα στην ανθρώπινη αυτοαίσθηση και αυτοσυνείδηση και  συνένωσε την θεία και την ανθρώπινη φύση σε  ένα, τον Θεάνθρωπο, και μετέδωσε στην  ανθρώπινη μηδαμινότητα από τα δικά του θεία γνωρίσματα, την απεραντοσύνη, την αθανασία και την αιωνιότητα. Ναι,  με αυτόν τον τρόπο ο Θεάνθρωπος Χριστός με το πρόσωπό του γεφύρωσε το χάσμα μεταξύ του χρόνου και της αιωνιότητας και αποκατέστησε τις μεταξύ τους σχέσεις. Γι’ αυτό μόνον ο άνθρωπος εκείνος, ο οποίος ενώνεται οργανικά με  τον Θεάνθρωπο Χριστό και  με  το σώμα του, την Εκκλησία, αισθάνεται τον εαυτό του στα όρια της αθανασίας και της αιωνιότητας. Για   τη δική μας φύση ο Χριστός έγινε η μοναδική μετάβαση και διάβαση από το χρόνο στην αιωνιότητα, από την αυτοαίσθηση της θνητότητας στην αίσθηση της αθανασίας, από την  αυτογνωσία του προσωρινού και πρόσκαιρου στην αυτοσυνειδησία της χωρίς όρια αιωνιότητας. Η Εκκλησία, ως η αιωνίως ζωντανή υπόσταση του Θεανθρώπου Χριστού, είναι πάντοτε η αιώνια υπόστασή του και  στο  παρόν και  στην  αιωνιότητα ως θεανθρώπινη υπόσταση, θεανθρώπινο πνεύμα και σώμα. Ο ορισμός της Εκκλησίας, η ζωή της, ο σκοπός της, το  πνεύμα της, το  πρόγραμμά της, οι μέθοδοί της και ό,τι άλλο την αποτελεί, όλα έχουν δοθεί από τον Θεάνθρωπο Χριστό. Δικαίως η αποστολή της Εκκλησίας είναι να ενώσει και να ενώνει οργανικά και προσωπικά όλα τα μέλη της με το θείο πρόσωπο του Χριστού και να μεταβάλει τα πνευματικά τους αισθητήρια στην θεανθρώπινη χριστοαίσθηση και χριστολογία, να γίνει όλη η ζωή εν Χριστώ και από τον   Χριστό· να  ζουν όχι οι ίδιοι, αλλά να ζει μέσα τους ο Χριστός ( βλ. Γαλ. 2, 20). Ο Χριστός με την Εκκλησία εξασφαλίζει στους πιστούς την αθανασία και την  αιωνιότητα κάνοντάς τους μετόχους θείας φύσεως (βλ. Β΄ Πέτρ. 1, 4). Αποστολή ακόμη της Εκκλησίας είναι να  κάνει κάθε μέλος της να συνειδητοποιήσει ότι την κανονική κατάσταση της ανθρώπινης προσωπικότητας αποτελούν η αθανασία και  η αιωνιότητα και όχι η εδώ προσωρινή ζωή. Ο άνθρωπος είναι ένας οδοιπόρος, ο οποίος πορεύεται προς την αθανασία, την αιωνιότητα και τις θείες επαγγελίες.
Η Εκκλησία, αν και ευρίσκεται μέσα στα όρια του χρόνου και  του χώρου, είναι θεανθρώπινη, και αν και ευρίσκεται σ’ αυτόν τον κόσμο δεν είναι όμως απ’ αυτόν ( βλ. Ιω. 18, 36).
Ευρίσκεται σ’ αυτό τον κόσμο, για να τον οδηγήσει προς τα άνω, απ’ όπου και η ίδια προέρχεται. «Η Εκκλησία είναι οικουμενική» κατά το λόγο του μεγάλου μας πατέρα και θεολόγου Ιουστίνου Πόποβιτς· «καθολική, θεανθρώπινη, αιώνια, και γι’ αυτό αποτελεί προδοσία και ασυγχώρητη βλασφημία εναντίον του Χριστού και του Αγίου Πνεύματος το να υποβιβάζουμε την Εκκλησία σε ένα εθνικό ίδρυμα»(βλ. Αρχιμ. Ιουστίνου Πόποβιτς, Άνθρωπος και  Θεάνθρωπος. Εσωτερική αποστολή της Εκκλησίας μας, σελ. 55). Πράγματι, ο σκοπός της Εκκλησίας είναι υπερεθνικός, οικουμενικός και  πανανθρώπινος, ώστε να ενώνει εν Χριστώ όλους τους ανθρώπους χωρίς εξαιρέσεις εθνικότητας, φυλής ή κοινωνικού επιπέδου. «Δεν υπάρχει πια Ιουδαίος και ειδωλολάτρης, δεν υπάρχει δούλος και  ελεύθερος, δεν υπάρχει άνδρας και γυναίκα· όλοι σας είστε ένας χάρη στον  Ιησού Χριστό»(Γαλ. 3, 28), διότι «του Χριστού είναι όλα και ο Χριστός είναι σε όλα»(Κολ. 3, 11).
Η Εκκλησία είναι μία.  Δεν υπάρχει παρά μία Εκκλησία του Χριστού, η οποία είναι το  σώμα του, και  ο Χριστός ουδέποτε διαιρείται. Στον σαρκωμένο  Χριστό η ενότητα του ανθρώπινου γένους, που διασπάσθηκε από την πτώση και  την αμαρτία, αποκαταστάθηκε με τον καλύτερο τρόπο. Με  το σώμα του Χριστού, την Εκκλησία, εγκαινιάσθηκε εντελώς νέο καθεστώς υπάρξεως. Το  κύριο λειτούργημα της Εκκλησίας στον κόσμο είναι να συγκεντρώνει τα  χωρισμένα και  διασκορπισμένα άτομα και να τα ενώνει μέσα σε μια οργανική και ζωντανή ενότητα εν Χριστώ. Η ενότητα  της Εκκλησίας είναι ταυτοχρόνως η αρχή και το τέλος της υπάρξεώς της· το ίδιο το θεμέλιο και ο σκοπός, το  αρχικό δεδομένο και το πρόβλημα προς επίλυση. «Η ενότητα του Πνεύματος» δόθηκε εξ αρχής, αλλά πρέπει να διατηρείται και να συνεχίζεται «με το σύνδεσμο της ειρήνης»(Εφεσ. 4, 3) με την αδιάκοπη προσπάθεια της πίστεως και της αγάπης με τον Χριστό και με την κοινωνία του Αγίου Πνεύματος. Η καθολικότητα της Εκκλησίας είναι ήδη δεδομένη. Η καθολικότητα του σώματος προσδιορίζεται από την ενότητα του αρχηγού της και του Παρακλήτου. Η  πλήρης καθολικότητα συνεπάγεται τέλεια μεταμόρφωση της ανθρώπινης ζωής, η οποία δεν  πραγματοποιείται παρά με πνευματικές προσπάθειες, με επιτεύγματα αγάπης και  αυταπαρνήσεως. Με  το μυστήριο της θείας οικονομίας ο Θεός Λόγος άνοιξε σε όλους μας το δρόμο προς την Τριαδική Θεότητα. Στο θεανθρώπινο αυτό μυστήριο, στο οποίο ολοκληρώθηκε η θεία οικονομία, όλα προέρχονται και υπάρχουν «εκ του Πατρός δι’ Υιού εν Πνεύματι Αγίω». Αυτός είναι ο κύριος νόμος στο θεανθρώπινο σώμα της Εκκλησίας, ο ύψιστος στόχος στη ζωή της, ο πραγματικός σκοπός στη ζωή κάθε μέλους της, και έτσι ζωή και σωτηρία στην πραγματικότητα είναι διαβίωση στην  Παναγία Τριάδα, τον ένα Θεό μας. Όλα αυτά τα έκανε ο Κύριός μας στο σώμα του, την Εκκλησία, με τη σταύρωση, την ανάσταση και την ανάληψή του. Με τη  χάρη του ο Κύριός μας μεταμορφώνει τους ανθρώπους από παλαιούς σε νέους, δίδοντάς τους δύναμη για νέα ζωή.
Ο Θεός Λόγος έλαβε σώμα με τη σάρκωσή του, και όλο το μυστήριο της θείας οικονομίας, της σωτηρίας του κόσμου, «ετελείωσε», δηλ. ολοκληρώθηκε με το σώμα του και στο  σώμα του. Έτσι το σώμα του έγινε Εκκλησία, στην  οποίαν αδιάκοπα συνεχίζεται όλο το μυστήριο της θείας οικονομίας, της σωτηρίας του κόσμου από την αμαρτία, τον θάνατο και το διάβολο. Όλη η καινοδιαθηκική επαγγελία, σ’ αυτό έγκειται, δηλαδή στην ειρήνη που ευαγγελίσθηκε σε όλους. Αυτό είναι πάντοτε μια αληθινή και ζωντανή υπόσχεση για τους αυτόπτες μάρτυρες του Κυρίου πριν δύο χιλιάδες χρόνια, αλλά και για τους σημερινούς και για όλους τους ανθρώπους όλων των εποχών και των εθνοτήτων. Διά του Κυρίου Ιησού Χριστού όλοι οι άνθρωποι, και οι Ιουδαίοι και όσοι δεν γνωρίζουν τον Θεό, έχουν πρόσβαση στον Πατέρα «με το ένα πνεύμα», επειδή μόνο μέσω του Χριστού έρχονται προς τον Πατέρα(βλ. Ιω. 14, 6). Έτσι η σωτηρία είναι στην πραγματικότητα διαβίωση στην  Παναγία Τριάδα. Ό,τι είναι στην Εκκλησία θεανθρώπινο, είναι και  Τριαδικό, και  διά μέσου του Θεανθρώπου καθετί που είναι της Εκκλησίας οδηγεί στην Τριαδική Θεότητα. «Δεν είστε, λοιπόν, πια ξένοι και χωρίς δικαιώματα, αλλά ανήκετε στο λαό του Θεού, στην οικογένεια του Θεού. Προστεθήκατε κι εσείς στο οικοδόμημα που έχει θεμέλιο τους αποστόλους και τους προφήτες κι ακρογωνιαίο λίθο αυτόν τον ίδιο τον Χριστό. Μ’ αυτόν δένεται ολόκληρο το οικοδόμημα και μεγαλώνει, ώστε να γίνει ναός άγιος για τον Κύριο. Ο Κύριος οικοδομεί κι εσάς μαζί με τους άλλους, για να γίνετε πνευματική κατοικία του Θεού»(Εφεσ. 2, 19-22). Η ζωή της Εκκλησίας είναι πάντοτε καθολική «με όλους τους αγίους» (Εφεσ. 3, 18). Γι’ αυτό ο άνθρωπος στις προσπάθειες και τους αγώνες του για την εφαρμογή του ευαγγελίου, έχει στήριγμα τους αγίους, έχει τη βοήθειά τους, τις  πρεσβείες τους, είναι συμπολίτης τους.
Οι μέθοδοι της θεανθρώπινης ενώσεως όλων των ανθρώπων με τον Χριστό έχουν δοθεί από την Εκκλησία με τα άγια μυστήριά της και τα  θεανθρώπινα έργα, τα οποία είναι οι ασκήσεις των αρετών. Ήρωες αυτού του θριάμβου είναι οι όσιοι μέσα στους αιώνες, οι οποίοι με τις ποικίλες ασκήσεις απέβαλαν ολοκληρωτικά τον παλαιό άνθρωπο, που φθείρεται με τις απατηλές  επιθυμίες και  φόρεσαν τον καινούργιο άνθρωπο, που σύμφωνα με το σχέδιό του τον έπλασε ο Θεός (βλ. Εφεσ. 4, 22, 24). Με τον τρόπο αυτό έγινε η χριστοποίησή τους, η ενχρίστωσή τους, εφ’ όσον φόρεσαν την εικόνα του επουρανίου (βλ. Α΄ Κορ. 15, 49) και έμειναν «έχοντας τα μάτια τους προσηλωμένα στον Ιησού, που μας έδωσε την πίστη, την οποίαν και τελειοποιεί» (Εβρ. 12, 2). Με την πρακτική εξάσκηση των θεανθρώπινων αρετών, της πίστεως, της προσευχής, της νηστείας, της αγάπης, της πραότητας, της ευσπλαχνίας, της συμπάθειας, της ελεημοσύνης, ο άνθρωπος στερεώνει τον εαυτό του σ’ αυτήν την ενότητα, διαφυλάσσεται κάτω απ’ αυτή την αγιότητα, ζει ο ίδιος προσωπικά το πρότυπό του, τον Χριστό, με τα άλλα μέλη του αγίου του σώματος, της Εκκλησίας. Η Εκκλησία, ως υπόσταση του Θεανθρώπου Χριστού, είναι θεανθρώπινος οργανισμός, όχι ανθρώπινη οργάνωση. Η Εκκλησία είναι αδιαίρετη, όπως και το πρόσωπο του ιδρυτή της, όπως και το σώμα του. Γι’  αυτό επαναλαμβάνουμε, αποτελεί βασικό λάθος να διαιρείται ο αδιαίρετος θεανθρώπινος οργανισμός της Εκκλησίας σε  μικρές εθνικές οργανώσεις. Εμείς δε οι Αθωνίτες,  σ’ αυτή την έσχατη ώρα που σείονται τα θεμέλια της κοινωνίας, παρακαλούμε τους υπεύθυνους της Εκκλησίας να παύσουν να είναι υπηρέτες του εθνικισμού, εφ’ όσον ασφαλώς είναι εκκλησιαστικοί ηγέτες, και να γίνουν οπαδοί και διάκονοι της μιας, αγίας, καθολικής και αποστολικής Εκκλησίας. Η από τον ιδρυτή της Εκκλησίας διά των Αποστόλων και των Πατέρων παράδοση για την αποστολή της Εκκλησίας είναι να φυτεύεται και  να καλλιεργείται στη  ψυχή του λαού η αίσθηση και η επίγνωση ότι κάθε μέλος της Εκκλησίας είναι πρόσωπο καθολικό, πρόσωπο αιώνιο και  θεανθρώπινο, γι’ αυτό δε αδελφός όλων των ανθρώπων. Αυτός είναι ο σκοπός της Εκκλησίας που δόθηκε από τον Χριστό, και κάθε άλλος δεν είναι από τον  Χριστό, αλλά από τον εχθρό μας. Για  να είναι η τοπική μας Εκκλησία καθολική, πρέπει να εφαρμόζει απαραχάρακτα τα θεανθρώπινα μέσα, τα οποία είναι οι θεοειδείς αρετές και εργασίες. Αυτές εφάρμοζαν πάντοτε αφού τις παρέλαβαν από τον Κύριό μας οι άγιοι Απόστολοι και στη συνέχεια οι άγιοι διάδοχοί τους, οι χριστοφόροι ασκητές. Οι θεανθρώπινες αρετές ευρίσκονται μεταξύ τους σε οργανική σχέση και εξάρτηση, πηγάζουν η μία από την άλλη και  αλληλοσυμπληρώνονται.
Εάν η ενέργεια του παλαιού ανθρώπου, η οποία είναι η εικόνα του χοϊκού, είναι τα διεφθαρμένα πάθη του παραλόγου και της διαστροφής, τότε πρέπει οι πιστοί αντίθετα προς το διεστραμμένο νόμο της αμαρτωλότητας να αντιτάξουν τις αντίστοιχες αρετές, οι οποίες είναι η εικόνα του επουρανίου, του πραγματικού μας προτύπου, την οποία φορέσαμε. Το πρώτο μας καθήκον ως θεοειδών όντων είναι η πίστη στον Χριστό μας χωρίς επιφυλάξεις και  συμβιβασμούς. Το να κρατεί κάποιος αυτή την πίστη με τη δέουσα αυταπάρνηση, σημαίνει να υπηρετεί τον Χριστό, να λατρεύει τον Χριστό, να  υπεραγαπά τον Χριστό για οτιδήποτε συμβεί στη ζωή του.
Άλλη θεανθρώπινη αρετή στα πλαίσια των καθηκόντων μας, είναι η προσευχή με τη νηστεία. Η αρετή αυτή πρέπει να γίνει μέθοδος ζωής του ορθοδόξου λαού σε  όλες τις διαστάσεις, να  γίνει η ψυχή της ψυχής του, διότι με άμεσο τρόπο επικοινωνεί με τον Σωτήρα Χριστό, ο οποίος υποσχέθηκε στον  εαυτό του ότι «εγώ δεν θέλω τον θάνατο του αμαρτωλού μέχρι να μετανοήσει και να ζήσει» (βλ. Ιεζ. 33, 11). Η προσευχή και  η νηστεία πρέπει να  τηρούνται όχι μόνον ατομικά, αλλά από την Εκκλησία για  όλους και  για όλα. Μήπως δεν είναι αυτές τα κύρια στοιχεία, τα οποία απαίτησε ο Θεός από τους προγόνους μας, όταν τους καλούσε σε μετάνοια; Δεν είναι τα κύρια μέσα και  πρακτικότατα δείγματα της μετάνοιας, τα οποία εφάρμοσαν κατά καιρούς στην παγκόσμια ιστορία, όσοι προσπάθησαν να επανασυνδέσουν τις σχέσεις τους με τον Θεό που λατρεύουν;
Άλλη πάλιν καθολική αρετή, και μάλιστα σφραγίδα της χριστιανικής αλήθειας, είναι η αγάπη. Αυτή η αρετή είναι θεανθρώπινη και κατορθωτή πάντοτε και από όλους. Δεν έχει όρια και μέτρα, και είναι μάλλον αποτέλεσμα της θείας ιδιότητας, αφού ο ίδιος ο Θεός είναι και λέγεται αγάπη και παναγάπη. Σαν  άλλο ηλιακό φως σκορπίζεται σε όλους, χωρίς να κάνει επιλογές, όπως και ο πανάγαθος Θεός μας προνοεί για όλους και όλους ευεργετεί, αν και προτιμά από τον αμαρτωλό τον δίκαιο επειδή μοιάζει με αυτόν. Αυτή η θεανθρώπινη αγάπη πρέπει να καλλιεργείται στο λαό μας, διότι έτσι ξεχωρίζει από τις άλλες, που ονομάζονται αγάπες, και τις δήθεν αγάπες του συμφέροντος και της φιλαυτίας. Η αγάπη του Χριστού είναι πάντοτε παναγάπη και ολοκληρωτικά ανιδιοτελής, και σχεδόν πάντοτε δίνει και ουδέποτε λαμβάνει ή απαιτεί. Στον  θαυμάσιο ύμνο του ο θεσπέσιος Παύλος εγκωμιάζει την αγάπη όσο κανένας άλλος, διότι αυτός ο θεοφόρος και χριστοφόρος, εβίωσε αυτή την  αρετή στο πλήρωμά της.
Άλλες θεανθρώπινες αρετές είναι η πραότητα και η ταπεινοφροσύνη. Μόνον η καρδιά που είναι γεμάτη πραότητα μπορεί να ανεχθεί, να καταπραΰνει τον ταραγμένο και ανήσυχο άνθρωπο, ενώ κάθε άλλη επέμβαση θα είναι μάλλον ματαιοπονία. Η πραότητα προς όλους τους ανθρώπους είναι το χρέος κάθε χριστιανού, ο οποίος επικαλείται τον  πράο και ταπεινό στην καρδιά Κύριό του σε κάθε του προσευχή. Κατά τη γνώμη των πατέρων μας, η πραότητα και η ταπείνωση δεν είναι μόνον αρετές με τις οποίες εκτοπίζουμε τις αντίστοιχες κακίες, αλλά είναι καθήκοντα χριστολογικά, τα οποία περιέχονται στο  χαρακτήρα του προτύπου, του αρχηγού της σωτηρίας μας και  επομένως του Πατέρα μας, εφ’ όσον φέρουμε τη δική του επωνυμία. Τί άλλο σημαίνει χριστιανοί, παρά ότι ανήκουμε στον  Χριστό με  κοινό πατέρα αυτόν τον  ίδιο.
Αν λοιπόν ο πατέρας μας, όπως χωρίς να ψεύδεται, μας ομολόγησε ότι είναι «πράος και ταπεινός στην καρδιά»(Ματ. 11, 29), άρα πρέπει και εμείς να έχουμε τα ίδια με  αυτόν χαρακτηριστικά, για  να  μη θεωρηθούμε  «νόθοι και όχι υιοί»(βλ. Εβρ. 12, 8). Δεν  υπάρχει φυσικότερο γνώρισμα  από το να μοιάζει το παιδί στον πατέρα του, και  επομένως για τους χριστιανούς είναι καθήκον πλέον να  είναι πράοι και ταπεινοί στην καρδιά και όχι φαινομενικά. Αποκαλύπτοντάς μας το χαρακτήρα του ο Κύριός μας, ότι είναι «πράος και  ταπεινός στην καρδιά», μας συμβουλεύει ότι μ’ αυτόν τον τρόπο και εμείς ακολουθώντας τον «βρίσκουμε ανάπαυση στις ψυχές μας» (βλ. Ματ. 11, 29), πράγμα τόσο σπουδαίο και αναγκαίο για τις ταραγμένες ημέρες μας. Ο Κύριός μας με την κένωσή του φανέρωσε το έσχατο όριο ταπεινοφροσύνης, το  οποίο δεν ερμηνεύθηκε ούτε θα ερμηνευθεί ποτέ από την κτιστή φύση. Ποιός τώρα έχει το δικαίωμα να μην είναι ταπεινός; Άλλα πάλι σκαλοπάτια για την άνοδο στις θείες επαγγελίες είναι η υπομονή, η καρτερία, η μακροθυμία, που πάντοτε όλα τα συγχωρεί και  ανέχεται. «Με μεγάλη υπομονή  και εγκαρτέρηση περίμενα τη βοήθεια από τον Κύριο» λέει ο Δαβίδ «και με πρόσεξε και άκουσε τη δέηση, και με έβγαλε από το λάκκο της ταλαιπωρίας και από τη λάσπη του βούρκου και έστησε τα πόδια μου πάνω στην πέτρα (σε ασάλευτη βάση) και καθοδήγησε τα βήματά μου»(Ψαλμ. 39, 2-3). Να υπομένει κανείς το κακό, να μην ανταποδίδει την κακότητα, να συγχωρεί με ευσπλαχνία τις ύβρεις, τις συκοφαντίες και ακόμη τις πληγές. Όλα αυτά είναι όντως η μερίδα του Χριστού, ο οποίος «όταν έπασχε δεν απειλούσε· εμπιστευόταν στο δίκαιο Κριτή»(Α΄ Πέτρ. 2, 23). Ο κόσμος της ματαιότητας δεν  υπομένει, δεν υποφέρει τους χριστοφόρους ανθρώπους της καρτερίας και της υπομονής, τους διασύρει και τους κατηγορεί ως υποκριτές, αυτό δε διότι δεν  υπομένει να αισθάνεται την κατωτερότητά του.
Αποστολή της Εκκλησίας είναι να διδάξει τις θεανδρικές αρετές, που προαναφέραμε, στο  λαό μας και να καλλιεργήσει στη  ψυχή του όλα τα θεοειδή γνωρίσματα, διότι η εντολή του Κυρίου μας «να γίνετε άγιοι, γιατί εγώ είμαι άγιος»(Α΄ Πέτρ. 1, 16), θεωρείται καθήκον. Σ’ αυτό έγκειται η σωτηρία της ψυχής από ένα κόσμο αμαρτωλό και ολοκληρωτικά «ευρισκόμενο στην εξουσία του διαβόλου»(βλ. Α΄ Ιω. 5, 19). Απέναντι στον  διαμορφωμένο και κρυμμένο αθεϊσμό και  την  ευγενική ανθρωποφαγία του συγχρόνου πολιτισμού πρέπει να  αντιτάξουμε τις χριστοφόρες προσωπικότητες, οι οποίες με την πραότητα του προτύπου τους και τους μιμητές του, δηλ. τους δικαιωμένους φίλους του Θεού μέσα στους αιώνες, νίκησαν τον κόσμο. Πράγματι δε «αυτή είναι η νίκη που νίκησε τον  κόσμο, δηλ. η πίστη μας»(Α΄ Ιω. 5, 4).
Εφ’ όσον ο θεανθρώπινος σκοπός της Εκκλησίας είναι αιώνιος και  αναλλοίωτος και τα μέσα του επίσης είναι πανόμοια φωταγωγούμενα από τον  Κύριό μας, ο οποίος «είναι ο ίδιος χθες και σήμερα και για πάντα»(Εβρ. 13, 8). Εδώ είναι η διαφορά μεταξύ του κοσμικού και του καθαρά χριστιανικού, του ορθόδοξου μοναχισμού. Το ανθρώπινο είναι πεπερασμένο και μέσα στα όρια του    χρόνου, ενώ το του Χριστού είναι αναλλοίωτο και αιώνιο. Η ορθοδοξία ως ο μοναδικός φορέας και φύλακας του τέλειου και ολόλαμπρου προσώπου του Θεανθρώπου Χριστού πραγματοποιείται αποκλειστικά με τα θεανθρώπινα ορθόδοξα μέσα, τις άγιες αρετές, όχι με μέσα δανεισμένα από τον  ρωμαιοκαθολικισμό ή τον προτεσταντισμό τα οποία αρμόζουν στον υπερήφανο ουμανιστή Ευρωπαίο άνθρωπο και όχι στον ταπεινό Θεάνθρωπο Χριστό. Διερωτάται κανείς, με ποιά μέσα πολέμησε ο Κύριός μας Χριστός κατά του άρχοντα του σκότους, όταν μετά το βάπτισμα ανέβηκε στο όρος; Θέλοντας ως αρχηγός της σωτηρίας μας, ο Κύριός μας, να  μας διδάξει τον τρόπο της πάλης κατά των αρχών και εξουσιών του σκότους και γενικά της αμαρτίας, τοποθέτησε άριστα τα όπλα και μέσα της πάλης του αοράτου πολέμου με νηστεία και προσευχή, και από τότε η φύση μας νίκησε την κακία και τον ίδιο τον σατανά, διότι τα όπλα μας «δεν είναι κοσμικά, αλλά έχουν τη δύναμη από τον Θεό να γκρεμίζουν οχυρά»(Β΄ Κορ. 10, 4) κατά τον  Παύλο. Η χριστοφόρος και πνευματοφόρος αγία μας Εκκλησία σε όλη την  ιστορία είναι γεμάτη από ήρωες, αγωνιστές και ασκητές, οι οποίοι αντέγραψαν το πρόσωπο του Χριστού και πολέμησαν με επιτυχία την πολύμορφη αμαρτία και  τον ίδιο το διάβολο, και αφού έγιναν «ήρωες στον πόλεμο και έτρεψαν σε φυγή εχθρικά στρατεύματα»«πέτυχαν την πραγματοποίηση των υποσχέσεων του Θεού»(Εβρ.11, 34,33) και μπήκαν νικητές «στα ενδότερα του καταπετάσματος, όπου μπήκε πριν από μας και για χάρη μας» ο Θεός Λόγος που ποτέ δεν βγήκε, (Εβρ. 6, 19-20), ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, που έγινε παράδειγμα ασκήσεως και  αγωγής.
Ο εσωτερικός μας άνθρωπος «δημιουργημένος» από τον Θεό ως θεοειδής, καταστρέφεται, μαραίνεται, ξηραίνεται και σιγά-σιγά  πεθαίνει από κάθε κακό και αμαρτωλό, από κάθε θανατηφόρο, από κάθε δαιμονικό. Για να   αποφύγει ο άνθρωπος αυτή την επίδραση και να γίνει θνητός και νεκρός πνευματικά, πρέπει να καλλιεργεί πάντοτε την ευαγγελική πίστη και να  τηρεί τις  χριστοφόρες αρετές, τις οποίες ο Κύριός μας μάς παρέδωσε, τη νηστεία και  την  προσευχή. Έτσι ενισχύεται η ψυχή του, ο νους του, η συνείδησή του και  η θέλησή του, καθότι«όλα είναι δυνατά γι’ αυτόν που πιστεύει»(Μάρκ. 9, 23).
Αποκτώντας την θεία δύναμη που πάντοτε νικά, για  την  οποίαν ο Παύλος αναφέρει «πάρτε δύναμη από τον ισχυρό Κύριο»(Εφεσ. 6, 10). Σ’ αυτόν τον  κόσμο, στον οποίον παροικεί ο διάβολος, αν κανείς θέλει να είναι νικητής, πρέπει να  αποκτήσει πνεύμα Χριστού, να ενδυναμωθεί με την ευαγγελική εν Κυρίω ζωή και   με τη δική του δύναμη· «παίρνοντας δύναμη από τον ισχυρό και δοξασμένο Θεό»(Κολ. 1, 11), «να κατοικήσει ο Χριστός στις καρδιές σας με την πίστη» (Εφεσ. 3, 17). Το μυστήριο του Χριστού αποκαλύπτεται στην ανθρώπινη ψυχή μόνο από το Άγιο Πνεύμα, και  αυτός είναι ο αναλλοίωτος κανόνας της χριστογνωσίας. Σ’ αυτό το  παναιώνιο, το πάναγνο και πανάγιο μυστήριο, στο ευαγγέλιο του Χριστού και της Εκκλησίας του, έφθασε ο μέγιστος Απόστολος Παύλος, αλλά και οι άλλοι συναπόστολοί του με   τις  θαυμαστές οπτασίες, για να  αποκαλύψουν σε όλους μας, «πως πραγματοποιείται αυτό το μυστήριο που ήταν κρυμμένο απαρχής στον Θεό, που δημιούργησε τα πάντα διά του Ιησού Χριστού»(Εφεσ. 3, 9), και έτσι να  γνωρίσουμε, «πόσο πλούσιο  κι  ένδοξο είναι το μυστήριο αυτό που εκτείνεται και στους ειδωλολάτρες. Και το μυστήριο αυτό δεν είναι άλλο παρά ο Χριστός, που βρίσκεται ανάμεσά σας και αποτελεί την ελπίδα της συμμετοχής σας στη μελλοντική δόξα»(Κολ. 1, 27), και να κηρύξει τέλος ο θεόνους Παύλος· «να δώσει ο Θεός νέες ευκαιρίες, ώστε να διακηρύξουμε το μυστήριο της σωτηρίας που προσφέρει ο Χριστός, για το οποίο και είμαι τώρα φυλακισμένος»(Κολ. 4, 3), «αυτό το μυστήριο δεν το φανέρωσε ο Θεός προηγουμένως στους ανθρώπους· το αποκάλυψε τώρα με το Άγιο Πνεύμα του στους αγίους αποστόλους και προφήτες του. Το μυστήριο αυτό είναι ότι με το έργο του Χριστού και οι ειδωλολάτρες λαμβάνουν μέρος στην κληρονομιά μαζί με τους Ιουδαίους, αποτελούν μέλη του ιδίου σώματος του Χριστού και μετέχουν στις υποσχέσεις του Θεού. Αυτό το ευαγγέλιο διακονώ κι εγώ με τη χάρη που μου δώρισε ο Θεός, δείχνοντας έτσι τη μεγάλη του δύναμη»(Εφεσ. 3, 5-7).
(Γέροντος Ιωσήφ, Εκ του θανάτου εις την ζωήν, Ψυχωφελή Βατοπαιδινά 3, σ. 49-64, σε νεοελληνική απόδοση)

Εξομολόγηση - εξομολόγος -εξομολογούμενος ( ΜΟΝΑΧΟΥ ΜΩΥΣΕΩΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ )




Η εξομολόγηση είναι θεοπαράδοτη εντολή και αποτελεί ένα των μυστηρίων της Εκκλησίας μας. Η εξομολόγηση δεν είναι μία τυπική, από συνήθεια «για το καλό» και λόγω των επικείμενων εορτών, βεβιασμένη και πρόχειρη πράξη από ένα και μόνο καθήκον ή υποχρέωση και προς ψυχολογική εκτόνωση. Η εξομολόγηση θα πρέπει νάναι συνδυασμένη πάντοτε με τη μετάνοια. Μας έλεγε Αγιορείτης Γέροντας: Πολλοί εξομολογούνται, λίγοι μετανοούν! (Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης).


Η μετάνοια είναι μία ελεύθερη, καλλιεργημένη, εσωτερική διεργασία επιμελημένη, συντριβής και λύπης, για την απομάκρυνση από τον Θεό διά της αμαρτίας. Η μετάνοια η αληθινή δεν συνδυάζεται με την αφόρητη θλίψη, την υπερβολική στενοχώρια και τις αδυσώπητες ενοχές. Τότε δεν είναι μάλλον ειλικρινής μετάνοια, αλλά κρυφός εγωισμός, στραπατσάρισμα του «εγώ», θυμός με τον εαυτό μας, που εκδικείται γιατί εκτίθεται και ντροπιάζεται και δεν ανέχεται κάτι τέτοιο. Μετάνοια σημαίνει αλλαγή νου, νοοτροπίας, μεταβολισμός, εγκεντρισμός χρηστοήθειας, μίσος της αμαρτίας. Μετάνοια ακόμη σημαίνει αγάπη της αρετής, καλοκαγαθία, επιθυμία, προθυμία και διάθεση σφοδρή επανασυνδέσεως με τον Χριστό διά της Χάριτος του πανσθενουργού Αγίου Πνεύματος. Η μετάνοια ξεκινά από τα βάθη της καρδιάς, ολοκληρώνεται όμως απαραίτητα στο μυστήριο της θείας και ιεράς εξομολογήσεως.


Ο εξομολογούμενος εξομολογείται ειλικρινά και ταπεινά ενώπιον του εξομολόγου, ως εν προσώπω του Χριστού. Κανένας επιστήμονας, ψυχολόγος, ψυχαναλυτής, ψυχίατρος, κοινωνιολόγος, φιλόσοφος, θεολόγος δεν μπορεί ν' αντικαταστήσει τον εξομολόγο. Καμία εικόνα, έστω και η πιο θαυματουργή, δεν μπορεί να δώσει αυτό που δίνει το πετραχήλι του εξομολόγου, την άφεση των αμαρτιών. Ο εξομολόγος αναλαμβάνει τον εξομολογούμενο, τον υιοθετεί και τον αναγεννά πνευματικά, γι' αυτό και ονομάζεται πνευματικός πατέρας. Η πνευματική πατρότητα κανονικά είναι ισόβια, ιερή και δυνατή, δυνατότερη και συγγενικού δεσμού. Ο πνευματικός τοκετός είναι οδυνηρός. Ο εξομολόγος με φόβο Θεού «ως λόγον αποδώσων», γνώση, ταπείνωση και αγάπη παρακολουθεί τον αγώνα του εξομολογούμενου και τον χειραγωγεί διακριτικά στην ανοδική πορεία της εν Χριστώ ζωής.


Ο εξομολόγος ιερεύς έχει ειδική ευλογία από τον επίσκοπο για το εξομολογητικό του έργο. Κανονικά όμως το χάρισμα του «δεσμείν και λύειν» αμαρτίες το λαμβάνει με τη χειροτονία του εις πρεσβύτερο. Καθίσταται διάδοχος των αγίων αποστόλων. Έτσι σημασία κύρια και μεγάλη έχει η εγκυρότητα και η κανονικότητα της αποστολικής διαδοχής διά των επισκόπων. Το μυστήριο της εξομολογήσεως όπως και όλα τ' άγια μυστήρια της Εκκλησίας μας τελεσιουργούνται και χαριτώνουν τους πιστούς όχι κατά την αξία, ικανότητα, επιστημοσύνη, λογιοσύνη, ευφράδεια, δραστηριότητα και τέχνη του ιερέως, ακόμη και την αρετή και αγιότητά του, αλλά τη διά της κανονικότητος της ιερωσύνης και του Τελεταρχικού Παναγίου Πνεύματος. Οι τυχόν αμαρτίες του ιερέως δεν εμποδίζουν τη θεία Χάρη των μυστηρίων. Αλλοίμονο αν αμφιβάλλουμε αν κατά την αναξιότητα του ιερέως το ψωμί και το κρασί έγινε σώμα και αίμα Χριστού κατά τη θεία Λειτουργία. Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει ότι ο ιερεύς δεν θα πρέπει μόνιμα ν' αγωνίζεται για την καθαρότητά του. Έτσι δεν υπάρχουν καλοί και κακοί εξομολόγοι. Όλοι οι εξομολόγοι την ίδια άφεση δίνουν. Έχουμε όμως το δικαίωμα επιλογής του εξομολόγου. Μπορούμε να προστρέξουμε σε αυτόν που αληθινά μας αναπαύει. Δεν είναι σοβαρή όμως η συνεχής αλλαγή εξομολόγου. Δεν φανερώνει κάτι τέτοιο πνευματική ωριμότητα. Ούτε όμως και οι εξομολόγοι θα πρέπει να στενοχωρούνται παράφορα και να δημιουργούν μάλιστα και προβλήματα όταν αναχωρήσει κάποιο πνευματικό τους τέκνο. Ίσως τούτο σημαίνει πως ήταν νοσηρά συνδεδεμένοι μαζί του, συναισθηματικά, προσωποπαγώς, δεμένοι με το πρόσωπό του και όχι με τον Χριστό και την Εκκλησία, και θεωρούν την αναχώρηση προσβολή, μείωση, ότι δεν υπάρχει καλύτερος ή μία αίσθηση ότι οι άλλοι μας ανήκουν αποκλειστικά και μπορούμε να τους εξουσιάζουμε και να τους φερόμαστε μάλιστα εξαναγκαστικά ως καταπιεσμένους και ανελεύθερους υποτακτικούς. Είπαμε βέβαια πως ο εξομολόγος είναι πνευματικός πατέρας και ο πνευματικός τοκετός ενέχει οδύνη. Έτσι είναι φυσικό να λυπάται για την αναχώρηση του υιού του. Προτιμότερο όμως είναι να εύχεται για την πνευματική του πρόοδο και τη σύνδεσή του με την Εκκλησία, έστω και παρά την αποσύνδεσή του από τον ίδιο. Να εύχεται και όχι να απεύχεται.


Το έργο του εξομολόγου δεν είναι μόνο η απλή ακρόαση των αμαρτιών του εξομολογούμενου και η ανάγνωση στο τέλος της συγχωρητικής ευχής. Ούτε πάλι περιορίζεται μόνο στην ώρα της εξομολογήσεως. Ο εξομολόγος σαν καλός πατέρας φροντίζει συνεχώς το τέκνο του, το ακούει και το παρακολουθεί προσεκτικά, το νουθετεί κατάλληλα, το κατευθύνει ευαγγελικά, τονίζει τα τάλαντά του, δεν του θέτει υπερβολικά βάρη, το κανονίζει μέτρια όταν πρέπει, το οικονομεί όταν απογοητεύεται, βαρύνεται, δυσανασχετεί, αποκάμνει, το θεραπεύει ανάλογα, δεν το αποθαρρύνει ποτέ, συνεχίζοντας τον αγώνα παθοκτονίας και αρετοσυγκομιδής, μορφώνοντας στην ψυχή του την αθάνατη Χριστό.


Η αναπτυσσόμενη αυτή πατρική και υιική σχέση εξομολόγου και εξομολογούμενου δημιουργεί μία άνεση, εμπιστοσύνη, σεβασμό, ιερότητα και ανάταση. Ο εξομολογούμενος ανοίγει την καρδιά του στον εξομολόγο και του εκθέτει τα πιο κρύφια, τα πιο δόλια, τα πιο ακάθαρτα, όλα τα μυστικά του, πράξεις απόκρυφες και επιθυμίες βλαβερές, ακόμη και αυτά που δεν θέλει να ομολογήσει στον ίδιο του τον εαυτό και δεν λέει στον πιο στενό συγγενή του και τον καλύτερο φίλο του. Έτσι ο εξομολόγος θα πρέπει απόλυτα να σεβασθεί αυτή την απεριόριστη εμπιστοσύνη του εξομολογούμενου. Η εμπιστοσύνη αυτή επαυξάνεται οπωσδήποτε και από το γεγονός ότι ο εξομολόγος είναι αυστηρά δεσμευμένος, μέχρι θανάτου μάλιστα, από τους θείους και Ιερούς Κανόνες της Εκκλησίας με το απόρρητο της εξομολογήσεως.


Στην ορθόδοξη εξομολογητική δεν υπάρχουν βέβαια γενικές συνταγές, γιατί η πνευματική καθοδήγηση της κάθε μοναδικής ψυχής γίνεται εξατομικευμένα. Ο κάθε άνθρωπος είναι ανεπανάληπτος, με ιδιαίτερη ψυχοσύνθεση, άλλο χαρακτήρα, διάφορες δυνάμεις και δυνατότητες, όρια, εφέσεις, αντοχές, γνώσεις, ανάγκες και διαθέσεις. Ο εξομολόγος με τη Χάρη του Θεού και τη θεία φώτιση θα πρέπει να διακρίνει όλ' αυτά, ώστε ν' αποφασίσει τί καλύτερα θα πρέπει να χρησιμοποιήσει για να βοηθήσει τον εξομολογούμενο. Άλλοτε χρειάζεται η επιείκεια και άλλοτε η αυστηρότητα. Δεν είναι για όλους πάντοτε τα ίδια. Ούτε ο εξομολόγος θα πρέπει νάναι πάντα αυστηρός, έτσι μόνο για να λέγεται αυστηρός και να εκτιμάται. Ούτε υπερβολικά επιεικής, για να προτιμάται και να λέγεται πνευματικός πατέρας πολλών. Χρειάζεται φόβος Θεού, διάκριση, τιμιότητα, ειλικρίνεια, ταπείνωση, μελέτη, γνώση και προσευχή.


Η «οικονομία» δεν απαιτείται από τον εξομολογούμενο. Ούτε είναι ορθό να γίνει κανόνας από τον εξομολόγο. Η «οικονομία» θα πρέπει να παραμείνει εξαίρεση. Η «οικονομία» επίσης θα πρέπει να είναι πάντα προς καιρόν (Αρχιμ. Γεώργιος Γρηγοριάτης). Όταν εκλείψουν οι λόγοι που την επιβάλλουν ασφαλώς δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται. Για την ίδια αμαρτία μπορούμε να έχουμε πολλούς διαφορετικούς τρόπους προς αντιμετώπισή της.


Ο κανόνας δεν είναι πάντοτε απαραίτητος. Ο κανόνας δεν είναι τιμωρία. Είναι παιδαγωγία. Ο κανόνας δεν τίθεται προς ικανοποίηση του προσβληθέντος Θεού και εξιλέωση του αμαρτωλού ενώπιον της Θείας δικαιοσύνης. Αυτή είναι μια καθαρά αιρετική διδασκαλία. Ο κανόνας συνήθως τίθεται στην ανώριμη μετάνοια, προς συναίσθηση και συνειδητοποίηση του μεγέθους της αμαρτίας. Η αμαρτία κατά την ορθόδοξη διδασκαλία δεν είναι τόσο παράβαση του νόμου, όσο έλλειψη αγάπης στο Θεό. Αγάπα και κάνε ό,τι θέλεις, έλεγε ο ιερός Αυγουστίνος.


Ο κανόνας τίθεται προς ολοκλήρωση της μετάνοιας του εξομολογούμενου, γι' αυτό, καθώς ορθά λέγει ο π. Αθανάσιος Μετεωρίτης, όπως ο εξομολόγος δεν επιτρέπεται να κοινοποιεί τις αμαρτίες του εξομολογούμενου, έτσι κι ο εξομολογούμενος δεν επιτρέπεται να κοινοποιεί στους άλλους τον κανόνα που του έθεσε ιδιαίτερα ο εξομολόγος, που είναι συνισταμένη πολλών παραμέτρων.


Ο εξομολόγος λειτουργεί ως χορηγός της χάριτος του Αγίου Πνεύματος. Κατά την ώρα του μυστηρίου δεν λειτουργεί ως ψυχολόγος και επιστήμονας. Λειτουργεί ως ιερεύς, ως έμπειρος ιατρός, ως φιλόστοργος πατέρας. Ακούγοντας τ' αμαρτήματα του εξομολογούμενου προσεύχεται να τον φωτίσει ο Θεός. να δώσει το καλύτερο φάρμακο προς θεραπεία, να σφυγμομετρήσει τον βαθμό και την ποιότητα της μετανοίας του. Ο εξομολόγος δεν στέκεται απέναντι στον εξομολογούμενο με περιέργεια, καχυποψία, ζήλεια, υπερβολική αυστηρότητα, εξουσιαστικότητα και αλαζονεία, αλλά ούτε και αδιάφορα, επιπόλαια, απρόσεκτα και κουρασμένα. Η ταπείνωση, η αγάπη και η προσοχή του εξομολόγου θα βοηθήσει πολύ τον εξομολογούμενο. Ούτε ο εξομολόγος θα πρέπει να κάνει πολλές, περιττές και αδιάκριτες ερωτήσεις. Ιδιαίτερα θα πρέπει να διακόπτει τις λεπτομερείς περιγραφές διαφόρων αμαρτημάτων και ιδιαίτερα σαρκικών, ακόμη και τις αναφορές ονομάτων, ώστε ν' ασφαλίζεται περισσότερο. Ο εξομολογούμενος πάλι δεν θα πρέπει να φοβάται, να δειλιάζει και να ντρέπεται, αλλά να σέβεται, να εμπιστεύεται, να τιμά και να ευλαβείται τον εξομολόγο. Αυτό το κλίμα πάντως της ιερότητος, αλληλοσεβασμού και εμπιστοσύνης κυρίως θα το καλλιεργήσει, εμπνεύσει και δημιουργήσει ο εξομολόγος.


Η αγία μητέρα μας Ορθόδοξη Εκκλησία είναι το σώμα του Αναστημένου Χριστού, είναι ένα απέραντο θεραπευτήριο, αποθεραπείας των ασθενών αμαρτωλών πιστών, από τα τραύματα, τις πληγές και τις ασθένειες της αμαρτίας, των παθογόνων δαιμόνων και των ιοβόλων δαιμονικών παγίδων και επηρειών των δαιμονοκίνητων παθών.


Η Εκκλησία μας δεν είναι παράρτημα του υπουργείου κοινωνικής προνοίας, ούτε συναγωνίζεται να ξεπεράσει τους διάφορους συλλόγους κοινωνικής ευποιΐας, δίχως διόλου ν' αρνείται το σπουδαίο και αγαθό αυτό έργο και να μη το επιτελεί πλούσια, επαινετά και θαυμάσια, αλλά κυρίως είναι η χορηγός νοήματος της ζωής, λυτρώσεως και σωτηρίας των πιστών «υπέρ ων Χριστός απέθανεν» διά της συμμετοχής τους στα μυστήρια της Εκκλησίας. Το πετραχήλι του Ιερέως είναι πλάνη, όπως έλεγε ο Γέροντας Παΐσιος ο Αγιορείτης, που λειαίνει και ισιάζει τους ανθρώπους, είναι θεραπευτικό νυστέρι παθοκτονίας και όχι μιστρί εργασιομανίας ή σύμβολο εξουσίας. Είναι υπηρετική ποδιά διακονίας των ανθρώπων προς θεραπεία και σωτηρία.


Ο Θεός χρησιμοποιεί τον ιερέα για τη συγχώρηση του πλάσματός του. Το λέγει χαρακτηριστικά η ευχή: «Ο Θεός συγχωρήσαι σοι δι' εμού του αμαρτωλού πάντα, και εν τω νυν αιώνι και εν τω μέλλοντι. και ακατάκριτόν σε παραστήσαι εν τω φοβερώ αυτού Βήματι. περί δε των εξαγορευθέντων εγκλημάτων μηδεμίαν φροντίδα έχων, πορεύου εις ειρήνην». Ανεξομολόγητες αμαρτίες θα βαραίνουν τον άνθρωπο και στον μέλλοντα αιώνα. Εξομολογημένες αμαρτίες δεν εξομολογούνται. Είναι σαν να μη πιστεύει κανείς στην χάρη του μυστηρίου. Ο Θεός τα γνωρίζει, αλλά θα πρέπει προς άφεση, ταπείνωση και ίαση να εξαγορευθούν. Η ενίοτε επιτίμηση αμαρτιών δεν αναιρεί την αγάπη της Εκκλησίας, αλλά αποτελεί παιδαγωγική επίσκεψη προς καλύτερη συναίσθηση των πταισμάτων.


Κατά τον όσιο Νικόδημο τον Αγιορείτη «η εξομολόγησις είναι μία θεληματική διά στόματος φανέρωσις των πονηρών έργων και λόγων και λογισμών, κατανυκτική, κατηγορητική, ευθεία, χωρίς εντροπήν, αποφασιστική, προς νόμιμον πνευματικόν γινομένη». Ο θεοφόρος όσιος ευσύνοπτα, μεστά και σημαντικά αναφέρει πως η εξομολόγηση πρέπει να γίνεται θεληματικά, ελεύθερα, αβίαστα, ανεξανάγκαστα, δίχως ο εξομολόγος ν' άγχεται να εκμαιεύσει την ομολογία του εξομολογούμενου. Με κατάνυξη, συναίσθηση δηλαδή της λύπης που προκάλεσε ειλικρινά με την αμαρτία στον Θεό. Όχι συναισθηματικά, υποκριτικά, λιπόψυχα δάκρυα. Κατάνυξη γνήσια που σημαίνει συντριβή, μεταμέλεια, μίσος της αμαρτίας, αγάπη της αρετής, επίγνωση ευγνωμοσύνης στον Δωρεοδότη Θεό. Κατηγορητική σημαίνει υπεύθυνη εξομολόγηση, δίχως δικαιολογίες, υπεκφυγές, στρεψοδικίες, ανευθυνότητες και μεταθέσεις, με ειλικρινή αυτομεμψία και γνήσια αυτοεξουθένωση, που φέρει τη χαρμολύπη και το χαροποιό πένθος της Εκκλησίας. Ευθεία σημαίνει εξομολόγηση με κάθε ειλικρίνεια, ευθύτητα και ακρίβεια, ανδρεία και θάρρος, αυστηρότητα και γενναιότητα. Συμβαίνει ακόμη και την ώρα αυτή ο άνθρωπος να μη παραδέχεται την ήττα του, την πτώση και την αδυναμία του και με ωραιολογίες και μακρυλογίες να μεταθέτει τα ποσοστά ευθύνης του, με περιστροφές και μισόλογα, κατηγορώντας και τους άλλους, προκειμένου να φυλάξει ακόμη και τώρα ατσαλάκωτο το εγώ του. Χωρίς εντροπή εξομολόγηση σημαίνει παρουσίαση του πραγματικού οικτρού εαυτού μας. Η ντροπή είναι καλή προ της αμαρτίας και όχι μετά και μπροστά στον εξομολόγο. Η προ του εξομολόγου ντροπή λέγουν θα μας ελευθερώσει από τη ντροπή στην έσχατη κρίση, αφού ό,τι συγχωρήσει ο εξομολόγος δεν θα ξανακριθεί. Αποφασιστική εξομολόγηση σημαίνει να είναι καθαρή, συγκεκριμένη, ειλικρινής και με την απόφαση να μη επαναλάβει τα εξομολογηθέντα αμαρτήματα ο πιστός. Ακόμη η εξομολόγηση θα πρέπει να είναι συνεχής, ώστε τα φιλεπίστροφα, κατά τον όσιο Ιωάννη της Κλίμακος, πάθη να μη ισχυροποιούνται, αλλά αντίθετα σύντομα να θεραπεύονται. Έτσι δεν λησμονούνται οι αμαρτίες, υπάρχει τακτικός έλεγχος, αυτοπαρατήρηση, αυτοέλεγχος, αυτογνωσία και αυτομεμψία, δεν εγκαταλείπει η Θεία Χάρη και οι δαιμονικές παγίδες συντρίβονται ευκολότερα και η μνήμη του θανάτου δεν είναι φοβερή και τρομακτική.


Συμβαίνει συχνά-πυκνά και τ' ομολογούμε με πολύ πόνο και περισσή αγάπη το κήρυγμα να μην είναι τόσο ορθόδοξο. Δηλαδή να εξαντλείται σ' ένα ακόμη σχολιασμό της φθηνής επικαιρότητος και να μετατρέπεται κατά κάποιο τρόπο ο ιερός άμβωνας σε τηλεοπτικό «παράθυρο», όπου λέμε και εμείς τη γνώμη μας για τα τρέχοντα και συμβαίνοντα. Όμως τ' ορθόδοξο κήρυγμα κυρίως είναι εκκλησιολογικό, χριστολογικό, σωτηριολογικό, αγιολογικό και ψυχωφελές. Το κήρυγμα της μετανοίας από των Προφητών, του Τιμίου Προδρόμου, του Σωτήρος Χριστού και πάντων των αγίων παραμένει λίαν επίκαιρο και αναγκαίο. Βασική προϋπόθεση της μετοχής στ' άγια μυστήρια και της ανοδικής πνευματικής πορείας είναι η καθαρότητα της καρδιάς. Καθαρότητα από την ποικίλη αμαρτία, το πνεύμα της απληστίας και της ευδαιμονίας της σύγχρονης υπερκαταναλωτικής κοινωνίας, το πνεύμα της αντίθεης υπερηφάνειας ενός κόσμου ναρκισσευόμενου, ατομικιστικού, αταπείνωτου, αφιλάνθρωπου, υπερφίαλου και παράδοξου, το δαιμονικό πνεύμα των πονηρών λογισμών, των φαντασιών και φαντασιώσεων, των καχυποψιών και ζηλοφθονιών, των ακάθαρ­των και σκοτεινών.


Κατάντησε δυσεύρετο κόσμημα η καθαρότητα της καρδιάς, στις αδελφικές σχέσεις, τις συζυγίες, τις συναδελφικές υποχρεώσεις, τις φιλίες, τις συζητήσεις, τις σκέψεις, τις επιθυμίες, τις ιερατικές κλήσεις. Τα λεγόμενα μέσα μαζικής ενημερώσεως ξέπεσαν σε ρυπογόνες εστίες. Λησμονήθηκε η νηπτική εγρήγορση, η ασκητική νηφαλιότητα, η παραδοσιακή ολιγάρκεια, απλότητα και λεβεντιά. Έτσι μολύνεται το λογιστικό της ψυχής, διεγείρεται στην απληστία το επιθυμητικό και αμβλύνεται σοβαρά το βουλητικό, ώστε αδύναμος ο άνθρωπος να παρασύρεται στο κακό δίχως φραγμό και όρια.


Επικρατεί η αυτοδικαίωση, η δικαιολόγηση των παθών, η ωραιοποίηση της αμαρτίας, η κατοχύρωσή της διά νέων ψυχολογικών ερεισμάτων. Θεωρείται μείωση, αδυναμία και λάθος η παραδοχή του λάθους, η ανάληψη της ευθύνης και η ταπεινή αποδοχή του σφάλματος. Η συνεχής δικαιολόγηση του εαυτού μας και η επιμελημένη μετάθεση ευθυνών δημιουργούν ένα άνθρωπο συγχυσμένο, διχασμένο, ταραγμένο, ταλαιπωρημένο, δυστυχισμένο και εγωπαθή, εμπαιζόμενο από τον δαίμονα, αιχμαλωτιζόμενο από αυτόν στ' άφωτα δίχτυα του.


Κυριαρχεί ένας ανόητος ορθολογισμός, ο οποίος επιλέγει ευαγγελικές αρετές και συνοδικούς κανόνες, κατά την αρέσκεια, προτίμηση και ευκολία, σε σοβαρά θέματα νηστειών, εγκράτειας, τεκνογονίας, ήθους, σεμνότητος, αιδούς, τιμιότητος και ακριβείας.


Κατόπιν όλων τούτων, τα οποία δεν νομίζω ότι υπερβάλλουμε, θεωρούμε ότι οι εξομολόγοι δεν έχουν εύκολο έργο. Δεν αρκεί πλέον η χειραγωγία στη μετάνοια και η καλλιέργεια της ταπεινώσεως, αλλά χρειάζεται το ποίμνιο κατήχηση, επαναευαγγελισμό, κα­τάρτιση, μεταβολισμό πνευματικό προς απόκτηση ισχυρών αντισωμάτων. Απαραίτητη η αντίσταση, αντίδραση και αντιμετώπιση του σφοδρού ρεύματος της αποϊεροποιήσεως, της εκκοσμικεύσεως, του αποηρωισμού, του ευδαιμονισμού, του πλουτισμού και κορεσμού. Ιδιαιτέρως προσοχής, διδαχής και αγάπης έχουν ανάγκη οι νέοι, που η αγωγή δεν τους βοηθά να συνειδητοποιήσουν το νόημα και το σκοπό της ζωής, το κενό, το άκοσμο, το άνομο, το άφωτο της αμαρτίας.


Σοβαρό πρόβλημα αποτελεί ακόμη και για τους χριστιανούς μας η αγχώδης συχνά αναζήτηση μιας ά­κοπης, άμοχθης και άλυπης ζωής. Αναζητούμε Κυρηναίους. Δεν αποδεχόμεθα την άρση του προσωπικού μας σταυρού. Δεν γνωρίζουμε το βάθος και το εύρος του σταυρού. Προσκυνούμε τον σταυρό στην εκκλησία, κάνουμε τον σταυρό μας, αλλά δεν ασπαζόμαστε τον προσωπικό μας σταυρό. Τελικά θέλουμε ένα ασταύρωτο Χριστιανισμό. Δεν υπάρχει όμως Πάσχα δίχως Μεγάλη Παρασκευή.


Τιμάμε τους μάρτυρες και τους οσίους, αλλά δεν θέλουμε εμείς καμιά κακοπάθεια, καμιά καθυστέρηση, καμιά δυσκολία. Δυσκολευόμαστε στη νηστεία, δυσανασχετούμε στην ασθένεια, δεν ανεχόμαστε πικρό λόγο, ακόμη και όταν φταίμε, οπότε πώς να υπομένουμε αδικία, συκοφαντία, κατατρεγμό και εξορία, όπως οι άγιοί μας; Είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο πως το σύγχρονο κοσμικό πνεύμα της ευκολίας, της ανέσεως και του υπερκαταναλωτισμού έχει επηρεάσει ισχυρά το μέτρο της πνευματικής ζωής. Θέλουμε γενικά ένα αντιασκητικό Χριστιανισμό. Η Ορθοδοξία όμως βάση έχει το ασκητικό Ευαγγέλιο.


Ένα άλλο μεγάλο πρόβλημα της εποχής μας είναι η νοσηρή και υπερβολική εμπιστοσύνη του ανθρώπου στη λογική, τη διάνοια, τη γνώση και την κρίση του. Πρόκειται για τον παχυλό και κουραστικό εν τέλει ορθολογισμό. Η νηπτική ορθόδοξη θεολογία μας δι­δάσκει το νου να τον έχουμε εργαλείο και να τον κατεβάσουμε στην καρδιά. Η Εκκλησία μας δεν καλλιεργεί και παράγει διανοούμενους. Για μας ο ορθολογισμός δεν είναι φιλοσοφική νοοτροπία, αλλά μία καθαρά αμαρτητική βιοθεωρία, μία μορφή αθεΐας, αφού αντιβαίνει στην εντολή της πίστεως, της ελπίδος, της αγάπης και της εμπιστοσύνης στον Θεό. Ο ορθολογιστής κρίνει τα πάντα με την κρισάρα του μυαλού, μόνο με τον πεπερασμένο νου του, κέντρο είναι ο εαυτός του και το κυρίαρχο εγώ του και δεν εμπιστεύεται τη θεία Πρόνοια, τη θεία Χάρη και θεία Βοήθεια στη ζωή του.


Θεωρώντας συχνά τον εαυτό του αλάνθαστο ο ορθολογιστής δεν επιτρέπει στον Θεό να επέμβει στη ζωή του και να τον κρίνει. Έτσι δεν θεωρεί ότι έχει ανάγκη εξομολογήσεως. Ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος όμως λέγει πως το να νομίζει κάποιος πως δεν έπεσε σε αμαρτήματα, αυτό είναι η πιο μεγάλη πτώση και πλάνη και το πιο μεγάλο αμάρτημα. Παρασυρμένοι ορισμένοι νεώτεροι θεολόγοι μιλούν γι' αστοχία και όχι για αμαρτία, θέλοντας ν' αμβλύνουν τη φυσική διαμαρτυρία της συνειδήσεως. Η αυτάρκεια ορισμένων εκκλησιαζομένων και νηστευόντων χριστιανών κρύβει ενίοτε ένα λανθάνοντα φαρισαϊσμό, ότι δεν είναι όπως οι λοιποί των ανθρώπων και ως εκ τούτου δεν χρήζουν εξομολογήσεως.


Κατά τους αγίους πατέρες της Εκκλησίας μας το μεγαλύτερο κακό είναι η υπερηφάνεια, η μητέρα όλων των παθών κατά τον όσιο Ιωάννη της Κλίμακος. Πρόκειται για πολύτεκνη μητέρα με πρώτες θυγατέρες την κενοδοξία και την αυτοδικαίωση. Η υπερηφάνεια είναι μία μορφή άρνησης Θεού, είναι εφεύρεση των πονηρών δαιμόνων, αποτέλεσμα πολλών κολακειών και επαίνων, που επιφέρει την εξουδένωση και εξουθένωση των ανθρώπων, τη θεομίσητη κατάκριση, τον θυμό, την οργή, την υποκρισία, την ασπλαχνία, τη μισανθρωπία, τη βλασφημία. Η υπερηφάνεια είναι ένα πάθος φοβερό, δύσκολο, δυνατό και δυσθεράπευτο. Η υπερηφάνεια επίσης είναι πολυδύναμη και πολυπρόσωπη. Εκδηλώνεται ως ματαιοδοξία, μεγαλαυχία, οίηση, αλαζονεία, υπεροψία, φυσίωση, τύφωση, καύχηση, ιταμότητα, έπαρση, μεγαλομανία, φιλοδοξία, φιλαυτία, φιλαρέσκεια, φιλοχρηματία, φιλοσαρκία, φιλαρχία, φιλοκατηγορία και φιλονικία. Ακόμη ως αυταρέσκεια, προσωποληψία, αυθάδεια, αναίδεια, παρρησία, αναλγησία, αντιλογία, ισχυρογνωμοσύνη, ανυπακοή, ειρωνεία, πείσμα, περιφρόνηση, προσβολή, τελειομανία και υπερευαισθησία. Η υπερηφάνεια τελικά οδηγεί στην αμετανοησία.


Όργανο της υπερηφάνειας συχνά γίνεται η γλώσσα. Με την αργολογία, τη φλυαρία, την πολυλογία, το κουτσομπολιό, τη μωρολογία, τη ματαιολογία, την ανειλικρίνεια, την αδιακρισία, τη διγλωσσία, τη διπλωματία, την ευτραπελία, την προσποίηση και τον εμπαιγμό.


Από τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα προέρχονται πολλά άλλα πάθη. Αφού αναφέραμε τα της υπερηφάνειας, ερχόμαστε στη φιλαργυρία, που γεννά τη φιλοχρηματία, την πλεονεξία, την απληστία, την τσιγγουνιά, την ανελεημοσύνη, τη σκληροκαρδία, την απάτη, την τοκογλυφία, την αδικία, τη δολιότητα, τη σιμω­νία, τη δωροληψία, τον τζόγο. Η πορνεία έχει μύριες εκφάνσεις όπως ο φθόνος με τις ύπουλες και πονηρές κακίες του, η αχόρταγη γαστριμαργία, ο θυμός και η ύποπτη ακηδία και αμέλεια.


Ιδιαιτέρως προσοχής χρήζουν πολλά ανορθόδοξα στοιχεία στην οικογενειακή ζωή και φρονούμε πως θα πρέπει να θεαθούν προσεκτικά από εξομολόγους και εξομολογουμένους. Η αποφυγή της τεκνογονίας, η ειδωλοποίηση των τέκνων, θεωρούμενα προέκταση του εγώ των γονέων, υπερπροστατευόμενα, παρακολουθούμενα συνεχώς και εξουσιαζόμενα βάναυσα. Ο γάμος είναι στίβος ταπεινώσεως, αλληλοπεριχωρήσεως και αλληλοσεβασμού και όχι παράλληλη όδευση δύο εγωισμών, παρά την ισόβια σύζευξη και συνύπαρξη. Χορεύει ο δαίμονας όταν δεν υπάρχει συγχώρεση στις ανθρώπινες αδυναμίες και τα καθημερινά σφάλματα. Οι γονείς θα βοηθήσουν σημαντικά τα παιδιά τους όχι με την πλούσια ευγένεια έξω από το σπίτι αλλά με το ειρηνικό, νηφάλιο και αγαπητικό παράδειγμα καθημερινά μέσα στο σπίτι τους. Η συμμετοχή των παιδιών μαζί με τους γονείς τους στο μυστήριο της εξομολογήσεως θα τους ενδυναμώσει με τη θεία Χάρη και θα τους στερεώσει στη βιωματική εμπειρία με τον Χριστό. Ζητώντας οι σύζυγοι ειλικρινά συγγνώμην διδάσκουν τα παιδιά τους την ταπείνωση, που καίει τις δαιμονικές πλεκτάνες. Σ' ένα σπιτικό που ανθεί η αγάπη, η ομόνοια, η κατανόηση, η ταπείνωση και ειρήνη υπάρχει πλούσια η ευλογία του Θεού και γίνεται κάστρο απόρθητο στην κακία του κόσμου. Η με τη συγχωρητικότητα αγωγή των παιδιών δημιουργεί μία υγιά οικογενειακή εστία που τα εμπνέει και τα ενισχύει για το μέλλον τους.


Ένα άλλο μεγάλο θέμα, που αποτελεί σοβαρό εμπόδιο για τη μετάνοια και την εξομολόγηση είναι η αυτοδικαίωση, που μαστίζει και πολλούς ανθρώπους της Εκκλησίας. Βάση της έχει, όπως είπαμε, τη δαιμονική υπερηφάνεια. Κλασικό παράδειγμα ο Φαρισαίος της παραβολής του Ευαγγελίου.


Ο αυτοδικαιούμενος άνθρωπος έχει φαινομενικά καλά, για τα οποία υπεραίρεται και θέλει να τιμάται και επαινείται. Χαίρεται να τον κολακεύουν, να εξουθενώνει και ταπεινώνει τους άλλους. Αυτοεκτιμάται υπερβολικά, αυτοδικαιώνεται παράφορα και θεωρεί τον Θεό αναγκαστικά υποχρεωμένο να τον ανταμείψει. Πρόκειται τελικά για ταλαίπωρο άνθρωπο, όπου ταλαιπωρούμενος ταλαιπωρεί και τους άλλους. Διακατέχεται από νευρικότητα, ταραχή, απαιτητικότητα, που τον αυτοφυλακίζει και δεν τον αφήνει ν' ανοίξει τη θύρα του θείου ελέους, διά της μετανοίας.


Γέννημα της υπερηφάνειας είναι και η κατάκριση, που δυστυχώς αποτελεί συνήθεια και πολλών χριστιανών, που ασχολούνται περισσότερο με τους άλλους παρά με τον εαυτό τους. Φαινόμενο της εποχής μας και της κοινωνίας που ωθεί τον κόσμο στη συνεχή ετεροπαρατήρηση και όχι την αυτοπαρατήρηση. Οι μύριες ασχολίες και δραστηριότητες του σύγχρονου ανθρώπου δεν τον θέλουν να μείνει ποτέ μόνο προς μελέτη, περίσκεψη, προσευχή, αυτογνωσία, αυτομεμψία, αυτοέλεγχο και μνήμη θανάτου. Τα λεγόμενα μέσα μαζικής ενημερώσεως ασταμάτητα ασχολούνται σκανδαλοθηρικά, επίμονα και μακρόσυρτα με τα πάθη, τις αμαρτίες, τα παραπτώματα των άλλων. Όλ' αυτά προκαλούν, εντυπωσιάζουν και αν δεν σκανδαλίζουν πάντως φορτώνουν την ψυχή και το νου με τα βρωμερά και άσχημα και μάλιστα καθησυχάζουν, αφού εμείς είμαστε καλύτεροι. Έτσι ο άνθρωπος συνηθίζει στη μετριότητα, χλιαρότητα και εφημερότητα της φθηνής καθημερινότητος, μη συγκρινόμενος με τους αγίους και τους ήρωες.


Έτσι η κατάκριση κυριαρχεί στις μέρες μας, θεωρώντας ο άνθρωπος ότι ενεργεί δίκαιη κάθαρση, σπιλώνοντας άλλους και μολύνοντας τον εαυτό του, δημιουργώντας κακίες, μίση, έχθρες, μνησικακίες, ζηλοφθονίες και ψυχρότητες. Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής μάλιστα αναφέρει πως εκείνος που περιεργάζεται συνεχώς τις αμαρτίες των άλλων ή κρίνει τον αδελφό του από υποψία και μόνο, αυτός δεν έκανε ακόμη αρχή μετανοίας, ούτε άρχισε την έρευνα για να γνωρίσει τις αμαρτίες του.


Λέγονται πολλά και διάφορα. ένα τελικά είναι το καίριο, σημαντικό και εξέχον. η σωτηρία μας, για την οποία δεν πολυνοιαζόμαστε παντοτεινά. Η σωτηρία δεν επιτυγχάνεται παρά μόνο με ειλικρινή μετάνοια και καθαρή εξομολόγηση. Η μετάνοια δεν ανοίγει μόνο τον ουράνιο παράδεισο, αλλά και τον επίγειο με την πρόγευση, έστω εν μέρει, της ανεκλάλητης χαράς της ατελεύτητης βασιλείας των ουρανών και της υπέροχης ειρήνης από τώρα. Οι εξομολογημένοι άνθρωποι μπορούν νάναι οι αληθινά γνήσια χαρούμενοι, οι ειρηνικοί και ειρηνοφόροι, οι κήρυκες της μετανοίας, της αναστάσεως, της μεταμορφώσεως, της ελευθερίας, της χάριτος, της ευλογίας του Θεού στις ψυχές τους και τη ζωή τους. Η πλούσια χάρη του Θεού κάνει τον λύκο πρόβατο, λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Καμιά αμαρτία δεν υπερβαίνει την αγάπη του Θεού. Κανείς αμαρτωλός αν θέλει δεν αδυνατεί ν' αγιάσει. Μας το αποδεικνύουν οι πολλοί μετανοημένοι άγιοι του Συναξαριστή.


Ο εξομολόγος εξομολογεί και συγχωρεί τους εξομολογούμενους με τ' άγιο πετραχήλι του. Δεν μπορεί όμως να αυτοεξομολογηθεί και να θέσει ο ίδιος το πετραχήλι του στο κεφάλι του για να συγχωρηθεί. Πρέπει απαραίτητα να σκύψει σε άλλο οπωσδήποτε πετραχήλι. Έτσι λειτουργεί ο πνευματικός νόμος, έτσι τα έθεσε η πανσοφία και η φιλευσπλαγχνία του Θεού.


Δεν μπορεί να εξομολογούμε και να μη εξομολογούμεθα. Να διδάσκουμε και να μη πράττουμε. Να μιλάμε για μετάνοια και να μη μετανοούμε οι ίδιοι. Να μιλάμε για εξομολόγηση και να μη εξομολογούμεθα τακτικά. Ουδείς αυτοκαθαίρεται και ουδείς αυτοσυγχωρείται ποτέ. Οι ασύμβουλοι, οι ανυπάκουοι, οι ανεξομολόγητοι αποτελούν σοβαρό πρόβλημα της Εκκλησίας μας.


Αδελφοί μου αγαπητοί, το πετραχήλι του πνευματικού δύναται να γίνει θαυματουργό νυστέρι αφαιρέσεως κακοήθων όγκων, ν' αναστήσει νεκρούς, ν' ανανεώσει και μεταμορφώσει τον άκοσμο κόσμο, να χαροποιήσει γη και ουρανό. Η Εκκλησία μας εμπιστεύ­θηκε το μέγα λειτούργημα, το ιερό υπούργημα, στους ιερείς μας και όχι στους αγγέλους, για να τους πλησιάζουμε άνετα και άφοβα ως ομοιοπαθείς και ομόσαρκους.


Όλα τα παραπάνω, ειλικρινά και διόλου ταπεινόσχημα, ειπώθηκαν από ένα συναμαρτωλό, που δεν θέλησε να κάνει τον δάσκαλο, αλλά τον συναγωνιζόμενο συμμαθητή σας. Θέλησε από αγάπη να σας θυμίσει με απλά και άτεχνα λόγια τη ζώσα παράδοση της αγίας μητέρας μας Εκκλησίας επί του πάντοτε επίκαιρου θέματος της θεοΰφαντης και θεομακάριστης μετάνοιας και της θεοπαράδοτης και θεαγάπητης ιεράς Εξομολογήσεως.

ΜΟΝΑΧΟΥ ΜΩΥΣΕΩΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
«ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΚΑΙ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ» ΜΟΝΑΧΟΥ ΜΩΥΣΕΩΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ». ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
http://www.impantokratoros.gr/83FE9A44.el.aspx

Ο μοναχός που δέχτηκε το χαστούκι και νίκησε τον διάβολο!

Ο μοναχός που δέχτηκε το χαστούκι και νίκησε τον διάβολο!

Η ταπεινοφροσύνη στολίζει τον άνθρωπο. Ο ταπεινός άνθρωπος όπου και αν σταθεί, όπου και αν βρεθεί, σκορπάει μία κατά κάποιο τρόπο μυστηριώδη χάρη και γίνεται αγαπητός και προσφιλής.
Την ταπείνωσιν οι δαίμονες την τρέμουν, όπως ακριβώς συνέβη και με έναν υποτακτικόν: Ένας Χριστιανός είχε μία κόρη δαιμονισμένη και την επήγε σε πολλούς γιατρούς αλλά δεν βρήκε την θεραπεία της. 
Αυτός ο Χριστιανός είχε ένα φίλο, πνευματικό άνθρωπο ο οποίος είχε σχέση με τους μοναχούς, και λέγοντάς του το παράπονο, τον πόνο του για το κορίτσι του, του λέγει εκείνος• «Το παιδί σου θα βρεί θεραπεία μόνον όταν καλέσεις ένα μοναχό, υποτακτικό, και έλθει στο σπίτι σου και κάνει μίαν ευχούλα, θα ιδείς αμέσως το παιδί σου θα γίνει καλά.
— Καί που θα τον βρω εγώ αυτόν τον μοναχό;
— Να! Κάτω στην αγορά κατεβαίνουν, λέγει, από την έρημο νεώτεροι υποτακτικοί μοναχοί και πωλούν διάφορα εργόχειρα. Σ’ ένα τέτοιο μοναχό πες του• «Έλα στο σπίτι να σού πληρώσω τα εργόχειρα, διότι τώρα επάνω μου δεν έχω χρήματα». Καί πες του να σού κάνει μία ευχή και θα δείς ότι το παιδί σου θα γίνει καλά.
Αυτός αμέσως το πρωί κατεβαίνει στην αγορά• βλέπει ένα νέο μοναχό να πωλεί διάφορα, εκεί, εργόχειρα.
Τού λέει: Πάτερ, πόσο τα δίνεται αυτά;
— Τόσο. Είπε ο μοναχός.
— Μπορείς να έλθεις μέχρι το σπίτι να σε πληρώσω, γιατί επάνω μου δεν έχω χρήματα;
— Έρχομαι, λέγει.
Καί αφού προχωρούσαν προς το σπίτι και πλησίαζαν, ο διάβολος μυρίστηκε το πράγμα, ότι ήρθε η ώρα του να πάρει το εξιτήριό του και να φύγει από τον άνθρωπο, ετοιμάστηκε και αυτός. Καί μπαίνοντας ο μοναχός μέσα στο σπίτι, τον απαντά η κόρη και σηκώνει το χέρι και του δίνει ένα ράπισμα, του μονάχου. Αυτός, ο μοναχός, γύρισε και την άλλη πλευρά του προσώπου και του δίνει και απ' εκεί ένα ράπισμα, και αμέσως η κόρη έπεσε κάτω και έβγαζε αφρούς. Καί στο τέλος, φεύγοντας το δαιμόνιο είπε, ότι η εντολή του Χριστού με βγάζει και με διώχνει. Καί αμέσως το παιδί έγινε καλά.
Ο υποτακτικός αυτός, από την πράξη αυτή φαίνεται ότι ήταν ένας προοδευμένος,ένας πετυχημένος μοναχός ο οποίος οπωσδήποτε θα είχε εξασκηθεί στην παιδεία και στη θεραπεία της ψυχής του.
Στην προσευχή μας πάντοτε να παρακαλούμε και να δεόμεθα του Θεού να μας απαλλάττη απ' αυτό το θηρίο, τον εγωισμόν, και να μας χαρίζη την αγίαν ταπείνωσιν της ψυχής. 

Το βασίλεμα του Ηλίου, του Φώτη Κόντογλου



Το βασίλεμα του Ηλίου

Έχουμε στο σπίτι μας ένα μικρό δωμάτιο μ' ένα εικονοστάσι, που βρίσκεται προς τη μιά γωνιά του. Απάνω στο εικονοστάσι είναι βαλμένο, στη μέση, ένα παλιό μεγάλο Ευαγγέλιο με ασημωμένες τάβλες, ένας αρχαίος σκαλιστός σταυρός, ένα μικρό κουτάκι με άγιο λείψανο, ένα ασημένο χέρι, μεγάλο όσο είναι το φυσικό χέρι, που έχει μέσα άγιο λείψανο της αγιάς Παρασκευής, και κάμποσα εικονίσματα, που ανάμεσά τους είναι μία μεγάλη εικόνα της αγιάς Παρασκευής, παλιά κι ασημωμένη από τέμπλο.

Όλα αυτά ήτανε της οικογενειακής εκκλησιάς μας, και τα πήραμε μαζί μας τον καιρό που φύγαμε από τη Μικρά Ασία, καταδιωγμένοι από τον Τούρκο, μαζί με λίγα εκκλησιαστικά βιβλία. Αντί να πάρουμε άλλα πράγματα, που θα ήτανε πιό χρήσιμα σε μας, κατά τη γνώμη του κόσμου, προτιμήσαμε να πάρουμε αυτά τα αγιασμένα πράγματα. Περάσαμε στη Μυτιλήνη, που είναι κοντά στο μέρος που γεννηθήκαμε, αντίκρυ στη μεγάλη στεριά της Ανατολής.

Το καντήλι καίει μέρα-νύχτα ακοίμητο, μπροστά σ' αυτό το εικονοστάσι. Το δωμάτιο μοσκοβολά κερί και λιβάνι. Εκεί είναι το καταφύγιο μας στις δύσκολες περιστάσεις της ζωής μας, εκεί λέμε και τις ευχαριστίες μας στον Θεό για ό,τι καλό μας στέλνει. Εκεί λέμε τον εσπερινό και τον όρθρο, όποτε τύχει να μην πάμε στην εκκλησία, τις παρακλήσεις, τις δοξολογίες. εκεί γίνουνται οι αγιασμοί και τα ευχέλαια, από αγιαμένους παπάδες και καλογήρους. Η ψυχή μας κ' η καρδιά μας, βρίσκονται εκεί. Έχουμε τα Μηναία, το Πεντηκοστάριο, την Παρακλητική, το Τριώδιο, το Ωρολόγιο, το Αγιασματάρι, κλπ... Εκείνο το θαλάμι είναι η κατ οίκον εκκλησία μας.

Από τα δεξιά βρίσκεται ένα παραθύρι, δίπλα στη βορεινή γωνιά. Απ' εκείνο το παραθύρι, που είναι βορεινό, δεν μπαίνει ολότελα ο ήλιος όλον τον χειμώνα. Μονάχα κατά την αρχή του καλοκαιριού αρχίζουν και τρυπώνουν λοξά χρυσές αχτίνες από τον ήλιο, την ώρα που βασιλεύει.

Τρυπώνει δειλά-δειλά, αυτό το φώς, το «Φώς ιλαρόν», όπως το λέγω, και κάνει μια στενή λουρίδα όρθια, χρυσαφένια, δίπλα στη βορεινή γωνιά, αριστερά από το εικονοστάσι.

Φανερώνεται τις πρώτες μέρες του Ιουνίου, και χάνεται τις πρώτες μέρες του Αυγούστου. Το αγιασμένο πυροτέχνημα στην αρχή βαστά λίγες στιγμές κ' ύστερα αποτραβιέται. Κατά την αρχή Ιουλίου στέκεται ίσαμε μιά ώρα. Και στις τελευταίες μέρες του βαστά πάλι λίγες στιγμές, ως που χάνεται, και δεν ξαναφαίνεται πιά.

Αυτό είναι το «Φώς ιλαρόν». Από μικρό παιδί το 'βλεπα το βράδυ που βασίλευε ο ήλιος, εξωτικό, χρυσοκκόκινο, να χρυσώνει τα σπίτια, τα μικρά τα βουνά, τα βράχια, τα πανιά των καραβιών, σαν να ήτανε χρυσοκαπνισμένα. Το θέαμα ήτανε πανηγυρικό, κ' έπεφτα σε έκσταση, σαν να ερχότανε εκείνο το φώς απο έναν άλλον κόσμο, από τη βασιλεία των ουρανών, κατά κει που βασιλεύει ο ήλιος.

Πόσο ποιητικά εκφράζει ο λαός μας τη μεγαλοπρέπεια που έχει εκείνη η ιερή ώρα, λέγοντας πως ο ήλιος «βασιλεύει». Αληθινά, ποιός βασιλιάς ντύθηκε ποτέ με τέτοια πορφύρα; Θα' λεγε κανένας πως δεν είναι ο ήλιος αυτός ο βασιλέας, αλλά ο Χριστός, ο βασιλεύς των βασιλευόντων. Έχω την ιδέα μαλιστα πως ο ευλαβής λαός μας, λέγοντας «ο ήλιος εβασίλεψε», επήρε τα λόγια, γυρίζοντάς τα, από το «Προκείμενον» που λέγει ο ψάλτης το Σαββατόβραδο στον εσπερινό: «ο Κύριος εβασίλευσεν, ευπρέπειαν ενεδύσατο» ίσα-ίσα την ίδια ώρα που βασιλεύει ο ήλιος. Εκείνη την ώρα το χρυσορρόδινο φώς μπαίνει απο το παράθυρο της εκκλησίας, που είναι κατά το δυτικό μέρος, και χτυπά απάνω στο σκαλιστό τέμπλο, κάνοντας το να λαμποκοπά σάν «χρυσοπλοκώτατος πύργος».

Λίγο πρίν το «Προκείμενον» λέγει ο ψάλτης, ή κανένας καλόγερος, ή κανένανς ταπεινος αναγνώστης το «Φως ιλαρόν», εκείνον τον θεσπέσιον εσπερινόν ύμνον.

Έχω γράψει πολλές φορές γι' αυτή την αγιασμένη και κατανυστική ώρα: Σ'ένα τέτοιο γράψιμο μου λέγω τα παρακάτω: «Πρός το βράδυ, ένα χρυσαφένιο γλυκό φως μπαίνει μέσα στον αγιασμένο πύργο της εκκλησιάς (στον τρούλλο), σαν να τον γεμίζει με θυμίαμα. Τούτη την ιερή ώρα βουΐζει ο τελευταίος φτερωτός προσκυνητής, ένας αθώος καντηλοσβήστης... Από κάτω, την ίδια ώρα, λέγει ο καλόγερας με φωνή ήσυχη το «Φως ιλαρόν», ενώ ο ήλιος βασιλεύει, και τελειώνει η μέρα: «Φώς ιλαρόν αγίας δόξης αθανάτου Πατρός, ουρανίου, αγίου, μάκαρος, Ιησού Χριστέ, ελθόντες επί την ηλίου δύσιν, ιδόντες φως εσπερινόν, υμνούμεν Πατέρα, Υιόν και άγιον Πνεύμα, Θεόν. Άξιόν Σε εν πάσι καιροίς υμνείσθαι φωναίς αισίαις, Υιέ Θεού, ζωήν ο διδούς. Διό ο κόσμος Σε δοξάζει».

Δάκρυα έρχουνται στα μάτια του ανθρώπου, ακούγοντας αυτά τ' αρχαία λόγια, που είναι απλά και αιώνια σαν το βασίλεμα του ήλιου. Το βιβλίο που' ναι ακουμπισμένο απάνω στ' αναλόγι, γράφει πως είναι «ποίημα Αθηνογένους του Μάρτυρος». Παμπάλαιος ύμνος, που τον λένε κάθε βράδυ, σαν τελειώνει η μέρα, από δυό χιλιάδες χρόνια ίσαμε σήμερα, απλοί άνθρωποι που βαστάνε από τους αρχαίους Έλληνες, σαν και τούτον τον Αγιονορίτη καλόγερα, που είναι και στο πρόσωπο σαν τους παλιαούς»(*).

Αλλά και τούτη την ώρα που γράφω, λάμπει απάνω στον τοίχο, κοντά στο εικονοστάσι με τα αγαπημένα εικονίσματα που γλύτωσα από τους αλλόθρησκους και που τα προσκυνούσαν οι πρόγονοί μου.

Πόσο χαίρουμε σαν το βλέπω να μπαίνει μέσα στο καταφύγιό μου! Η χαρά που νιώθω είναι μά κρυφή χαρά, που τη φυλάγω στην καδιά μου, σαν ένα φως ανέσπερο, που θα την ζεσταίνει τον χειμώνα. Αυτό το υπερκόσμιο φως είναι μιά ελπίδα που έρχεται «εξ ετοίμου κατοικητηρίου του Κυρίου», είναι μια θεϊκή επίσκεψη που μου δίνει παρηγοριά.

Κάθε βράδυ το περιμένω με αγάπη. Δεν πηγαίνω πουθενά για να μην χάσω την ιερή αυτή επίσκεψη. Χαίρομαι που κρατά πολλή ώρα η παρουσία του και παρακαλώ ν' αργήσει να φύγει.

Μόλις αρχίζει και φεγγίζει μυστικά λέγω: «Καλώς το! Καλώς ήρθες πάλι στο φτωχικό μας. Κάθε βράδυ με χαρά σε περιμένουμε, και σαν φεύγεις, με ελπίδα σε προσμένουμε να'ρθεις το άλλο βράδυ. Ας αργήσουνε να περάσουμε οι μέρες που μας έρχεσαι».

Κάνω τον σταυρό μου και συλλογίζουμαι: «Τούτη την ώρα χρυσαφώνεις τα παλιά τέμπλα στα μοναστήρια, στολίζεις με ακριβά πετράδια το φτωχό εικονοστάσι, που είναι μέσα στη σπηλιά του ασκητή ή κανένα σκοτεινό κουβούκλι που κάνει την προσευχή της καμιά ταπεινή και πικραμένη ψυχή. Την ίδια ώρα, όμως, μπαίνεις και σε σπίτια ψυχά και δίχως πνοή, που κάθουνται μέσα άπιστοι άνθρωποι, και δεν σε παίρνουνε είδηση, αλλοίμονο! ω χαιρέτισμα αρχαγγελικό, ω αγιασμένη πορφύρα, που έγινες από τα αθάνατα αίματα που χύσανε οι Μάρτυρες του Χριστού. Μπαίνεις και σε φυλακές σκοτεινές, εκεί που βασανίζουνται οι απελπισμένοι, για να τους δώσει λίγη ελπίδα. Μπαίνεις και σε τρύπες υγρές κι ανήλιαγες. Μπαίνεις και σε άψυχα κι άσλαχνα εργοστάσια, μα κανένας δέν σε παίρνει είδηση, ούτε πότε μπαίνεις, ούτε πότε φεύγεις, ούτε ποιά μέρα θα σβήσεις, φεύγοντας για πάντα, σαν τον άνθρωπο που δεν γυρίζουν να τον δούνε. Άραγε ο Θεός σε στέλνει μονάχα σε μας για να μας φέρεις την ελπίδα του και τον χαιρετισμό της αγάπης του, και σε περιμένουμε με αγάπη και με πόθο;...»

Αλλοίμονο! Σε στέλνει σε όλους τους ανθρώπους μα αυτοί δεν σε βλέπουν, ω φως ιλαρόν*, ω φώς εσπερινόν, ω φως ανέσπερον!

*ιλαρόν:-επίθετο- εύθυμο, φαιδρό, χαροπό.

Φώτης Κόντογλου «Ευλογημένο Καταφύγιο»,
Κεφάλαιο: Το βασίλεμα του ήλιου
Εκδόσεις - ΑΚΡΙΤΑΣ (πηγή: Διακόνημα)
Επιλύχνιος Ευχαριστία (Φως Ιλαρόν)

Η Επιλύχνιος Ευχαριστία (Φως Ιλαρόν) είναι αρχαίος ύμνος, που συνδέθηκε με την ακολουθία του Εσπερινού από τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους. Η ύπαρξη του ύμνου αυτού μαρτυρείται ήδη από τον 4ο μ.Χ. αιώνα. Μάλιστα, ο Μέγας Βασίλειοςαναφέρεται στην ύπαρξή του και τον χαρακτηρίζει ως «αρχαίαν φωνήν». Από τη μαρτυρία αυτή συνάγεται, ότι η Επιλύχνιος Ευχαριστία απηχεί λατρευτική παράδοση πολύ αρχαιότερη του 4ου μ.Χ. αιώνος.

Η σύνθεση του ύμνου αποδίδεται στον μάρτυρα Αθηνογένη, ο οποίος, κατά την παράδοση, τον εκφώνησε, την ώρα που τον οδηγούσαν στο μαρτύριο. Ο ύμνος, με ποιητική γλώσσα, απευθύνεται προς το Χριστό, τον οποίο και ονομάζει Φως Ιλαρόν. Το Ιλαρόν, όμως, αυτό Φως, είναι διαφορετικό, ως προς τη φύση Του, από το κτιστό φως του ήλιου, γιατί είναι το «(Φως) της Αγίας Δόξης του Αθανάτου, Ουρανίου και Μάκαρος Θεού Πατρός».

Σε αυτό το Άκτιστο Φως της Αγίας Δόξης, που είναι ο Χριστός, ανάγουν οι χριστιανοί λατρευτικά το νου και την καρδιά τους, κάθε φορά, που, «επί την ηλίου δύσιν», βλέπουν το «εσπερινόν φως» του φυσικού ήλιου, και μέσα από αυτή τη μυσταγωγική αναγωγή αισθάνονται την ανάγκη να υμνήσουν «Πατέρα, Υιόν και Άγιον Πνεύμα, Θεόν».

Ο επίλογος του ύμνου, απευθυνόμενος, όπως και ο υπόλοιπος ύμνος, προς το Χριστό, δικαιολογεί την πνευματική αυτή αντίδραση των χριστιανών στη θέα του εσπερινού φωτός, γιατί «...Άξιον Σε εν πάσι καιροίς υμνήσθαι φωναίς οσίαις, Υιέ Θεού, ζωήν ο διδούς, διό ο κόσμος Σε δοξάζει».

Στο βίντεο αγαπητοί μου αναγνώστες ακούμε τον υπέροχο και κατανυκτικό ύμνο, από την ακολουθία του εσπερινού στον Ιερό Ναό Αγίας Σοφίας στο Κίεβο της Ουκρανίας στις 26/7/2008.

«Σοφία. Ορθοί.

«Φῶς ἱλαρὸν ἁγίας δόξης, ἀθανάτου Πατρός, οὐρανίου, ἁγίου, μάκαρος, Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλθόντες ἐπὶ τὴν ἡλίου δύσιν, ἰδόντες φῶς ἑσπερινόν, ὑμνοῦμεν Πατέρα Υἱὸν καὶ Ἅγιον Πνεῦμα, Θεόν. Ἄξιον σὲ ἐν πάσι καιροὶς ὑμνείσθαι φωναὶς αἰσίαις, Υἱὲ Θεοῦ, ζωὴν ὁ διδοὺς διὸ ὁ κόσμος σὲ δοξάζει». Που σημαίνει: Ιησού Χριστέ, συ που είσαι το χαρούμενο φως του Αθανάτου, Ουρανίου, Άγιου και μακαρίου Πατρός, αφού φθάσαμε στη δύση του ήλιου και είδαμε το εσπερινό φως, υμνούμε τον Πατέρα, τον Υιόν και το Άγιο Πνεύμα, δηλαδή τον Τριαδικό Θεό. Είναι άξιο να σε υμνούμε σε κάθε ώρα με μελωδικές φωνές, Υιέ του Θεού, εσύ που δίνεις ζωή. Γι' αυτό ο κόσμος σε δοξάζει.

Εσπέρας προκείμενον.
Ο Θεός αντιλήπτωρ μου ει, το έλεός σου προφθάσει με.
Εξελού με εκ των εχθρών μου, ο Θεός, και εκ των επανισταμένων επ' εμέ λύτρωσαί με...»


Δείτε και...

Μια αφανής Aγία…

Έκτακτο Παράρτημα: Μια αφανής Aγία…: Σε μια κωμόπολη της βορείου Ελλάδος ζούσε μια κοπέλα τυφλή , ονόματι Ασπασία. Ήταν ορφανή, πολύ φτωχή και εγκαταλελειμμένη απ’ όλο...

ΕΙΔΑ ΟΛΗ ΤΗΝ ΘΕΟΤΗΤΑ ΣΤΑ ΤΙΜΙΑ ΔΩΡΑ ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΗ...

Έκτακτο Παράρτημα: ΕΙΔΑ ΟΛΗ ΤΗΝ ΘΕΟΤΗΤΑ ΣΤΑ ΤΙΜΙΑ ΔΩΡΑ ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΗ...: ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΣ ΓΕΡΩΝ π. ΕΦΡΑΙΜ Ο ΚΑΤΟΥΝΑΚΙΩΤΗΣ Συχνά στην Θεία Λειτουργία ο παπά – Εφραίμ, έβλεπε την Θεία Χάρη ολοζώντανη, ψηλαφητή, να ...

Κυριακή 1 Ιουνίου 2014

SYRIA - HORROR>> Islamists massacred children in Kurdish villages and executed Christian child for stealing [photos-video]






BEIRUT: Militants from the Al-Qaeda breakaway group the Islamic State of Iraq and Greater Syria (ISIS) were accused Thursday of massacring 15 Syrian Kurds, nearly half of them children, amid an uptick in violence in Syria’s three eastern provinces.

The Syrian Observatory for Human Rights and several Kurdish media outlets said the attack took place in a village near the town of Ras al-Ain on the Turkish border, after militants stormed the village.
It said of the 15, seven were children, one a young man, and three were women.

Video footage of the aftermath, circulated by activists.

 

 
    



Γέροντας Μωυσής, Αγιορείτης (1952-2014)

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ: 4839 - Γέροντας Μωυσής, Αγιορείτης (1952-2014): Μέσα στη νύχτα ζητούσες το φως Βάδισμα Ουράνιο σεμνού Αγιορείτη… Δεν αποζήτησες ποτέ σου το πώς Το ακατάληπτο βίωνες ψυ...

Γέροντας Μωυσής, Αγιορείτης (1952-2014)

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ: 4839 - Γέροντας Μωυσής, Αγιορείτης (1952-2014): Μέσα στη νύχτα ζητούσες το φως Βάδισμα Ουράνιο σεμνού Αγιορείτη… Δεν αποζήτησες ποτέ σου το πώς Το ακατάληπτο βίωνες ψυ...

Γιατί δεν πρέπει να βομβαρδίζουμε με δώρα τα παιδι...

To χαμομηλάκι : Γιατί δεν πρέπει να βομβαρδίζουμε με δώρα τα παιδι...: Τα παιδιά που λαμβάνουν συνεχώς δώρα παραβλέπουν το γεγονός ότι μπορεί να μην έχουν την ίδια πολυτέλεια ως ενήλικες.   Ως γονείς είνα...

Οι κραυγές του Νινάρ και η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση



Του Εύτυχου Συρόπουλου

O Νινάρ Οντίσο ήταν ένας φιλήσυχος νεαρός χριστιανός ορθόδοξος, 26 ετών από την πόλη Al Tabqah της Συρίας. Όταν ξεκίνησε ο πόλεμος και η πόλη του έπεσε στα χέρια των ισλαμιστών, ο Νινάρ αναγκάστηκε με την οικογένειά του να φύγει για πιο ασφαλές μέρος. Μετά από μήνες, τον Σεπτέμβριο του 2013, ο Νινάρ θέλησε να επιστρέψει για να δει σε ποια κατάσταση βρισκόταν το σπίτι του. 

Ο Νινάρ δίσταζε. Φοβόταν μήπως βρεθούν στο δρόμο του οι ισλαμιστές και μετά... Δεν ήθελε ούτε να σκεφτεί τί θα επακολουθούσε. Δύο φίλοι του μουσουλμάνοι από την ίδια πόλη τον έπεισαν ότι δεν υπάρχει κίνδυνος και ότι εάν συναντούσαν μουσουλμάνους αντάρτες, αυτοί, ως μουσουλμάνοι, θα εγγυούνταν για αυτόν. Έτσι ο Νινάρ ξεπέρασε τους δισταγμούς του και παρά τις αντίθετες παροτρύνσεις των δικών του ξεκίνησε για την πόλη του. Στην επιστροφή όμως η παρέα των τριών νεαρών είχε την ατυχία να πέσει σε μπλόκο ισλαμιστών της Αλ-Νούσρα. Οι τρομοκράτες ζήτησαν από τους νεαρούς να προφέρουν τα λόγια της ομολογίας πίστεως του ισλάμ: «Ένας είναι ο Αλλάχ και ο Μωάμεθ ο προφήτης του». 
 Οι δύο μουσουλμάνοι τρέμοντας από φόβο τα πρόφεραν βιαστικά. Δεν είχαν πρόβλημα. Ήταν μουσουλμάνοι. Ο Νινάρ όμως... Η χριστιανική πίστη του δεν του επέτρεπε να κάνει μία τέτοια ομολογία. Κάτι τέτοιο θα ήταν άρνηση του Χριστού. Και αυτό ο Νινάρ δεν το ήθελε. Είχε μάθει ότι πριν από αυτόν εκατομμύρια άλλοι που είχαν την ίδια πίστη προτίμησαν το θάνατο παρά να προφέρουν έναν τέτοιον λόγο. Έτσι ο Νινάρ προτίμησε να υποστεί τα βασανιστήρια των ισλαμιστών. Οι δύο μουσουλμάνοι φίλοι του φυσικά δεν μπορούσαν να τον βοηθήσουν, όπως αρχικά πίστευαν. Οι ισλαμιστές τον βασάνισαν μέχρι θανάτου. Τον άφησαν μισοπεθαμένο. Οι φίλοι του τον πήραν και τον έφεραν στους δικούς του. Ο Νινάρ δεν άντεξε. Ξεψύχησε στα χέρια των δικών του. Τα τελευταία λόγια του ήταν: «πεθαίνω, αλλά τον Χριστό δεν τον πρόδωσα».
 
Κάποτε οι ισλαμιστές που βασάνισαν τον Νινάρ τραυματίστηκαν, πολεμώντας γενναία τον κυβερνητικό στρατό. Πίστευαν ότι σκοτώνοντας και σφάζοντας απίστους θα πάνε στον παράδεισο. Πού να βρεθεί όμως νοσοκομείο να τους περιθάλψει στη Συρία;  

Αλλά η «χριστιανική» Ελλάδα είχε φροντίσει και για αυτό. Όταν ξέσπασε η «επανάσταση» στην Λιβύη, η τότε Κυβέρνηση είχε κάνει συμφωνία με τους «επαναστάτες» για να περιθάλπονται σε ελληνικά νοσοκομεία της Θεσσαλονίκης και της Αθήνας. Τα χρήματα μάς χρειάζονταν.
Έτσι μπορούσαν να λειτουργήσουν τα ελληνικά νοσοκομεία μέσα στην δύσκολη περίοδο της οικονομικής κρίσης. Όταν άναψε ο εμφύλιος πόλεμος στη Συρία, η Λιβύη, όπου στο μεταξύ η «επανάσταση» είχε ολοκληρωθεί και είχαν επικρατήσει οι ισλαμιστές, έστειλε μουτζαχεντίν για να πολεμήσουν εναντίον του Άσσαντ.
 Όπως φαίνεται, οι δύο πλευρές θυμήθηκαν την συμφωνία που είχαν κάνει τότε. Καθώς η κρίση συνεχίζεται, τα ελληνικά νοσοκομεία έχουν ακόμη ανάγκη από χρήματα. Και έτσι αυτοί που βασάνισαν τον Νινάρ μέχρι θανάτου, βρέθηκαν σε νοσοκομείο της Θεσσαλονίκης.
 Η ιστορία αυτή, όσο και εάν φαίνεται απίστευτη, είναι όμως στα ουσιώδη χαρακτηριστικά της αληθινή. Μπορεί να μην ήταν ακριβώς αυτοί που βασάνισαν τον Νινάρ που βρέθηκαν στο ελληνικό νοσοκομείο. Μπορεί να ήταν αυτοί που σκότωσαν τον ιερέα Βασίλειο Νάσαρ, αυτοί που σταύρωσαν τους άτυχους χριστιανούς στην Αλ-Ράκα, αυτοί που δολoφόνησαν το τετράχρονο κοριτσάκι στην Λαοδίκεια, αυτοί που σκότωσαν χριστιανούς στην Μαλούλα, αυτοί που κατέστρεψαν την Μονή της Αγίας Θέκλας δίπλα στο χωριό, αυτοί που έσπασαν τις εικόνες του 16ου αιώνα, αυτοί που κατέστρεψαν την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου στο Χομς, αυτοί που έχουν απαγάγει πλήθη αμάχων, αυτοί που έκοψαν το νερό για 2,5 εκατομμύρια αμάχων στο Χαλέπι... Δεν έχει σημασία ποιοι ακριβώς ήταν. Σημασία έχει ότι η «χριστιανική» Ελλάδα έπραξε το καθήκον της απέναντι στους χριστιανούς της Συρίας περιθάλποντας τους δημίους τους στα νοσοκομεία της.
 
Δυστυχώς οι κραυγές του Νινάρ, την ώρα που τον βασάνιζαν οι ισλαμιστές, δεν ήταν δυνατόν να φτάσουν μέχρι την χριστιανική Ελλάδα. Η απόσταση που μας χωρίζει από τη Συρία είναι μεγάλη. Άντε να ακούστηκαν μέχρι το Χαλέπι, μέχρι την Λαοδίκεια, μέχρι την Κύπρο. Μετά... Πνίγηκαν στο Κρητικό ή στο Αιγαίο Πέλαγος. Πνίγηκαν πριν φτάσουν στην Αθήνα, στην Βουλή, στο Υπουργείο Εξωτερικών, στην Ιερά Σύνοδο.
 Τί να κάνουμε. Δεν ζούσε ο Χριστόδουλος, ο οποίος είχε πάει στη Συρία και είχε φτιάξει σχολεία, είχε δώσει χρήματα. Αν ζούσε, μπορεί να άκουγε τις φωνές του Νινάρ... Τώρα όμως... Η Εκκλησία είναι απασχολημένη με τα συσσίτια. Ο κόσμος πεινάει, δεν έχει να φάει. Με τις κραυγές του Νινάρ θα ασχοληθεί; Έτσι οι κραυγές του Νινάρ δεν μπόρεσαν να περάσουν τους τοίχους της αίθουσας συνεδριάσεως της Ιεράς Συνόδου και δεν ακούστηκαν μέσα στην ιεραρχία.
 Ο π. Φραγκίσκος ήταν ένας Φραγκισκανός μοναχός, που ζούσε σε ένα μοναστήρι κοντά στο Χαλέπι. Όταν ξέσπασε ο πόλεμος, οι περισσότεροι κάτοικοι έφυγαν.
Ο π. Φραγκίσκος όμως έμεινε. Δεν μπορούσε να αφήσει το λιγοστό ποίμνιό του. Λίγα γεροντάκια που έμειναν γιατί δεν τους ένοιαζε εάν πεθάνουν. Είχαν ζήσει την ζωή τους. Κάποτε όμως η «Τζαχμπάντ Αλ Νούσρα» ή το «Ισλαμικό Κράτος του Ιράκ και της Συρίας», δεν έχει τόση σημασία ποια από τα δύο παρακλάδια της Αλ-Κάιντα ήταν, συνέλαβε τον π. Φραγκίσκο. Κατηγορήθηκε ότι ενίσχυε τις κυβερνητικές δυνάμεις. Στην πραγματικότητα το μεγάλο έγκλημά του ήταν ότι ήταν χριστιανός ιερωμένος. Εφαρμόστηκε η Σαρία. Έγινε μία νόμιμη δίκη κοντά στην Ίντλεμπ. Στο μέρος της Συρίας που είχαν «απελευθερώσει» οι ισλαμιστές της Αλ-Κάιντα. Εκεί όπου πέτυχε η επανάσταση, που υπερασπίστηκαν η Ενωμένη Ευρώπη, οι ΗΠΑ και η επίσημη Ελλάδα. Εκεί όπου επικράτησε η ελευθερία, η δικαιοσύνη και η δημοκρατία της Σαρία, του ισλαμικού νόμου. Ήταν μία πραγματική νίκη της δημοκρατίας. Ο π. Φραγκίσκος καταδικάστηκε σε θάνατο με αποκεφαλισμό. Εκτελέστηκε αμέσως. Το μαχαίρι δεν ήταν καλά ακονισμένο και δεν έκοβε καλά. Κάποιος έφερε ένα καλύτερο. Τελικά ο εχθρός του Αλλάχ νικήθηκε και αποκεφαλίστηκε. Ο Αλλάχ για άλλη μία φορά νίκησε.

Κάποιοι είπαν ότι ο π. Φραγκίσκος ήταν ο Μητροπολίτης των Συριάνων Ιωάννης, ο οποίος είχε απαχθεί κοντά στο Χαλέπι μαζί με τον Ορθόδοξο Μητροπολίτη Παύλο. Άλλοι είπαν ότι ήταν ο ίδιος ο Μητροπολίτης Παύλος. Δεν έχει και τόση σημασία. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι νίκησε η επανάσταση. Νίκησε η δημοκρατία και η ελευθερία.
 
Η κραυγή του γνωστού ή άγνωστου ιερέα που αποκεφαλίστηκε με όλες τις νόμιμες διαδικασίες της Σαρία, όπως και των άλλων 3.000 περίπου χριστιανών που σκοτώθηκαν από ισλαμιστές για καθαρά θρησκευτικούς λόγους στη Συρία, δεν έφτασε και αυτή ποτέ μέχρι το Ελληνικό Κοινοβούλιο. Δεν απασχόλησε ποτέ την ολομέλειά του. Δεν είναι αυτά γεγονότα που αξίζει να απασχολήσουν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την προεδρεία του οποίου έχει τώρα η Ελλάδα. Υπάρχουν πολύ πιο σοβαρά και κοντινά πράγματα, που απασχολούν το Κοινοβούλιό μας.
Όπως για παράδειγμα ο αντιρατσιστικός νόμος. Ο π. Φραγκίσκος είχε την ατυχία να μην είναι Εβραίος, αλλά χριστιανός. Να μην πεθάνει σε θάλαμο αερίων των Ναζί της Γερμανίας, αλλά να σφαγεί σαν πρόβατο από ακόνιστο μαχαίρι μουσουλμάνου τζιχαντιστή της Αλ-Κάιντα. Αυτός και οι τρεις χιλιάδες μάρτυρες χριστιανοί της Συρίας, που πέθαναν μόνο και μόνο επειδή ήταν χριστιανοί, δεν θα απασχολήσουν ποτέ τις Επιτροπές για τα ανθρώπινα δικαιώματα, τις Επιτροπές για τον ρατσισμό, τις Επιτροπές που ελέγχουν τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, τις Επιτροπές των ολοκαυτωμάτων, τόσο στην Ελλάδα, όσοο και στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Είχαν την ατυχία να μην τους «ολοκαυτώσουν» Ναζί, αλλά μουσουλμάνοι τζιχαντιστές.
 
Τα ολοκαυτώματα των χριστιανών, και ειδικά στη Συρία, δεν είναι και πολύ in σήμερα. Αν είσαι προοδευτικός και μιλήσεις για αυτά, κινδυνεύεις να θεωρηθείς συντηρητικός και οπισθοδρομικός. Το να πεθάνεις σε θάλαμο αερίων με υπερσύγχρονο τρόπο συγκινεί πολύ περισσότερο την Ελληνική Αριστερά από τους «πρωτόγονους» αποκεφαλισμούς με ακόνιστα μαχαίρια. Η Αριστερά ήταν πάντοτε υπέρ της εξέλιξης και της προόδου.
 Αν ανήκεις στον συντηρητικό χώρο, κινυνεύεις να θεωρηθείς εχθρός της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Γιατί η Δεξιά ήταν πάντοτε παραδοσιακά υπέρ της Ενωμένης Ευρώπης. Και το χειρότερο κινδυνεύεις να θεωρηθείς ότι εξυπηρετείς τα ρωσσικά συμφέροντα.
Γιατί ο Άσσαντ υποστηρίζεται από την Ρωσσία και όλοι όσοι μάχονται εναντίον του, μουτζαχεντίν, τζιχαντιστές, Αλ-Κάιντα, Τσετσένοι τρομοκράτες κ.λπ. είναι οι καλοί. Δεν έχουν σημασία τα φρικτά εγκλήματα που διαπράττουν. Σημασία έχει ότι πολεμούν κατά του Άσσαντ. Αυτό φτάνει για να τους κάνει καλούς και άξιους της συμπάθειάς μας. Αυτοί θα διώξουν τη δικτατορία του Άσσαντ και θα φέρουν την δημοκρατία στην Συρία. 
Φτάνει να είναι κανείς κατά του Άσσαντ και υπέρ της επανάστασης. Είναι αρκετό.

Έτσι η κραυγή του Νινάρ Οντίσο και του π. Φραγκίσκου δεν πέρασε ποτέ τους τοίχους του Ελληνικού Κοινοβουλίου και δεν θα φτάσει ούτε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
Τέτοιες κραυγές είναι επικίνδυνες για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.